Προϋποθέσεις για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου. Αν και η καταβολή στον ασφαλιστικό σύμβουλο δεν προβλέπεται, η ΑΕΔΑΚ ευθύνεται αν αυτός υπεξαιρέσει τίμημα που εισέπραξε (ΑΠ 1671/2013, δημ. ΕΕμπΔ 2014, 162= Ε7 2014, 700= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1, 19 παρ.2, 20 παρ.1, 121, και 30 παρ. α’ του Ν.1969/1991, όπως ο νόμος αυτός συμπληρώθηκε με το Π.Δ/γμα 433/1993, προκύπτει, ότι για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, ύστερα από άδεια σύστασης που χορηγείται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς από ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ), απαιτούνται: α)γραπτή αίτηση προς την ΑΕΔΑΚ, β)αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και γ)ολοσχερώς καταβολή στο θεματοφύλακα της τιμής διάθεσης των μεριδίων σε κινητά ή κινητές αξίες, εφόσον η ΑΕΔΑΚ δεχθεί τις τελευταίες. Δηλαδή, με τη διάταξη αυτή του άρθρου 20 του Ν.1969/1991, ορίζονται σε τρία τα απαιτούμενα στοιχεία για την απόκτηση του μεριδίου αμοιβαίων κεφαλαίων και δεν περιορίζονται σε μόνη την καταβολή του ποσού που αντιστοιχεί στην αξία των μεριδίων.
Βασική προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του μεριδούχου, κατά το άρθρο 20 του Ν.1969/1991, είναι η υποβολή γραπτής αίτησης προς την εταιρεία διαχείρισης που έχει την έννοια της […] για κατάρτιση της σύμβασης, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή από την εταιρία διαχείρισης. Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ίδιου, όπως παραπάνω νόμου, για να αποκτήσει ο αιτών την ιδιότητα του μεριδιούχου, απαιτείται να αποφασίσει η ΑΕΔΑΚ την αποδοχή της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο, σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού αυτού του τελευταίου, που πρέπει να συνοδεύεται από την αποδοχή του κανονισμού και την καταβολή του χρηματικού ποσού στο θεματοφύλακα που ενεργεί και ως ταμίας του Κεφαλαίου (ΑΠ 1025/2008).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση (του Εφετείου), δέχτηκε τα ακόλουθα: «[…] Ο ενάγων Ε. Λ. διατηρεί εμπορική επιχείρηση στο Ηράκλειο Κρήτης και είχε παλαιότερη συνεργασία με την δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία “……………….”. Αρχές του έτους 1995 ήτοι στις 22.2.1995 ο ενάγων επισκέφθηκε τα γραφεία της πρώτης εναγόμενης εταιρείας στο Ηράκλειο Κρήτης, τα οποία συστεγάζονται με τα γραφεία της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας “……………….”, και υπέγραψε μέσω του Μ. Κ. παραγωγού ασφαλίσεως της τελευταίας, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης την … αίτηση αγοράς μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου…Η αίτηση αυτή απευθυνόταν προς την πρώτη των εναγομένων και είχε υπογραφεί από τον Διευθυντή της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης καθώς και από τον ως άνω υπάλληλο της τελευταίας και αφορούσε την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων αξίας 4.000.000 δρχ….Αφού ο ως παραγωγός της αντιπρόσωπης εταιρείας παρέλαβε το πρωτότυπο της συμπληρωμένης αίτησης, ο ενάγων κατέβαλε για λογαριασμό της πρώτης των εναγομένων στον ως άνω υπάλληλο της δεύτερης εναγόμενης το ποσό των 4.000.000 δρχ. που αντιστοιχούσε στην αξία των μεριδίων, τα οποία σύμφωνα με τα λεγόμενα του υπαλλήλου της επρόκειτο να εκδοθούν την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 21.2.1995, αντί αξίας το καθένα 2.676,40 δρχ. και συνολικά 1494,50 μερίδια του ως άνω αμοιβαίου κεφαλαίου. Ταυτόχρονα με την ίδια ως άνω αίτηση ο ενάγων αποδέχθηκε τον κανονισμό του τελευταίου. Στην ως άνω αίτηση αναγράφεται ο τρόπος καταβολής της αξίας του αμοιβαίου κεφαλαίου, είτε με την επιταγή στον παραγωγό στο όνομα της διαχειρίστριας εταιρείας, είτε με ανταλλαγή αξιόγραφων, είτε με κατάθεση σε συγκεκριμένο λογαριασμό της … είτε τέλος με μεταφορά από αριθμό τίτλου κλπ.
Ο τρόπος αυτός καταβολής των χρημάτων της αξίας του αμοιβαίου κεφαλαίου δεν είναι περιοριστικός, ούτε αναγράφεται ως τέτοιος στην ως άνω έντυπη αίτηση, ούτε η μη τήρηση του επιφέρει έννομες συνέπειες που καθιστούν άκυρη την αγορά του ή καθιστούν αυτήν ανενεργή, ούτε αναγραφόταν ότι η καταβολή με μετρητά χρήματα απαγορεύεται. Τούτο απορρέει όχι μόνον από το ίδιο το κείμενο της έντυπης αίτησης της διαχειρίστριας εταιρείας, όπως διαμορφώθηκε με μεταγενέστερο χρόνο μετά την ένδικη αίτηση, στην οποία αναγράφεται ο αποκλειστικός τρόπος καταβολής της αξίας του αμοιβαίου κεφαλαίου με έναν από τους αναφερόμενους εκεί τρόπους, επί ποινή ακυρότητας της αίτησης για την απόκτηση του αμοιβαίου κεφαλαίου. Αλλά επί πλέον από το ότι η ίδια η διαχειρίστρια εταιρεία αποδεχόταν έναν τέτοιο τρόπο πληρωμής μέσω των αντιπροσώπων της ασφαλιστικών εταιρειών που χρησιμοποιούσε νομίμως για τη διάθεση των μεριδίων της, όπως είχε συμβεί όχι μόνον με τον ίδιο τον ενάγοντα αλλά και με άλλους πολίτες της περιοχής της πόλης του Ηρακλείου και άλλων πόλεων της Κρήτης, στα γραφεία των αντιπροσώπων της οποίας (πρώτης εναγομένης) απευθύνονταν αυτοί. Εφόσον η πρώτη εναγόμενη διαχειρίστρια εταιρεία διέθετε μέσω των αντιπροσώπων της τα μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, τους οποίους είχε εντάξει στην επιχειρηματική της δραστηριότητας, ταυτόχρονα είχε εξουσία να εισπράττει μέσω αυτών την αξία του αμοιβαίου κεφαλαίου, καταβάλλοντες δε οι επενδυτές την αξία του στους αντιπροσώπους της, ουσιαστικά αυτοί ενεργούσαν στο όνομα της και για την καταβολή. Αυτή όφειλε ή και οι ίδιοι οι αντιπρόσωποί της να καταθέτουν το εισπραχθέν χρηματικό ποσό ή τις κινητές αξίες στο θεματοφύλακα για να επακολουθήσει η έκδοση των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου. Επειδή δε διενεργούσε διαθέσεις μεριδίων κατά τον ως άνω τρόπο μέσω των διαφόρων αντιπροσώπων της και ενεργούσε αμελώς τον έλεγχο στο δίκτυο διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, δίχως από την παράβαση αυτή να προκύπτει υποχρέωση αποζημίωσης στον ενάγοντα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε στην πρώτη εναγόμενη με σχετικές αποφάσεις της το έτος 1998 χρηματικό πρόστιμο 7.000.000 δρχ. και το έτος 2002 πρόστιμο 28.000 ευρώ. […] Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης που επαναφέρει με το πέμπτο λόγο της εφέσεως της, ότι δηλαδή ο ενάγων συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της, διότι αν και γνώριζε ότι όφειλε να καταθέσει το ποσό των 4.000.000 δρχ. για την αγορά των μεριδίων με κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στην προαναφερθείσα αίτηση και όχι απ` ευθείας στον ως άνω παραγωγό ασφαλίσεων της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, όμοια όπως έκανε σε προηγούμενες αγορές άλλων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, αν και είναι νόμιμος ως ένσταση (άρθρα 300, 262 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι ως άνω τρόποι καταβολής της αξίας των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου δεν ήταν περιοριστικοί και ο ενάγων, μεγάλης ηλικίας με χαμηλού επιπέδου εκπαίδευση και με έλλειψη επενδυτικής εμπειρίας, δεν επέδειξε ουδεμία αμέλεια κατά τη διαδικασία για την απόκτηση των αγορασθέντων απ` αυτόν μεριδίων, ούτε επιτάθηκε από τους εμπειρότερους υπαλλήλους της δεύτερης εναγόμενης η προσοχή του στην τήρηση της διαδικασίας που αναγραφόταν στην έντυπη αίτηση, επί πλέον δε η ως άνω πρακτική είχε ήδη λάβει χώρα στο παρελθόν με άλλους ενδιαφερόμενους επενδυτές. […]».
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος