Συμβατική σχέση διαμεσολαβητή και ασφαλιστικής εταιρείας για τα ασφάλιστρα
Ανάμεσα στον ασφαλιστή και το συμβαλλόμενο καταναλωτή σε μια ασφαλιστική σύμβαση παρεμβάλλονται τα βοηθητικά πρόσωπα του ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής δηλαδή έχει την κύρια υποχρέωση να αναλάβει τον κίνδυνο από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ήτοι την επέλευση του κινδύνου για τον οποίο ασφαλίζεται ο λήπτης της ασφάλισης, και να οργανώσει την ασφαλιστική του επιχείρηση.
Για να καταρτιστεί, όμως, η ασφαλιστική σύμβαση με τον καταναλωτή χρησιμοποιεί ορισμένα βοηθητικά πρόσωπα, τους «ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές», που διεκπεραιώνουν βοηθητικές δραστηριότητες του ασφαλιστή μεσολαβώντας μεταξύ αυτού και του καταναλωτή για τη σύναψη της σύμβασης.
Δύο από τις κυριότερες κατηγορίες ασφαλιστικών διαμεσολαβητών κατά το ν. 1569/1985 και την κατηγοριοποίηση του Π.Δ. 190/2006 είναι εκείνη του «ασφαλιστικού πράκτορα» και του «ασφαλιστικού συμβούλου». Ο μεν πρώτος, «ο ασφαλιστικός πράκτορας» είναι ο διαμεσολαβητής που ασκεί έναντι αμοιβής (προμήθεια) δραστηριότητες παρουσίασης, πρότασης, προπαρασκευής, προσυπογραφής ή σύναψης ασφαλιστικών συμβάσεων από τον ίδιο ή μέσω άλλου διαμεσολαβητή, αλλά και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών ή μεσιτικών επιχειρήσεων. Μεταξύ του ασφαλιστικού πράκτορα και του ασφαλιστή (ασφαλιστικής εταιρείας) καταρτίζεται έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης (αρ. 2 ν. 1569/1985), η οποία κατατίθεται στην Τράπεζα της Ελλάδος και αποτελεί συστατικό τύπο της εν λόγω συμβατικής σχέσης.
Ο δε «ασφαλιστικός σύμβουλος» είναι ο διαμεσολαβητής, ο οποίος μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης για τις ανάγκες του πελάτη ή των πελατών του για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεών τους με ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή μεσίτες για τη διεύρυνση των εργασιών τους έναντι αμοιβής. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος συνδέεται με την ασφαλιστική επιχείρηση ή με τον ασφαλιστικό πράκτορα ή με τον μεσίτη με σύμβαση έργου, αλλά δεν έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί την ασφαλιστική εταιρεία ή τον πράκτορα. Δεν έχει δηλαδή δικαίωμα να υπογράφει ασφαλιστήρια, αποκλειομένης μάλιστα αντίθετης συμφωνίας των μερών (άρθρο 16 του ν. 1569/1985).
Η είσπραξη των ασφαλίστρων μπορεί να ανατεθεί με ειδική συμφωνία και στον ασφαλιστικό πράκτορα και στον ασφαλιστικό σύμβουλο (άρθρο 16 παρ. 4α του ν. 1569/1985). Το ερώτημα που ανακύπτει είναι ποια σύμβαση συνδέει τα μέρη για τα ασφάλιστρα αυτά και ποιοι κανόνες διέπουν την υποχρέωση απόδοσής τους στην ασφαλιστική εταιρεία.
Βάσει του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 298/1986, που διέπει το νομικό καθεστώς των ασφαλιστικών πρακτόρων, η νομολογία δέχεται ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας ή σύμβουλος είναι ως προς τα ασφάλιστρα αυτά εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρείας για την είσπραξή τους και θεματοφύλακας για τη φύλαξή τους δυνάμει συμβάσεως παρακαταθήκης με την ασφαλιστική εταιρεία (βλ. ενδεικτκώς ΕφΑθ 559/2009, ΕφΑθ 1053/2009, ΕφΑθ 762/2009, ΕφΑθ 759/2009), με αποτέλεσμα να γίνεται είσπραξη των ασφαλίστρων από τους καταναλωτές και να έχουν την υποχρέωση να τα «φυλάνε» και να τα αποδίδουν στην ασφαλιστική εταιρεία όποτε ορίζει η μεταξύ τους συμφωνία, άλλως εάν δεν έχει ρυθμιστεί, το βραδύτερο στο τέλος κάθε εβδομάδας, αφαιρώντας βεβαίως τη συμφωνηθείσα προμήθεια τους και τα νομίμως αναγνωριζόμενα έξοδα στα οποία υπεβλήθησαν. Συνέπεια της εφαρμογής των διατάξεων για την παρακαταθήκη, των άρθρων 822 επ. ΑΚ, είναι η αξίωση της ασφαλιστικής εταιρείας για την απόδοση των ασφαλίστρων αυτών από τους ασφαλιστικούς πράκτορες ή συμβούλους να παραγράφεται σε 20 χρόνια από τότε που τα ασφάλιστρα έγιναν απαιτητά για την ασφαλιστική εταιρεία.
Όλα τα ανωτέρω έχουν πρακτική και επίκαιρη εφαρμογή κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο που αφικνούνται επιστολές προς τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές από τους εκκαθαριστές των υπό εκκαθάριση ασφαλιστικών εταιρειών που σωρηδόν έκλεισαν κατά τα προηγούμενα έτη. Οι επιστολές αυτές ζητούν συνήθως από τους ασφαλιστικούς πράκτορες ή συμβούλους ποσά που οι τελευταίοι οφείλουν στις υπό εκκαθάριση εταιρείες, λόγω του ότι είχαν λάβει και αποδώσει σε πελάτες συμβόλαια, χωρίς να προλάβουν να αποδώσουν τα αντίστοιχα ασφάλιστρα που έλαβαν από τους πελάτες αυτούς στις ασφαλιστικές που έκλεισαν. Λόγω των ανωτέρω διατάξεων περί σύμβασης παρακαταθήκης, παρόλο που οι επιστολές αυτές έρχονται αρκετά χρόνια μετά (π.χ. 6 έτη στην περίπτωση της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ), η αξίωση του εκκαθαριστή για καταβολή των ποσών αυτών δεν έχει παραγραφεί.
Θεώνη Κάδρα