Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας στις τραπεζικές συναλλαγές (ΕιρΣερρ 75/2017, δημ. ΕφΑΔ 2018, 756)

Σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικα, στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων (άρα και του άρθρου 57) το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Με τις διατάξεις αυτές προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών και σύνολο αξιών, το οποίο απαρτίζει την ουσία του ανθρώπου και με το οποίο ολοκληρώνεται η υπόσταση κάθε ατόμου, με την οποία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο (Σημαντήρας, Γεν. Αρχ. έκδ. 1980 παρ. 31 αριθ. 534), τυγχάνει δε προστασίας από το Σύνταγμα, από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ, ΝΔ 53/1974) και από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ, Ν 2462/1997).

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά (ή εκφάνσεις του εννόμου αγαθού της προσωπικότητας ΑΠ 79/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1265/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), εξαντλητική απαρίθμηση των οποίων δεν είναι δυνατή, είναι μεταξύ άλλων: α) τα σωματικά αγαθά (η ζωή, η υγεία, η σωματική ακεραιότητα κλπ – βλ. σχετ. ΑΠ 790/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 177/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 36/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), β) τα ψυχικά αγαθά (η ψυχική υγεία, ο συναισθηματικός κόσμος), γ) η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν (βλ. σχετ. ΑΠ Ολ 6/2009 Αρμ 2009, 1162, ΝοΒ 2009, 568, ΑρχΝ 2009, 420, ΑΠ 418/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 488/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1113/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δ) η ελευθερία και ειδικότερα η ελευθερία για ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου, η οποία, προστατευόμενη και συνταγματικώς (άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος), αναφέρεται και στις σχέσεις αυτού προς τους άλλους ανθρώπους, ε) η επαγγελματική υπόσταση και η οικονομική – βιοποριστική δραστηριότητα (ΑΠ 1265/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 613/2009 ΧρΙΔ 2010, 52) ε) η ατομική ζωή και η σφαίρα του απορρήτου, στ) η αναπαράσταση της εικόνας, της φωνής και γενικώς της ζωής του προσώπου, ζ) το άσυλο της κατοικίας (Μπαλής, Γεν. Αρχ. παρ. 12, Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, άρθρο 57 αριθ. 4 – 10, Σημαντήρας, Γεν. Αρχ. παρ. 31, αριθ. 535, Ασπρογέρακας – Γρίβας, Γεν. Αρχ. έκδ. 1981, παρ. 29, σ. 135).

Ο προσβαλλόμενος στην προσωπικότητά του δικαιούται, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 εδαφ. α ΑΚ, να αξιώσει την άρση της προσβολής αυτής και την παράλειψή της στο μέλλον υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η προσβολή αυτή είναι παράνομη, ως παράνομη δε προσβολή θεωρείται όχι μόνον εκείνη που αντίκειται στις επιταγές και τις απαγορεύσεις της έννομης τάξης, αλλά και κάθε επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου, η οποία, χωρίς να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του ή στις γενικές επιταγές της έννομης τάξης και ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου. Αν δε η πράξη του δράστη είναι υπαίτια έχει επιπλέον και τη δυνατότητα να αξιώσει αποζημίωση (βλ. αντί πολλών ΑΠ Ολ 6/2009 Αρμ 2009,1162, ΝοΒ 2009, 568, ΑρχΝ 2009, 420, ΕφΑθ 2750/2006 ΝοΒ 54, 1008, ΕφΑθ 4786/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), επιπλέον δε έχει δικαίωμα να αξιώσει κατ’ άρθρ. 299 και 932 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Συνεπώς, προϋποθέσεις για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ είναι: α) προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας και β) η προσβολή να είναι παράνομη, ενώ για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως απαιτείται και πταίσμα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή (βλ. ΑΠ 849/1985, ΝοΒ 34, 836), αυτή δε πρέπει να είναι σημαντική (βλ. ΕφΑθ 1688/1998 ΕλλΔνη 39, 667).Ειδικότερα, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης προϋποθέτει υπαιτιότητα του προσβάλλοντος, με αποτέλεσμα οι όροι της ως άνω παροχής να εξομοιούνται προς εκείνους της αποζημιώσεως (βλ. ΑΠ 167/2000 ΕλλΔνη 41, 772).

Ειδικότερα, η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΠ 1897/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 637/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων εκθέτει, όπως το περιεχόμενο του δικογράφου εκτιμάται από το Δικαστήριο, ότι είναι δικηγόρος και δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/2012 ειδικού πληρεξουσίου μετέβη την 12η.02.2014 στο κατάστημα της αρχικώς εναγόμενης «ΤΡΑΠΕΖΑΣ … Α.Ε.» στις Σέρρες προκειμένου να προβεί σε απλή ενημέρωση του βιβλιαρίου του λογαριασμού που τηρούσε η εντολέας του Ν. Γ. στην ως άνω τράπεζα, πλην όμως αν και επέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και το ειδικό πληρεξούσιο, με το οποίο ήταν εφοδιασμένος, δεν του επετράπει η ως άνω ενέργεια. Ότι η εναγόμενη διά των προστηθέντων υπαλλήλων της αγνόησε την ιδιότητά του και την έγγραφη πληρεξουσιότητά του, ισχυριζόμενη ότι προκειμένου να του επιτρέψει την ενημέρωση του θα έπρεπε α) να της παραδώσει το αντίγραφο του πληρεξουσίου, β) να το αποστείλει στη δική της νομική υπηρεσία προκειμένου η τελευταία να γνωμοδοτήσει για τη νομιμότητά του και γ) να της καταβάλει ποσό 60,00 ευρώ για την γνωμάτευση ως κόστος νομικού ελέγχου. Ότι κατόπιν ηλεκτρονικής επιστολής του ενάγοντος στο τμήμα παραπόνων της τράπεζας έλαβε απαντητική επιστολή ότι για λόγους διασφάλισης των δικαιωμάτων του πελάτη και αποφυγή οποιασδήποτε μορφής απάτης εναντίον του, το κατάστημα ως όφειλε τον ενημέρωσε ότι δύναται να προβαίνει σε συναλλαγές με πληρεξούσιο εφόσον το κατάστημα λάβει σχετική γνωμάτευση από την Νομική Υπηρεσία της Τράπεζας, η οποία θα εξετάσει την νομιμότητα του πληρεξουσίου. Ισχυρίζεται δε ότι η ως άνω τράπεζα διά των προστηθέντων υπαλλήλων της αρνήθηκε να αναγνωρίσει το πρόσωπο του παρόλο που επέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο του συναλλασσομένου μ’ αυτή πελάτη, παρόλο που έφερε μαζί του το έγγραφο πληρεξουσιότητας που του είχε χορηγηθεί με τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου, αρνήθηκε να αναγνωρίσει την δικηγορική του ιδιότητα, παρόλο που έφερε μαζί του το Δελτίο Ταυτότητας Δικηγόρου, θεώρησε τον ενάγοντα ύποπτο διάπραξης απάτης εναντίον της, απαίτησε την πληρωμή σ’ αυτήν χρηματικού ποσού για νομικό έλεγχο νομιμότητας του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, χωρίς ο έλεγχος αυτός να περιλαμβάνεται εντός της έννοιας της προμήθειας και χωρίς να πρόκειται για εργασία για την οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 1969/08.08.1991. Ότι δυνάμει των ως άνω ενεργειών των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης, οι οποίες συνιστούν παράβαση των διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί αντιπροσώπευσης, των διατάξεων του Δικηγορικού Κώδικα και επικουρικά των άγραφων κανόνων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και των άγραφων κανόνων επιμέλειας, προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψή του ως ατόμου και ως δικηγόρου και ο ίδιος υπέστη ηθική βλάβη. Ενόψει των ανωτέρω, ζητεί να εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, με την οποία να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει ποσό 19.000 Ευρώ ως αποζημίωση σε αποκατάσταση της προκληθείσας ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, ζητεί να καταδικασθεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη.

