Προϋποθέσεις για παρένθετη μητρότητα
Από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 περ. β, 3 αρ. 8, 9, 4, 13 Ν. 3305/2005 και 1458 ΑΚ συνάγεται ότι παρένθετη μητρότητα αποκαλείται η μέθοδος τεχνητής αναπαραγωγής, κατ’ εφαρμογή της οποίας μια γυναίκα κυοφορεί και γεννά (φέρουσα ή κυοφόρος), ύστερα από εξωσωματική γονιμοποίηση και μεταφορά γονιμοποιημένων ωαρίων ξένων προς την ίδια, για λογαριασμό άλλης γυναίκας, που επιθυμεί να αποκτήσει παιδί αλλά αδυνατεί να κυοφορήσει για ιατρικούς λόγους. Το δικαίωμα στην αναπαραγωγή είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο, συνιστώντας ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 § 1 Συντάγματος). Το γενικό αυτό δικαίωμα παρέχει τη δυνατότητα αυτοκαθορισμού και αυτοδιάθεσης του ατόμου μέσα από την ελευθερία του να προγραμματίζει και να διαμορφώνει τη ζωή του σύμφωνα με τις φυσικές και ψυχοπνευματικές δυνατότητές του και τις αντιλήψεις του και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό αναπτύσσει και ολοκληρώνει την προσωπικότητά του με την παραπάνω έννοια μέσα και από την απόκτηση απογόνων (βλ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τ. ΙΙ, 2016, σελ. 3-4. της ίδιας, Τεχνητή Γονιμοποίηση και Οικογενειακό Δίκαιο, 2005, σελ. 8-9). Η μεταφορά των ξένων γονιμοποιημένων ωαρίων στο σώμα της κυοφόρου επιτρέπεται με δικαστική άδεια, η οποία παρέχεται πριν από τη μεταφορά τους και μετά από έλεγχο ορισμένων προϋποθέσεων. Εν πρώτοις, η αιτούσα, η οποία επιθυμεί αλλά για ιατρικούς λόγους αδυνατεί να κυοφορήσει, δεν πρέπει να έχει υπερβεί την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής, η οποία ορίζεται καταρχήν στο πεντηκοστό έτος της ηλικίας της. Επιπλέον, πρέπει να διενεργηθεί ιατρική εξέταση, ως προς τους ιούς της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV, HIV2), της ηπατίτιδας Β και C και της σύφιλης (RPR) τόσο στη γυναίκα που πρόκειται να κυοφορήσει όσο και σε αυτούς που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο. Η προτιθέμενη να κυοφορήσει υποβάλλεται περαιτέρω σε ενδελεχή ψυχολογική αξιολόγηση. Η συμφωνία για την κυοφορία από την φέρουσα ή κυοφόρο γυναίκα γίνεται γραπτώς και χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα, ενώ δε συνιστά αντάλλαγμα η καταβολή των δαπανών που απαιτούνται ως προς την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και τη λοχεία. Η έγγραφη συμφωνία συνάπτεται κατ’ επέκταση μεταξύ των προσώπων που επιδιώκουν να αποκτήσουν τέκνο, της γυναίκας που θα κυοφορήσει και του συζύγου της, αν αυτή είναι έγγαμη. Κατά δε το άρθρο 8 Ν. 3089/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 4272/2014, τα ανωτέρω εφαρμόζονται μόνον όταν η αιτούσα ή η κυοφόρος κατοικούν ή διαμένουν προσωρινά στην Ελλάδα (βλ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΟικΔικ, σελ. 49 επ.. της ίδιας, Τεχνητή Γονιμοποίηση, σελ. 54 επ.. Θ. Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 2005, σελ. 211-213. Β. Περάκη, ΣΕΑΚ, τ. ΙΙ, 2013, ά. 1458 αρ. 5-18).
Η συμφωνία για την κυοφορία από την φέρουσα ή κυοφόρο γυναίκα γίνεται γραπτώς και χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Δεν συνιστά, δε, αντάλλαγμα η καταβολή των δαπανών που απαιτούνται για την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και τη λοχεία και η αποζημίωση για κάθε θετική ζημία της κυοφόρου εξαιτίας αποχής από την εργασία της και τις αμοιβές από εξαρτημένη εργασία, τις οποίες στερήθηκε λόγω απουσίας με σκοπό την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και τη λοχεία. Η έγγραφη συμφωνία συνάπτεται μεταξύ των προσώπων, που επιδιώκουν να αποκτήσουν τέκνο, της γυναίκας, που θα κυοφορήσει, και του συζύγου της, εάν αυτή είναι έγγαμη. Σε ό,τι αφορά τη συγγένεια που δημιουργείται από την εφαρμογή της ανωτέρω μεθόδου ιατρικής υποβοήθησης της αναπαραγωγής, το άρθρο 1464 ΑΚ ρητά ορίζει ότι μητέρα του τέκνου, που θα γεννηθεί, τεκμαίρεται αυτή, στην οποία χορηγήθηκε η δικαστική άδεια, δηλαδή η γυναίκα, που επιθυμεί, αλλά αδυνατεί να αποκτήσει τέκνο για ιατρικούς λόγους και όχι η κυοφόρος γυναίκα. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου (248/2016 ΠΠ ΠΑΤΡ, 976/2013 ΜΠΘεσσαλ, 7013/2013 ΜΠΘεσσαλ, 218/2013 ΕιρΧαν, 243/2013 ΕιρΧαν).
Λένα Πολύζου, δικηγόρος,
Email: info@efotopoulou.gr