Πρόωρη εμφάνιση μεταχρονολογημένης επιταγής
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 28, 29, 56 και 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 “περί επιταγής” συνάγεται ότι η σημείωση του χρόνου έκδοσης της επιταγής είναι απαραίτητο τυπικό στοιχείο του κύρους της, το οποίο όμως δεν θίγεται αν η σημειούμενη χρονολογία στο σώμα της επιταγής δεν είναι αληθινή, αφού η επιταγή είναι πληρωτέα πάντοτε “εν όψει”, με την προϋπόθεση εμφάνισης της μέσα σε οκταήμερη προθεσμία από την αναγραφόμενη επ` αυτής ημεροχρονολογία έκδοσης της. Έτσι, η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι έγκυρη, εφόσον η χρονολογία έκδοσης της τέθηκε από τον εκδότη ή τον κομιστή στα πλαίσια της εξουσιοδοτικής συμφωνίας του εκδότη προς αυτόν και μπορεί να εμφανισθεί προς πληρωμή και πριν από την ημεροχρονολογία που φέρεται ότι εκδόθηκε, οπότε οφείλει ο εκδότης να έχει διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της επιταγής. Δηλαδή, η επιταγή, εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας έκδοσης αυτής, είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφάνισης. Τέλος, κατά το άρθρο 29 εδάφια α’ και δ’ του ιδίου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία έκδοσης, αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η επιταγή, που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία έκδοσης, μπορεί να εμφανισθεί, οποτεδήποτε, νομίμως προς πληρωμή μέσα στο χρονικό διάστημα, που αρχίζει από την επόμενη ημέρα κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας, που σημειώνεται σ’ αυτήν ως ημεροχρονολογία έκδοσής της.Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με βάση μεταχρονολογημένη επιταγή μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής και δεν είναι απαραίτητο στην αίτηση έκδοσης της να αναγράφεται ότι πρόκειται για μεταχρονολογημένη επιταγή, αφού η εμφάνιση της από την πραγματική ημερομηνία έκδοσης της μέχρι τη λήξη της οκταήμερης προθεσμίας προς εμφάνιση της, που έχει ως αφετηρία υπολογισμού την πλασματική ημερομηνία έκδοσης της επιταγής, αρκεί για τη θεμελίωση της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και για το κύρος της τελευταίας (ΑΠ 193/1999 ΕλλΔικ 40.1055). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 300, 288 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι αυτός που δέχεται επιταγή, γνωρίζοντας ότι αυτή δεν έχει αντίκρυσμα, δεν απαλάσσει μεν με τη συμπεριφορά του τον εκδότη από την ποινική ευθύνη του άρθρου 79 ν. 5960/1933, παρέχει όμως σε αυτόν το δικαίωμα να αποκρούσει την αγωγή, εάν προβάλλει και αποδεικνύει την ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας με τον κομιστή για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων πληρωμής της επιταγής και την έλλειψη καλής πίστης τούτου στην επιδίωξη είσπραξης της επιταγής, επειδή είχε αποδεχθεί τον κίνδυνο των επιζήμιων συνεπειών από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ο ισχυρισμός αυτός του εκδότη της επιταγής, που καταλύει το δικαίωμα του κομιστή της προς είσπραξη του τίτλου γενικώς ή πριν από την πάροδο ορισμένης προθεσμίας, μπορεί να προταθεί κατ` ένσταση και με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 ΚΠολΔ), η οποία εκδόθηκε με βάση την επιταγή (ΕφΑθ 2009/2009 ΕλλΔικ 2010.150, ΕφΛαρ 323/2004 Δικογραφία 2005.57, 27/2012 ΜΠΡ ΗΡΑΚΛ).
Επί μεταχρονολογημένης επιταγής κρίσιμος χρόνος για τη γνώση του εκδότη, ότι είναι ακάλυπτη λόγω μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων, είναι εκείνος κατά τον οποίο πράγματι εκδόθηκε η επιταγή και επί έκδοσης ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής στο όνομα εταιρείας, δράστης του αδικήματος του άρθρου 79 παρ. 1 ν. 5960/1933, σε περίπτωση μεσολαβήσασας αλλαγής του νομίμου εκπροσώπου της, είναι ο εκδόσας την επιταγή, δηλαδή ο εκπρόσωπος της εταιρείας, που υπέγραψε αυτήν κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσής της και όχι εκείνος, που την εκπροσωπούσε κατά το χρόνο έκδοσης, που αναγράφεται στη μεταχρονολογημένη επιταγή ή και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή (1035/2015 ΑΠ (ΠΟΙΝ).
Λένα Πολύζου, δικηγόρος,
Email: info@efotopoulou.gr