Το δικάσαν Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του τα εξής: «[…] αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένος ως μέλος στο Δικηγορικό Συλλόγου Σερρών με Α.Μ. …. Την 12η.02.2014 μετέβη στο κατάστημα της αρχικώς εναγόμενης «ΤΡΑΠΕΖΑΣ … Α.Ε.» στην πόλη των Σερρών, προκειμένου να προβεί δυνάμει ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου σε ενημέρωση του τραπεζικού βιβλιαρίου της εντολέα του Ν. Γ., κατοίκου Γερμανίας, άλλως να λάβει έγγραφη ενημέρωση των κινήσεων του λογαριασμού με αριθμό … που τηρούσε η ως άνω εντολέας του στην εναγόμενη (βλ. σχετ. προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον ενάγοντα βιβλιάρια καταθέσεων της εντολέα του και υπ’ αριθμ. …/27.07.2012 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Σερρών Φ.Κ.). Σημειώνεται δε ότι η μετά την κατάθεση και επίδοση της ένδικης αγωγής η αρχικώς εναγόμενη «ΤΡΑΠΕΖΑ … Α.Ε.» συγχωνεύθηκε δι΄ εξαγοράς με την «ΤΡΑΠΕΖΑ … Α.Ε.», η οποία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφώμενης. Ο ταμίας του ως άνω καταστήματος, αφού διαπίστωσε ότι ο ενάγων δεν ήταν ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού παρέπεμψε τον ενάγοντα στον Α.Ν., υπάλληλο της εναγόμενης «ΤΡΑΠΕΖΑΣ … Α.Ε.», ο οποίος τυγχάνει και μάρτυρας ανταπόδειξης. Ο τελευταίος ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι προκείμενου να του επιτραπεί η ενημέρωση του βιβλιαρίου της εντολέα του, πρέπει η εναγόμενη να αποστείλει αντίγραφο του υπ’ αριθμ. …/27.07.2012 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Σερρών Φ.Κ. στη νομική υπηρεσία της εναγόμενης, προκειμένου να λάβει σχετική γνωμάτευση για την νομιμότητα αυτού εντός τριών εργάσιμων ημερών. Εν συνεχεία, ο ενάγων απευθύνθηκε στο τμήμα παραπόνων της εναγόμενης και έλαβε την με αρ.εξερχ. …/13.01.2014 απαντητική επιστολή της εναγόμενης σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι για λόγους διασφάλισης των δικαιωμάτων του πελάτη της και αποφυγή οποιασδήποτε μορφής απάτης εναντίον του, το κατάστημα ως ώφειλε τον ενημέρωσε ότι δύναται να προβαίνει σε συναλλαγές με πληρεξούσιο εφόσον το κατάστημα λάβει σχετική γνωμάτευση από την Νομική Υπηρεσία της Τράπεζας, η οποία θα εξετάσει την νομιμότητα του πληρεξουσίου. Περαιτέρω, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2577/09.03.2006 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Α’ 59/20.03.2006) θεσπίστηκε «πλαίσιο αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης της οργάνωσης και των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και σχετικές αρμοδιότητες των διοικητικών τους οργάνων», το οποίο εφαρμόζεται σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν έδρα στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους στο εξωτερικό. Εν συνεχεία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 231/4/13.10.2006 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄ 1626/03.11.2006), η οποία συμπλήρωσε την υπ’ αριθμ. 2577/09.03.2006 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος με το συνημμένο στην ως άνω απόφαση παράρτημα με αύξοντα αριθμό 4, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ως άνω Πράξης Διοικητή, εξειδικεύοντας τις βασικές αρχές και τα κριτήρια αξιολόγησης της οργανωτικής δομής του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Σύμφωνα με το πρώτο κεφάλαιο τα εποπτευόμενα ιδρύματα υποχρεούνται να απαιτούν την απόδειξη της ταυτότητας των συναλλασσομένων επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, ενώ ειδικότερα σε περίπτωση που ο συναλλασσόμενος ενεργεί για λογαριασμό τρίτου, οφείλουν να ζητήσουν εκτός από απόδειξη της δικής του ταυτότητας και τα στοιχεία του τρίτου προσώπου, για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, μεταξύ άλλων και με την προσκόμιση από δημόσιο αρχή πληρεξούσιου εγγράφου, άλλως η συναλλαγή δεν πραγματοποιείται. Σημειώνεται δε ότι οι ως άνω διατάξεις δεν διακρίνουν με βάση την ιδιότητα του συναλλασσομένου. Η αρχικώς εναγόμενη εξέδωσε την από 12.08.2013 εγκυκλίου (βλ. σχετικά προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εναγόμενη εγκύκλιο) σε εναρμόνιση και συμμόρφωση με τις ρυθμίσεις του παραρτήματος 4 δυνάμει της οποίας σε περίπτωση που ο πελάτης επιθυμεί την κίνηση του λογαριασμού βάσει πληρεξουσίου θα πρέπει να το υποβάλλει με ορισμένο τύπου συμβολαιογραφικού εγγράφου, το δε πληρεξούσιο θα πρέπει να αποστέλλεται στον Τομέα Νομικών Υπηρεσιών για γνωμάτευση και ισχύει μέχρι ανακλήσεώς του. Προσέτι, με την ως άνω εγκύκλιο διευκρινίστηκε ότι σε περιπτώσεις πληρεξουσίων απαιτείται η πλήρης πιστοποίηση των στοιχείων του εντολοδόχου και του πληρεξουσίου. Συνεπώς, η αρχικώς εναγόμενη διά των προστηθέντων υπαλλήλων της δεν αρνήθηκε να αναγνωρίσει πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο της συναλλασσόμενης με αυτή πελάτης της, αλλά αξίωσε ως επιπρόσθετη προϋπόθεση τον έλεγχο του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου από τη νομική υπηρεσία της, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 231/4/13.10.2006 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄ 1626/03.11.2006), η οποία συμπλήρωσε την υπ’ αριθμ. 2577/09.03.2006 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και την από 12.08.2013 εγκυκλίου της. Επιπροσθέτως, η από 13.02.2014 απαντητική επιστολή της εναγόμενης δεν περιέχει αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής εντιμότητας του ενάγοντος ούτε μομφή παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους του, καθώς στην ως άνω επιστολή η αρχικώς εναγόμενη ενημέρωσε τον ενάγοντα για την υποχρέωση της ίδιας και όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβαίνουν σε «πιστοποίηση και επαλήθευση των στοιχείων των συναλλασσόμενων με την προσκόμιση σχετικών εγγράφων ανάλογα με την περίπτωση» διευκρινίζοντας ότι η ως άνω υποχρέωση αποσκοπεί στην «διασφάλιση των δικαιωμάτων του πελάτη και αποφυγή οποιασδήποτε μορφής απάτης εναντίον του» (βλ. σχετ. με αρ.εξερχ. …/13.01.2014 απαντητική επιστολή της αρχικώς εναγόμενης). Προσέτι, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ζητήθηκε από τον ενάγοντα να καταβάλλει το ποσό των 60,00 ευρώ για την γνωμάτευση ως κόστος νομικού ελέγχου, ήτοι ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 25,00 ευρώ που ίσχυε για την τιμολόγηση της νομιμοποίησης φυσικών προσώπων διά πληρεξουσίου κατά την 12η.02.2014. Συνεπώς, οι ως άνω ενέργειες της εναγόμενης διά των προστηθέντων υπαλλήλων της δεν ήταν παράνομες διότι δεν αντιβαίνουν σε απαγορευτικές διατάξεις του νόμου, ούτε υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο, ώστε να προσβάλλουν την τιμή του ενάγοντος με την αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου ή με την περιφρόνηση αυτού, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη. Προσέτι, δεν αποδείχθηκε, ότι οι εκπρόσωποι της τράπεζας και οι προστηθέντες από αυτήν υπάλληλοι ενήργησαν δόλια και καταχρηστικά και κατά παράβαση των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, αποσκοπώντας με τις αναφερόμενες ενέργειες τους να προσβάλλουν την προσωπικότητα του ενάγοντα κατά τις εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψης του ως δικηγόρου και ως ατόμου, ούτε ότι αυτοί προέβλεψαν ως ενδεχόμενη την πρόκληση από την συμπεριφορά τους ηθικής βλάβης στον ενάγοντα και παρ’ όλα αυτά δεν απείχαν από τις ενέργειες αυτές, αλλά αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω πρόσωπα απέβλεψαν στην προάσπιση των συμφερόντων και των εννόμων οικονομικών αγαθών της αρχικώς εναγόμενης. Επομένως δεν υπήρξε εκ μέρους της εναγομένης ή των προστηθέντων από αυτή προσώπων παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος ώστε να δικαιούται αυτός στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με τα άρθρα 57, 59, 914, 932 ΑΚ. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον δεν δύναται να συναχθεί ασφαλής και βεβαία κρίση ότι η εναγόμενη διά των προστηθέντων υπαλλήλων της ενήργησε εκ δόλου και κατ’ ακολουθίαν ότι προσβλήθηκε παρανόμως και υπαιτίως η προσωπικότητα του ενάγοντος από πλευράς της εναγόμενης, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να καταδικασθεί ο ενάγων στη δικαστική δαπάνη της εναγόμενης (176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του αιτήματος αυτού. […]».

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί