Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Συνιστά η τρέχουσα οικονομική κρίση έκτακτο και απρόβλεπτο γεγονός δυνάμενο να θεμελιώσει αναπροσαρμογή της συμβατικής παροχής βάσει της 388 ΑΚ; Οι καταφατικές απαντήσεις που έχουν διατυπωθεί σε θεωρία και νομολογία.

Σύσσωμη η θεωρία και, όλο και συχνότερα, η νομολογία δέχονται ότι η σοβούσα οικονομική κρίση είναι τέτοιας εντάσεως, ώστε ευχερώς εμπίπτει στην έννοια της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών και περιστάσεων – στις οποίες τα μέρη θεμελίωσαν την απόφασή τους για σύναψη της σύμβασης – ένεκα απρόβλεπτων και έκτακτων λόγων. Η θέση αυτή επικαλείται τα χαρακτηριστικά της παρούσας οικονομικής κρίσης, ήτοι την οξύτητά της, τη μεγάλη διάρκειά της, τις βαθιές επιπτώσεις της στα συναλλασσόμενα μέρη, ιδίως δε τη ραγδαία επιδείνωση των περιουσιακών στοιχείων των οφειλετών και την επιγενόμενη αφερεγγυότητά τους λόγω απώλειας σταθερών επί πολλά έτη πηγών εισοδήματος.

Πριν τη θεμελίωση, με παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία, της ανωτέρω θέσεως περί θεώρησης της τρέχουσας οικονομικής κρίσης ως γεγονότος έκτακτου και μη δυνάμενου να προβλεφθεί που επιτρέπει – συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων – την εφαρμογή της 388 ΑΚ, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η καλή πίστη (επί της οποίας εδράζεται η 388 ΑΚ) εμφανίσθηκε αρχικά υπό το ένδυμα της «clausulae rebus sic stantibus», μίας σιωπηρής δηλαδή συμφωνίας (ρήτρας) των μερών, συναγόμενης ερμηνευτικά από τις περιστάσεις, κατά την οποία η σύμβαση ισχύει, εφόσον δεν άλλαξαν ριζικά οι συνθήκες που υπήρχαν κατά την κατάρτισή της. Εν συνεχεία, διαπλάσθηκε ως «ετερόνομη» ρύθμιση από τη νομολογία του Reichsgericht κατά την έκρυθμη περίοδο του μεσοπολέμου – πριν και μετά το Krach των ετών 1929-1931 – και οδήγησε σε αναπροσαρμογή ή και λύση της σύμβασης λόγω απρόοπτης ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου. Η ιστορική της καταγωγή μαρτυρά, λοιπόν, ότι η εφαρμογή της ήταν πάντοτε στενά συνυφασμένη με τη δυσχέρεια και επάχθεια της εκάστοτε ισχύουσας οικονομικής συγκυρίας. Είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι, κατά τη δεκαετία του 1920 και του 1930, στη Γερμανία της σαρωτικής φτώχειας και του γενικευμένου φόβου, η σχετική ένσταση του οφειλέτη περί απαλλαγής του από το συμβατικό δεσμό ένεκα οικονομικής δυσπραγίας, ονομαζόταν «ένσταση των ερειπίων» (“exceptio ruinae”)[1].

Όπως έχει υποστηριχθεί από τον Μεντή[2], η σημερινή κρίση δεν είναι κατ’ αποτέλεσμα (μεγάλη ύφεση, ανεργία), διαφορετική από την κρίση του 1931. Ογδόντα και πλέον έτη μετά, η έννομη τάξη μας, αντιμετωπίζοντας μία τέτοια ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών, δεν μπορεί παρά να αντιδράσει, αναπροσαρμόζοντας τις δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί εν καιρώ ευφορίας και οδηγούν τώρα σε οικονομική ασφυξία. Τα όπλα του ΑΚ για την αναπροσαρμογή αυτή είναι οι 288, 388 ΑΚ, η τελευταία μάλιστα διάταξη ειδικά θεσπισμένη υπό το φως (και το σκοτάδι) της περιόδου 1920-1945. «Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η παρούσα οικονομική κρίση ήταν, διεθνώς και στην Ελλάδα, αιφνίδια, ραγδαία, απρόβλεπτη, απροσδόκητη και απροσμάχητη. Σποραδικές, μεμονωμένες προφητείες της καταστροφής, ακόμη και λίγους μήνες πριν ξεσπάσει η κρίση, αντιμετωπίζονταν, στην καλύτερη περίπτωση, ως γραφικές, στην δε χειρότερη καταπνίγονταν σαν τις προβλέψεις του Λαοκόοντα… ευρείες και βαθιές, σύνθετες κρίσεις σαν κι αυτήν που βιώνουμε τώρα, κρίσεις που ανάγονται όχι μόνο στην ελλιπών δομών ελληνική οικονομία, αλλά μάλλον και στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, όπως αυτό διαμορφώθηκε ιδίως τις τελευταίες τρεις-τέσσερις δεκαετίες, πρέπει να θεωρηθούν απρόβλεπτες. Το ίδιο απρόβλεπτες πρέπει να θεωρηθούν και οι συνέπειές τους που φθάνουν μέχρι και τις κατ’ ιδίαν μεγάλες ή μικρές συμβάσεις, τις μεγάλες ή μικρές επιχειρήσεις, τους επαγγελματίες και τα νοικοκυριά. Ιδίως στην χώρα μας, η αιφνίδια παρακμή του Δημοσίου, ως κορυφαίου (και υπερτροφικού) οικονομικού παράγοντα, σε συνδυασμό με την επιβαλλόμενη πλέον (έξωθεν) «εσωτερική υποτίμηση», την διακοπή δηλαδή της ρευστότητας που έχει ως αποτέλεσμα – τουλάχιστον μέχρι σήμερα – την βαθύτατη ύφεση καθώς και τη σοβαρή μείωση των μισθών και της ζήτησης, επιτείνουν το απρόβλεπτο και δυσβάστακτο των νέων συνθηκών. Έτσι, επιβάλλεται όχι μόνον η παρέμβαση του νομοθέτη αλλά και η εφαρμογή από τα Δικαστήριά μας των ΑΚ 288, 388 και μάλιστα στην αντίστροφη κατεύθυνση απ’ ό,τι στα χρόνια της πραγματικής υποτίμησης του τότε εθνικού μας νομίσματος. Τότε αναγκαία ήταν η αύξηση, τώρα αναγκαία είναι η μείωση της χρηματικής παροχής (αντιπαροχής)»[3].

Προς την ίδια κατεύθυνση επισημαίνεται και από τον Ρούσση[4] ότι αν λάβει κανείς ως σταθερό σημείο αναφοράς την έως τώρα γενόμενη εφαρμογή της 388 ΑΚ υπό περιστάσεις ηπιότερων διακυμάνσεων των οικονομικών δεδομένων στην επικράτεια, με κλασικό πεδίο επενέργειας τις μισθωτικές συμβάσεις, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ευχερώς γίνεται δεκτή η αναπροσαρμογή των κύριων συμβατικών όρων σε περιπτώσεις μεταβολής των συνθηκών και δη απρόοπτης απομείωσης των αξιών, οι οποίες επιδρούν αρνητικά στην παροχή του οφειλέτη κατά 20-25%. Σε αντίστοιχο βαθμό εκλαμβάνεται ως ουσιώδης μεταβολή περιστάσεων, η οποία επιτρέπει τη μεταρρύθμιση των συνδεόμενων με αυτές συμβατικών όρων, η νομισματική υποτίμηση, η μεγάλη αύξηση του τιμαρίθμου, η σημαντική αύξηση της φορολογίας, η απότομη αύξηση της τιμής των ακινήτων κ.ο.κ.. Η σοβούσα κρίση, συνεπώς, έχοντας οδηγήσει σε οριζόντια μείωση αξιών και εισοδημάτων ύψους έως και 40-50%, σε περιορισμό των απολαβών μισθωτών και συνταξιούχων, σε κατακόρυφη αύξηση των δαπανών νοικοκυριών και επιχειρήσεων λόγω των νέων φορολογικών βαρών, σε εξαφάνιση κερδών και γεωμετρική επισώρευση ζημιών σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις λόγω πτώσης του κύκλου εργασιών, σε μεγέθυνση των δεικτών ύφεσης κι ανεργίας και σε ουσιαστικό μαρασμό την πλειοψηφία των κλάδων της εθνικής οικονομίας, πλην ίσως των σχετιζόμενων με το εξαγωγικό εμπόριο, συνιστά περίπτωση ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών. Η δε μεταβολή αυτή υπήρξε απολύτως απρόοπτη, ως απόρροια απρόβλεπτων κι έκτακτων λόγων, καθώς ενέσκηψε αιφνιδίως και εμφανίζει ασυνήθη και ακραία χαρακτηριστικά. Ο ίδιος ως άνω συγγραφέας, μετά από παράθεση και της αντιθέτου γνώμης, καταλήγει στο ακόλουθο συμπέρασμα: «η σοβούσα οικονομική κρίση είναι γενικώς αποδεκτό ότι τυγχάνει ιδιαίτερης έντασης και διάρκειας, προκαλεί δε βαρύτατες επιπτώσεις σε όλους τους συναλλακτικούς κύκλους. Με βάση την παραδοχή αυτή θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι: a) οι παρούσες συνθήκες διαφοροποιούνται πλήρως από τις επικρατήσασες περιστάσεις κατά την κατάρτιση των πιστωτικών εκείνων συμβάσεων που μετά από κάποια χρόνια λειτουργίας εμφανίζουν ισχυρή παθολογία, β) οι συνθήκες αυτές, στον βαθμό που για την συντριπτική πλειοψηφία των συναλλασσομένων, ακόμη και για τα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα, έχουν οδηγήσει όχι απλά σε ταμειακές δυσχέρειες, αλλά σε σχεδόν μη αναστρέψιμο οικονομικό μαρασμό, μπορούν να θεωρηθούν με βεβαιότητα ως έκτακτες περιστάσεις. Ευχερώς καταφάσκεται και το απρόβλεπτο των συνθηκών αυτών τούτη η παραδοχή δεν πρέπει να αντιπαρατίθεται με την θεωρία των κύκλων της οικονομίας – κατά την οποία κρίσεις οικονομικές επαναλαμβάνονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα, για τον λόγο αυτόν πρέπει να θεωρούνται και προβλέψιμες – αλλά συνέχεται με την οξύτητα των χαρακτηριστικών και των επιπτώσεών της μόνο με τη διαμορφωθείσα κατά την πρώιμη μετεμφυλιακή περίοδο κατάσταση της απόλυτης οικονομικής απαξίωσης του συνόλου σχεδόν των κλάδων της εθνικής οικονομίας μπορούν να συγκριθούν οι συνέπειες της παρούσας κρίσης, οι οποίες επιδεινώνονται προϊόντος του χρόνου, συντείνοντας στην διόγκωση της ανεργίας σε μεγέθη δυσθεώρητα, στο κλείσιμο χιλιάδων μικρομεσαίων, αλλά και μεγάλων επιχειρήσεων, στην απαξίωση όλων των περιουσιακών εμπραγμάτων (λ.χ. ακίνητα) και μη στοιχείων (λ.χ. απαιτήσεις από έμμισθη εργασία, από συμβάσεις μισθώσεως ακινήτων) και εν γένει στην απώλεια ή απομείωση (λόγω φορολογικών και άλλων έκτακτων βαρών) δεκάδων πηγών εισοδήματος για το σύνολο των συναλλασσομένων».

Της αυτής προσεγγίσεως και ο Δωρής, ο οποίος παρατηρεί ότι «με δεδομένο ότι το κατ’ εξοχήν μέσο για την κίνηση των συναλλαγών είναι οι αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, τα δικαστήριά μας κατέφυγαν επανειλημμένα στην εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ για να άρουν αδικίες στο πλαίσιο εκκρεμών συμβατικών σχέσεων σε περιόδους οικονομικής κρίσης, που όμως ούτε την έκταση ούτε την ένταση της τωρινής κρίσης είχαν»[5].

Ακόμη, ο Δέλλιος επί της υπό κρίσιν προβληματικής εισφέρει ότι η χώρα μας αντιμετωπίζει μία πρωτόγνωρη σε βάθος και διάρκεια οικονομική κρίση, τέτοια ώστε οι ίδιοι οι διεθνείς δανειστές της ελληνικής οικονομίας να τη χαρακτηρίζουν ως «μοναδική» για χώρα ενταγμένη σε σταθερό νομισματικό σύστημα. Τα καταφανώς εξαιρετικά αυτά δεδομένα αναστατώνουν τις συναλλαγές και δεν μπορεί να αφήνουν αδιάφορη τη δικαιοσύνη, προβάλλοντας επιτακτικά την ανάγκη για μία επίσης εξαιρετική αντιμετώπισή τους. Στο πλαίσιο αυτό, αναπόφευκτη καθίσταται η εξέταση των προοπτικών δικαστικής αποτίμησης των εν λόγω οικονομικών εξελίξεων ως μιας «απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών», μεταβολής που θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογεί ορισμένες διορθωτικές παρεμβάσεις του έλληνα δικαστή σε τρέχουσες συμβάσεις με βάση την αρχή της συναλλακτικής καλής πίστης των άρθρων 388 και 288 ΑΚ[6].

Ο Κουράκης, προσεγγίζοντας το ζήτημα της προβλεψιμότητας ή μη της κρίσης, αναφέρει ότι «Αναμφίβολα από τη μία δεν ήταν λίγοι αυτοί που από καιρό προέβλεπαν πως η εποχή της δανειοδίαιτης ευημερίας κάποτε θα τελείωνε. Από αυτήν την άποψη θα μπορούσε να πει κανείς ότι η μεταβολή των συνθηκών και η σημερινή κατάσταση της οικονομίας ήταν σε κάποιο βαθμό προβλέψιμη για κάποιον λογικό άνθρωπο. Από την άλλη, όμως, φαίνεται ότι για σειρά λόγων (περιλαμβανομένης και της συγκάλυψης της πραγματικής κατάστασης της οικονομίας από τις διάφορες κυβερνήσεις) η ακριβής γνώση της μελλοντικής κατάστασης της οικονομίας ήταν αντικειμενικώς αδύνατη. Ακόμα, δηλαδή, και αυτοί που διέβλεπαν τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, σε καμία περίπτωση δεν είχαν εικόνα του πόσο κακή ήταν στην πραγματικότητα η κατάσταση, διότι ακόμα και τα επίσημα στοιχεία (πάνω στα οποία μπορούσαν να βασίσουν τις αναλύσεις τους) ήταν ανακριβή. Άλλωστε, ακόμα και οι διεθνείς αγορές με τις στρατιές των εξειδικευμένων οικονομικών αναλυτών τους μέχρι πρόσφατα δεν θεωρούσαν την ελληνική οικονομία σημαντικά επισφαλέστερη σε σχέση π.χ. με τη γερμανική αλλά ούτε και πιθανολογούσαν τη σημερινή δραματική κατάσταση. Επομένως, ακόμα και υπό την πιο αυστηρή εκδοχή δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αποκλείσει την εφαρμογή του 388 ΑΚ λόγω, δήθεν, προβλεψιμότητας της σημερινής κατάστασης. Είναι, βεβαίως, αυτονόητο ότι σε συμβάσεις που έχουν συναφθεί σε χρόνο που η σημερινή κατάσταση είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται (ιδίως μετά τον Ιανουάριο του 2010) τα ανωτέρω σχετικοποιούνται αρκετά»[7].  

Επίσης, ο Λιάππης[8], πραγματευόμενος κατά το έτος 2011 το ζήτημα της οικονομικής κρίσης και του δικαίου των συμβάσεων, είχε επισημάνει ότι η υπαγωγή της χώρας μας στο μηχανισμό οικονομικής διάσωσης και ελέγχου της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ. αναμένεται να οδηγήσει στη μεταφορά πόρων από την οικονομική δραστηριότητα προς τα κρατικά ταμεία και τελικά τους πιστωτές της χώρας. Αυτή η μακροοικονομική εξέλιξη θα επιδεινώσει σημαντικά τις συνθήκες οικονομικής δραστηριότητας. Τούτο γίνεται ακόμη σαφέστερο, αν αναλογισθεί κανείς ότι διακηρυγμένος στόχος των επιτηρητών της ελληνικής οικονομικής πολιτικής είναι ο αποπληθωρισμός τιμών και αξιών. Στο πλαίσιο αυτό, η οικονομική κρίση μπορεί να επηρεάζει αιτιωδώς ειδικότερα οικονομικά δεδομένα (π.χ. εξέλιξη των τιμών κάποιων αγαθών, ρευστότητα στην πιστωτική αγορά), στα οποία στηρίχθηκε η σύναψη της σύμβασης με το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Αυτές οι ειδικότερες οικονομικές μεταβολές μπορούν να αποτελέσουν αλλαγή των κρίσιμων για τη σύναψη της σύμβασης συνθηκών και να δικαιολογούν τη δικαστική επέμβαση στο συμβατικό δεσμό.

Τέλος, ο Καραμπατζός έχει εύστοχα επισημάνει ότι «κοινή είναι πλέον η διαπίστωση ότι από τότε που η χώρα μας πέρασε στην εποχή του Μνημονίου, ήτοι περί τα τέλη Απριλίου του 2010, έχει επέλθει μία σοβαρή «εσωτερική υποτίμηση», η οποία υπερβαίνει πλέον το 25% και ανάγεται προεχόντως στις αλλεπάλληλες δραστικές περικοπές που έγιναν τα τελευταία δύο και πλέον έτη σε μισθούς και συντάξεις, τις συνεχείς αυξήσεις των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών, την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας – αποκλειστικά σχεδόν στον ιδιωτικό τομέα –, αλά και στην ουσιαστική διακοπή παροχής ρευστότητας από πλευράς τραπεζικού συστήματος. Η υποτίμηση αυτή έχει αντίκτυπο ιδίως στις συμβάσεις που συνήφθησαν προ της εποχής του Μνημονίου η δραματική δηλαδή μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών οδηγεί στην ανάγκη αναθεωρήσεως συμβατικών παροχών που συμφωνήθηκαν υπό διαφορετικά οικονομικά δεδομένα, ιδίως καθό μέτρο πλέον η οικονομική κρίση ολοένα και βαθαίνει, πλήττοντας όλο και περισσότερα κοινωνικά στρώματα και επαγγελματικές ή επιχειρηματικές ομάδες. Στο πλαίσιο κυρίως μισθωτικών συμβάσεων τα δικαστήρια ουσίας έχουν ήδη εκδώσει σειρά αποφάσεων που, εν όψει των νέων οικονομικών συνθηκών της τελευταίας ιδίως διετίας, επιβάλλουν τη μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος από 9,5% μέχρι και 45%, δυνάμει κυρίως της ΑΚ 288 και κατ’ εξαίρεσιν της ΑΚ 388». Σε έτερο, δε, σημείο, έχει επισημάνει ότι «εν όψει της… παραδοχής ότι στο πλαίσιο του όρου του απροβλέπτου δεν πρέπει να αποδίδουμε σημασία μόνον στο προβλέψιμο ή μη ενός γεγονότος (λ.χ. μιας οικονομικής κρίσεως ή παρατεταμένης οικονομικής αστάθειας), αλλά και στο προβλέψιμο ή μη των συνεπειών αυτού και των εκτάσεών τους, καθίσταται αναμφίβολα ευχερέστερη η καταφυγή στο ειδικό πραγματικό της ΑΚ 388 ή, τουλάχιστον, δεν αποκλείεται εκ προοιμίου το ενδεχόμενο εφαρμογής του. Σε κάθε δε περίπτωση, πάντως, για το απρόβλεπτο της σημερινής οικονομικής κρίσεως και ιδίως των επιπτώσεων αυτής επί της πραγματικής οικονομίας, τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα προ του Απριλίου 2010, δεν μπορεί κατ’ αρχήν σοβαρά να αμφιβάλλει κανείς» [9]. Μάλιστα, σχολιάζοντας την υπ’ αριθμ. 34/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία απέρριψε την αιτούμενη αναπροσαρμογή μισθώματος εμπορικής μίσθωσης βάσει της 388 ΑΚ, με το σκεπτικό ότι η εκδηλωθείσα κρίση δε συνιστά μεταβολή έκτακτη και απρόβλεπτη κατά την έννοια της 388 ΑΚ «ενόψει ιδίως του χρόνου σύναψης της σύμβασης (Οκτώβριος 2009)», προκρίνοντας αντ’ αυτής την αναπροσαρμογή βάσει της 288 ΑΚ, ο Καραμπατζός σημείωσε ότι «τον Οκτώβριο του 2009 δεν ήταν δυνατόν, κατά τη γνώμη μου, ένας μέσος κοινωνός να προβλέψει την έκταση και τις συνέπειες της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσεως, όπως αυτές ιδίως εκδηλώθηκαν ένα έτος αργότερα. Κατά συνέπεια, η κρίση του Πρωτοδικείου θα πρέπει να θεωρηθεί ορθή κατ’ αποτέλεσμα, με την κρίσιμη όμως διαφορά ότι θα έπρεπε να θεμελιωθεί στην ΑΚ 388 (και όχι στην ΑΚ 288)»[10]. Επί έτερων δε δικαστικών αποφάσεων που απέκρουσαν τη θεώρηση της οικονομικής κρίσης ως γεγονότος έκτακτου και απρόβλεπτου επεσήμανε ότι «Η τελευταία δικαστική εκτίμηση δηλοί μάλλον αδυναμία κατανοήσεως του βάθους και της εκτάσεως της σημερινής οικονομικής – και όχι μόνον – κρίσεως που διέρχεται η χώρα, καθώς είναι πανθομολογούμενο πλέον ότι η σημερινή κρίση δεν εντάσσεται σε κάποιες από τις συνήθεις «διακυμάνσεις σταθερότητας» που έχει γνωρίσει η χώρα μας κατά το παρελθόν»[11].

Πέραν της προεκτεθείσας εναργέστατης θέσεως απάντων των θεωρητικών που έχουν καταπιαστεί με το ζήτημα της αναπροσαρμογής των συμβατικών παροχών ένεκα της οικονομικής κρίσης, υπέρ της δυνατότητας υπαγωγής της τρέχουσας οικονομικής συγκυρίας στην έννοια της μεταβολής των συνθηκών από έκτακτους και απρόβλεπτους λόγους του άρθρου 388 ΑΚ, και τα ελληνικά δικαστήρια, προϊόντος του χρόνου και αντιλαμβανόμενα την οξύτητα και το σαρωτικό αντίκτυπο της παρούσας οικονομικής κρίσης, το καινοφανές και ανεπίδεκτο προβλέψεως αυτής της μεταβολής του οικονομικού περιβάλλοντος και τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία έχουν αιτιωδώς, λόγω της δημοσιονομικής κρίσης, περιέλθει οφειλέτες-συμβαλλόμενα μέρη σε αμφοτεροβαρείς συμβάσεις που καταρτίστηκαν προ της εποχής των μνημονίων, καταφάσκουν όλο και πυκνότερα τη θεώρηση της οικονομικής κρίσης ως έκτακτου και απρόβλεπτου γεγονότος που ανατρέπει το δικαιοπρακτικό θεμέλιο συμβάσεων συναφθεισών προ κρίσης και δικαιολογεί τη δικαστική διάπλαση της ενοχής βάσει της 388 ΑΚ[12].

Έτσι, όλως ενδεικτικά, το Ακυρωτικό μας Δικαστήριο, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 998/2014 αποφάσεως, διακήρυξε ότι «Τέτοια περιστατικά [ενν. περιστατικά των οποίων η μεταβολή δικαιολογεί την εφαρμογή της 388 ΑΚ] είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, συνεπεία των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απροόπτως, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί. Έτσι γενικής φύσεως περιστατικά και δη τυχαία, αλλά συνήθως συμβαίνοντα, όπως είναι η αυξομοίωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση της αξίας του ακινήτου λόγω αύξησης της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων, η αύξηση του κόστους ζωής κλπ ούτε έκτακτα ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηριστούν (πρβλ. ΑΠ 1171/2004, ΕλλΔ 2005,157). Αντίθετα η γενική οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε από τις αρχές του 2010 και η επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας (δημοσιονομικών και φορολογικών) με τις προαναφερθείσες αλυσιδωτές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής κοινωνίας αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ, εφόσον δεν ήταν δυνατόν να διαγνωστούν υπό ομαλές συνθήκες». Ομοίως, με τη λίαν πρόσφατη υπ’ αριθμ. 207/2017 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος, επικυρώνοντας εφετειακή απόφαση που αναπροσάρμοσε μίσθωμα σύμβασης εμπορικής μισθώσεως ακινήτου κατ’ εφαρμογή της 388 ΑΚ , επεσήμανε ότι «απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσεως και τόσο μεγάλη ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού δεν αρκεί μόνη η εν λόγω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβαλλόμενων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης που πρόκειται να εκτελεστεί στο μέλλον».

Ακόμη, πρόσφατα η υπ’ αριθμ. 130/2016 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης προέβη στις ακόλουθες εύστοχες επισημάνσεις επί του έκτακτου και απρόβλεπτου χαρακτήρα της τρέχουσας οικονομικής κρίσης: «η γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και γενικώς δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων με μειώσεις μισθών στους ιδιωτικούς και δημοσίους υπαλλήλους, με αλυσιδωτές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής οικονομίας, η οποία είναι ποιοτικά και ποσοτικά διαφορετική από τα συνήθη οικονομικά μέρα που επιβάλλουν οι σημερινές κρατούσες συνθήκες ρευστότητας της διεθνούς οικονομίας, κρίθηκε ότι αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα κατά την έννοια του άρθρου  388 ΑΚ, εφόσον δεν ήταν δυνατό να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες (ΑΠ 998/2014 ΤΝΠ Νόμος)… είναι γεγονός πασίγνωστο και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 336 παρ. 1), ότι κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και δη από τις αρχές του έτους 2010, άρχισαν να εμφανίζονται στη Χώρα μας γεγονότα έκτακτα, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, ούτε ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες. Ειδικότερα, επήλθε απρόβλεπτη αρνητική μεταβολή των οικονομικών συνθηκών της Χώρας και επικράτησε η γνωστή οικονομική κρίση, ποσοτικά και ποιοτικά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό πιο επώδυνη από τις οικονομικές διακυμάνσεις που προκαλεί η συνήθης αστάθεια στην παγκόσμια οικονομία, για την αντιμετώπιση της οποίας η Χώρα προσέφυγε σε συνεχή διεθνή δανεισμό και τη λήψη αυστηρών δημοσιονομικών μέτρων σε βάρος των Ελλήνων πολιτών, με φορολογικές επιβαρύνσεις και δραματικές μειώσεις μισθών και συντάξεων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, με επακόλουθο να πληγεί η ελληνική οικονομία σε όλες τις εκφάνσεις της. Τα ως άνω γεγονότα ήταν εντελώς έκτακτα, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, ούτε ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι έκτοτε (2010), σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων διέκοψε τη λειτουργία του, με συνεπεία την απώλεια υψηλού αριθμού θέσεων εργασίας, επήλθαν αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις (αύξηση του ΦΠΑ από 19% σε 23% στα είδη ευρείας κατανάλωσης και τις υπηρεσίες, μείωση του αφορολόγητου ορίου, αυξήσεις στα τιμολόγια των ΔΕΚΟ και τα είδη πρώτης ανάγκης, όπως τρόφιμα, πετρέλαιο θέρμανσης, κίνησης κ.λπ.), εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, με συνέπεια τη μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών, εγγίζουσα, κατά περίπτωση, ακόμη και το 30%, την περικοπή (ή και κατάργηση ορισμένων) επιδομάτων εορτών και των βαθμολογικών ωριμάνσεων, εκτόξευση της καταγεγραμμένης ανεργίας, με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ), το Α’ τρίμηνο του 2011 σε ποσοστό 15,9% (792.601 άνεργοι) έναντι 14,2% του προηγούμενου τριμήνου και 11,7% του αντίστοιχου τριμήνου του 2010, το δε Γ τρίμηνο του 2011 σε ποσοστό 20,7% (1.025.877 άνεργοι), έναντι 17,7% του προηγούμενου τριμήνου και 14,2% του αντίστοιχου τριμήνου του 2010, σημαντική υποχώρηση το έτος 2011 του Δείκτη Οικονομικού Κλίματος στην Ελλάδα, ο οποίος διαμορφώθηκε στις 77,62 μονάδες (έναντι 79,31 μονάδων το έτος 2010 και 108,38 μονάδων το έτος 2007), διαμόρφωση του δείκτη Επιχειρηματικών Προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο το έτος 2011 στις 58,9 μονάδες (έναντι 59,2 μονάδων το έτος 2010 και 120,8 μονάδων το έτος 2007, συνεχής και παρατεταμένη ύφεση, που υπερέβη το 6,8% για το έτος 2011, αβεβαιότητα μείωσης του δημόσιου ελλείμματος (17 δισ. ευρώ το 2011), καθώς και το μεν εκρηκτική αύξηση του δημόσιου χρέους που διαμορφώνεται ήδη στο 165 % του Α.Ε.Π., το δε υπερβαίνουσα κάθε αναμενόμενο όριο μείωση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, ήτοι επήλθαν οικονομικές καταστάσεις, που κατά εξαιρετικά αιφνίδιο και βίαιο κοινωνικά και οικονομικά τρόπο δυναμίτισαν την αναπτυξιακή προοπτική και την εν γένει δυνατότητα αναβάθμισης της εγχώριας παραγωγής, η οποία συρρικνώθηκε κατά τρόπο, που όχι απλώς υπερέβη δυσοίωνες προβλέψεις οικονομικών αναλυτών, αλλά και εν τέλει ανέτρεψε τις προβλέψεις, που εγένοντο κατά τη χάραξη της οικονομικής πρακτικής στην αντιμετώπιση της κρίσης, όπως αποδεικνύεται από την πλειάδα νεότερων οικονομικών μέτρων, που επακολούθησαν των αρχικώς ληφθέντων για την επίτευξη, όμως, των αυτών στόχων. Η προπεριγραφείσα οικονομική κρίση που ενέσκηψε απρόοπτα και απρόβλεπτα στην Ελλάδα και η οικονομική εν γένει αποσταθεροποίηση, που είχε χρονικό βάθος και πρωτόγνωρη ένταση, όπως αποτυπώνεται στις προεκτεθείσες και εν τω μεταξύ διαμορφωθείσες οικονομικές συνθήκες, αποτέλεσαν μεγέθη, τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ήταν έκτακτα και δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες και κατά τη συνήθη πορεία των συναλλαγών, ούτε είναι δυνατό να θεωρηθούν ως συνήθως συμβαίνοντα κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, ούτε ακόμα και ως τυχαία απλώς γεγονότα…».

Εξόχως σημαντική για το εξεταζόμενο ζήτημα είναι και η κατάστρωση της μείζονος πρότασης της υπ’ αριθμ. 497/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού προέβη, με στέρεη επιχειρηματολογία, σε διεξοδική θεμελίωση του «πρωτοφανούς» χαρακτήρα της δημοσιονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα μας, δέχθηκε, κατ’ εφαρμογή της 388 ΑΚ, μείωση μισθώματος κατά 15% έναντι του συμφωνηθέντος κατά τη σύναψη της μίσθωσης: «Εξάλλου, λόγω του υπερβολικού ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και του δημοσίου χρέους στις 15 Μαρτίου 2010, ψηφίστηκε ο ν. 3833/2010 «Προστασία της Εθνικής Οικονομίας – Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης», με τον οποίο λήφθηκαν μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης ύψους 4,8 δισεκατομμυρίων ευρώ ή 2% του Α.Ε.Π., τα οποία κατέστησαν αναγκαία λόγω της δεινής θέσης των δημοσίων οικονομικών της χώρας και, ιδίως, του υψηλού ελλείμματος και του υπέρογκου δημοσίου χρέους της και της εξ αυτών προκληθείσας χρηματοπιστωτικής κρίσης, η οποία δυσχέρανε τη δυνατότητα προσφυγής της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές χρήματος. Παρά ταύτα, τα μέτρα που λήφθηκαν από τις ελληνικές αρχές και η δημιουργία του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας δεν ανέστρεψαν το δυσμενές κλίμα που είχε διαμορφωθεί στις διεθνείς αγορές χρήματος σε βάρος της Ελλάδας. Τον Απρίλιο υποβαθμίστηκε περαιτέρω από διεθνείς επενδυτικούς οίκους η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας. Στα τέλη Απριλίου, το κόστος δανεισμού της χώρας είχε εκτοξευθεί σε απαγορευτικά επίπεδα και, συγκεκριμένα, το επιτόκιο για μεν τα διετή ομόλογα είχε διαμορφωθεί στο 18%, για τα πενταετή στο 14,6% και για τα δεκαετή στο 12,5%. Αντίστοιχη ήταν και η πορεία των ασφαλίστρων πιστωτικού κινδύνου (CDS). Κατόπιν τούτων, η κυβέρνηση υπέβαλε, στις 23 Απριλίου 2010, αίτηση για την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης. Στις 3 Μαΐου 2010 υπεγράφη μεταξύ της Επιτροπής, που ενεργούσε για λογαριασμό των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, και της Ελληνικής Δημοκρατίας, «Μνημόνιο Συνεννόησης», στο οποίο περιελήφθησαν τα μέτρα του τριετούς προγράμματος που είχε καταρτιστεί από τις ελληνικές αρχές μετά από συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» απαρτίζεται από τρία επιμέρους μνημόνια: α) το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής», με το οποίο καθορίζονται οι στρατηγικού χαρακτήρα στόχοι του προγράμματος και τα επιμέρους δημοσιονομικά, χρηματοπιστωτικά και διαρθρωτικά μέτρα, που πρέπει να ληφθούν για τη βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας και την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, β) το «Μνημόνιο στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής», στο οποίο γίνεται εξειδίκευση και λεπτομερής περιγραφή των ανωτέρω μέτρων και του χρονοδιαγράμματος θεσπίσεως και υλοποιήσεως τους μέχρι και το τέλος του 2011 και γ) το «Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης», με το οποίο αποσαφηνίζεται η έννοια των χρησιμοποιούμενων όρων, καθορίζονται τα ποσοτικά κριτήρια απόδοσης και τα λοιπά κριτήρια αναφοράς, οι μέθοδοι αξιολόγησης του προγράμματος, καθώς και άλλες τεχνικού χαρακτήρα λεπτομέρειες για την παρακολούθηση της πορείας των επιχειρούμενων διαρθρωτικών αλλαγών. Εξάλλου, με το «Μνημόνιο στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» επιχειρείται ο λεπτομερής καθορισμός των κριτηρίων αξιολόγησης της προόδου υλοποιήσεως του προγράμματος μέχρι το τέλος του 2011. Στο μνημόνιο αυτό ορίζεται, ειδικότερα, ότι οι ανά τρίμηνο εκταμιεύσεις της διμερούς οικονομικής βοήθειας από τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης θα γίνεται βάσει των υποβληθέντων τριμηνιαίων απολογισμών και μόνον εφόσον διαπιστώνεται αφενός μεν ότι έχουν πληρωθεί τα ποσοτικά κριτήρια επιδόσεων, αφετέρου δε ότι έχει επιτευχθεί ικανοποιητική πρόοδος ως προς την τήρηση των κριτηρίων πολιτικής του μνημονίου. Επιπλέον, στις 6 Μαΐου 2010, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα Κράτη – Μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», όπως ακολούθως τροποποιήθηκε με το ν. 3847/2010, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του οποίου μειώθηκαν περαιτέρω αποδοχές και επιδόματα των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (που είχαν ήδη μειωθεί με τον προαναφερθέντα ν. 3833/2010) κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης ή συμφωνίας. Τέλος, στις 17-12-2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3899/2010 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας», με τον οποίο θεσμοθετήθηκαν, εκ νέου, μέτρα για την εφαρμογή του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας, όπως το Πρόγραμμα αναθεωρήθηκε στις 22-1-2011 και σύμφωνα με όσα όριζε το Μνημόνιο Συνεννόησης. Με τον παραπάνω νόμο 3899/2010, θεσπίστηκε, από 1-1-2011, όριο στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των απασχολουμένων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων και των απασχολουμένων με σύμβαση έμμισθης εντολής. Επίσης, προβλέφθηκε και οριζόντια μείωση 10% των αποδοχών της παραπάνω κατηγορίας εργαζομένων (τακτικές αποδοχές, αποζημιώσεις, επιδόματα οποιασδήποτε φύσης και είδους), εφόσον οι πάσης φύσεως αποδοχές τους υπερβαίνουν το ποσό των 1.800 ευρώ το μήνα, υπολογιζόμενο σε δωδεκάμηνη βάση, κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. Περαιτέρω, καθορίστηκε η εισοδηματική πολιτική της Κυβέρνησης μέχρι τέλους του 2011 και ειδικότερα, ορίστηκε ότι, για το έτος 2011, απαγορεύεται οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και εργαζομένων κατά την ίδια χρονική περίοδο και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο Δημόσιο εν γένει, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους ΟΤΑ, καθώς και τα Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν σε ΟΤΑ ή ΟΚΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους, καθώς και στις δημόσιες επιχειρήσεις, Ν.Π.Ι.Δ. και οργανισμούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005, ενώ θεσπίστηκαν περιορισμοί και ως προς τις προσλήψεις προσωπικού των παραπάνω υπηρεσιών, ενώ, αυξήθηκε ο μειούμενος συντελεστής Φ.Π.Α., από 11% σε 13%. Από τα παραπάνω εκτεθέντα προκύπτει ότι η χώρα, ήδη από το Μάρτιο 2009, περιήλθε σε «πρωτοφανή οικονομική και δημοσιονομική κρίση» (όρος που χρησιμοποιείται και στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου ν. 3899/2010), η οποία άρχισε να γίνεται αισθητή στους πολίτες από τις αρχές του 2010, μετά τη συνεχή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από τους «διεθνείς επενδυτικούς οίκους» και συνεχίστηκε και μετά την υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης στις 3-5-2010 (του οποίου τα κυριότερα μέρη είναι το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής). Η εν λόγω οικονομική κρίση οδήγησε στην ψήφιση των παραπάνω αναφερόμενων νόμων, δυνάμει των οποίων επιβλήθηκε σειρά μέτρων «δημοσιονομικής προσαρμογής», που ενέχουν ανατροπή νομοθετημένων δικαιωμάτων (περικοπές των πάσης φύσης μισθών των λειτουργών και υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, περιστολή των ενισχύσεων των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, περικοπές συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κ.λπ.) και οδηγούν σε κοινωνική ανασφάλεια λόγω της ρήξης της συνταγματικά προστατευόμενης «δικαιολογημένης εμπιστοσύνης» του πολίτη προς το κράτος δικαίου».

Καθ’ όμοιο τρόπο, η υπ’ αριθμ. 414/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων έκρινε ότι «η γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και γενικώς δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων, με αλυσιδωτές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής οικονομίας κρίθηκε ότι αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, εφόσον δεν ήταν δυνατό να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες (ΜΠρΑγρ 68/2012 ΕφΑΔ 2012. 346, ΜΠρΚατερ 1/2012 Αρμ 2012. 544, ΜΠρΒολ 49/2011 σε ΝοΒ 2012. 299, ΜΠρΚαλ 34/2011 ΝοΒ 2011. 2314, βλ. και contra ΜΠρΑθ 432/2012 σε ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠατρ 69/2012 Αρμ 2012. 757, όπου κρίθηκε – χωρίς περαιτέρω επιχειρηματολογία – ότι η οφειλόμενη στη διεθνή οικονομική κρίση μείωση της καταναλωτικής κίνησης των επιχειρήσεων δεν συνιστά έκτακτο και απρόβλεπτο γεγονός)…».

Τέλος, χαρακτηριστική είναι και η υπ’ αριθμ. 49/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, μία εκ των πρώτων αποφάσεων που έκανε δεκτό αίτημα αναπροσαρμογής συμβατικής παροχής βάσει της 388 ΑΚ, ένεκα της μαστίζουσας τη χώρα οικονομικής κρίσης: «…από τις αρχές του έτους 2010, άρχισαν να εμφανίζονται γεγονότα έκτακτα, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, ούτε ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες. Ειδικότερα, από την αρχή του έτους 2010, έχει επέλθει σημαντική μείωση των αποδοχών των μισθωτών εγγίζουσα κατά περίπτωση ακόμη και το 30%, ενώ περαιτέρω προκειμένου να ανταποκριθεί η χώρα στις τρέχουσες δημοσιονομικές ανάγκες έχει καταφύγει σε στήριξη από το μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μείωση των αποδοχών, το κλείσιμο των επιχειρήσεων με την συνεπεία αυτού απώλεια υψηλού αριθμού θέσεων εργασίας αποτέλεσε μέγεθος το οποίο δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων, ενόψει της οικονομικής αστάθειας και των συναφών οικονομικών συναλλαγών, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί γεγονός που συνήθως συμβαίνει κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων… Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι οι σημερινές συνθήκες ρευστότητας της εσωτερικής και διεθνούς οικονομίας είναι τόσο ουσιώδεις, έτσι ώστε να υπάρχει πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοια κατάσταση, ώστε η μεν ενάγουσα εκτελώντας τη σύμβαση να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απροόπτως, το δε εναγόμενο να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία της ενάγουσας, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί… Εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται ότι η οικονομική κρίση που έπληξε τη Χώρα μας την τελευταία διετία, επιδεινούμενη συνεχώς, σαφώς και δεν μπορούσε εξ αρχής και δη κατά το χρόνο συνάψεως των συμβάσεων μίσθωσης [ενν. το έτος 2009] να προβλεφθεί, έτσι ώστε η παροχή της ενάγουσας να παρίσταται στην προκείμενη περίπτωση υπέρμετρα επαχθής».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Γ. Β. Μεντή, Άμυνα & ελευθέρωση του υπερχρεωμένου οφειλέτη, Η  πορεία προς μία νέα σεισάχθεια στα όρια μεταξύ αστικού δικαίου και νέου πτωχευτικού δικαίου, Δίκαιο & Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2012, σελ. 111 επ., με περαιτέρω παραπομπές.

[2] Βλ. Γ. Β. Μεντή, όπ.π. (υποσημ. 1), σελ. 113 επ..

[3] Βλ. Γ. Β. Μεντή, όπ.π. (υποσημ. 1), σελ. 117-119.

[4] Βλ. Δ. Κ. Ρούσση, Απρόοπτη μεταβολή συνθηκών και διάπλαση ουσιωδών όρων πιστωτικών συμβάσεων, ΧρΙΔ ΙΓ΄, 2013, σελ. 496-497.

[5] Βλ. Φ. Δωρή, Η δικαστική διάπλαση του περιεχομένου εκκρεμών συμβάσεων σε περιόδους οικονομικής κρίσης, ΧρΙΔ ΙΒ΄, 2012, σελ. 244, με ενδεικτική παράθεση της ΑΠ 1733/1986, ΝοΒ 1987, σελ. 1057, όπου το κρίσιμο για την απόφαση πραγματικό που οδήγησε τον ΑΠ στην εφαρμογή του 388 ΑΚ με αναγωγή της παροχής στο προσήκον μέτρο, συνεχόταν με την αύξηση των τιμών συνεπεία της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης του 1973. Βλ. επίσης τον  ίδιο, Η εξέλιξη των εμπορικών συμβάσεων στην επιχειρηματική κρίση, σελ. 19-38 σε Το εμπορικό δίκαιο και η οικονομική κρίση: 19ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικού Δικαίου, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010.

[6] Βλ. Γ. Ι. Δέλλιο, Εκκρεμείς τραπεζικές πιστωτικές συμβάσεις σε περιόδους οικονομικής κρίσης, ΧρΙΔ ΙΒ΄, 2012, σελ. 246.

[7] Βλ. Ε. Ν. Κουράκη, Αναπροσαρμογή υποχρεώσεων λόγω κρίσης, Συνήγορος 79/2010, σελ. 44 επ. (44-45).

[8] Βλ. Δ. Λιάππη, Η οικονομική κρίση και το δίκαιο των συμβάσεων, ΔΕΕ 1/2011, σελ. 11 και 20.

[9] Βλ. Α. Γ. Καραμπατζό, Οικονομική κρίση και αναπροσαρμογή των συμβατικών παροχών, Ιδίως υπό το πρίσμα της νεώτερης νομολογίας των δικαστηρίων ουσίας για την εμπορική μίσθωση, ΧρΙΔ ΙΓ΄, 2013, σελ. 92 και 96 αντίστοιχα.

[10] Βλ. Α. Γ. Καραμπατζό, Παρατηρήσεις επί της ΜονΠρΚαλ 34/2011 – Οικονομική κρίση και αναπροσαρμογή των συμβατικών παροχών, ΝοΒ 2011, σελ. 2324.

[11] Βλ. Α. Γ. Καραμπατζό, όπ.π. (υποσημ. 9), Οικονομική κρίση και αναπροσαρμογή των συμβατικών παροχών, σελ. 103 (υποσημ. 87).

[12] Βλ. ΑΠ 207/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 130/2016, ΕφΛαρ 67/2016, ΕφΛαρ 316/2015, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 998/2014, ΜονΠρΣυρ 11/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 49/2013, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠΑ 497/2012, ΕφΑΔ 2013, σελ. 233 με παρατ. Κ. Χρ. Βούλγαρη, ΜονΠρΙωανν 414/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = Αρμ 2013, σελ. 1670 με σημ. Α.Δ.Μ., ΕιρΣερρ 95/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΚατερ 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = Αρμ 2012, σελ. 544 = ΝοΒ 2012, σελ. 878 με παρατ. Ηλ. Γιαννακόπουλου, ΜονΠρΑγρ 68/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΕφΑΔ 2012, σελ. 346 με παρατ. Μ. Χατζηαντωνίου, ΜονΠρΒολ 49/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΝοΒ 2012, σελ. 299 με παρατ. Ηλ. Γιαννακόπουλου, ΜονΠρΚαλαμ 34/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΝοΒ 2011, σελ. 2314 με παρατ. Α. Καραμπατζού.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί