Σύσταση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία – αγωγή ομολογήσεως δουλείας – Άσκηση της δουλείας με φειδώ (απόσπασμα από τη μείζονα σκέψη της απόφασης του ΕιρΚρωπίας 188/2017)
Απόσπασμα από τη μείζονα σκέψη της απόφασης του ΕιρΚρωπίας 188/2017, η οποία εκδόθηκε από υπόθεση του γραφείου μας, βλ. το σύνολο της απόφασης πατώντας εδώ: Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση της κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, εφαρμοζομένου αναλόγως και του άρθρου 1051 ΑΚ, έτσι ώστε εκείνος που επικαλείται κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία, μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 ΑΚ, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, κτήση μεν κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μια ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος, που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή). Ο δουλειούχος που προσβάλλεται στο δικαίωμα της δουλείας μπορεί να προσφύγει στην ειδική προστασία για το εμπράγματο δικαίωμα της δουλείας, που εισάγει το άρθρ. 1132 ΑΚ (αγωγή ομολογήσεως δουλείας), να καταφύγει στις περί προστασίας της νομής διατάξεις (αρθρ. 996, 985, 987, 989 ΑΚ) ή και να ζητήσει δικαστική αναγνώριση του δικαιώματος του με την αναγνωριστική αγωγή της ΚΠολΔ αρθρ. 70. Για το ορισμένο της αγωγής που στηρίζεται στο αρθρ. 1132 ΑΚ θα πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή ο τρόπος κτήσης της πραγματικής δουλείας, η ύπαρξη ωφέλειας από την άσκησή της, η κυριότητα του ενάγοντα επί του δεσπόζοντος ακινήτου καθώς και αυτού που παραχώρησε τη δουλεία ως κυρίου και η προσβολή του δικαιώματος αυτού. Παθητικά νομιμοποιούνται οι κύριοι ή επικαρπωτές του δουλεύοντος ακινήτου, μόνο εάν προσβάλλουν την οιονεί νομή του ενάγοντα δικαιούχου της πραγματικής δουλείας, διαφορετικά νομιμοποιείται παθητικά οποιοσδήποτε προσβάλλει το δικαίωμα του ενάγοντα στην οιονεί νομή δουλείας του, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 973, 1118, 1132 ΑΚ και 68, 73, 74 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 1352/1988 ΕΕΝ 1989.675, ΕφΑΘ 5316/1999 Δνη 2001.773). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1016 ΑΚ, εκείνος που παρακωλύεται ή διαταράσσεται στη χρήση της διόδου προστατεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την προστασία των πραγματικών δουλειών, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. Παρακώληση της χρήσεως της διόδου υπάρχει όταν ο κύριος του περίκλειστου ακινήτου εμποδίζεται πλήρως να χρησιμοποιήσει τη δίοδο. Διατάραξη δε, όταν εμποδίζεται μερικώς. Σε περίπτωση παρεμποδίσεως ή διαταράξεως της χρήσης της διόδου, ο δικαιούχος μπορεί να προστατευθεί τόσον ως δουλειούχος με την εμπράγματη αγωγή του άρθρου 1132 ΑΚ, όσον και ως οιονεί νομέας της δουλείας με τις αγωγές για την προστασία της νομής. Έτσι, ο δικαιούχος σε περίπτωση καθολικής προσβολής της δουλείας ή μερικής προσβολής, μπορεί να ζητήσει με την αγωγή “περί ομολογήσεως δουλείας” του άρθρου 1132 ΑΚ, την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής καθώς και την παράλειψη της στο μέλλον. Η αγωγή αυτή θα πρέπει να εγγραφεί στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου, όπου βρίσκεται το ακίνητο κατ’ αρθρ. 220 ΚΠολΔ, ενώ η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου καθορίζεται με βάση το αρθρ. 11 παρ. 3 του ΚΠολΔ από την αξία που έχει η δουλεία για το δεσπόζον ακίνητο ή εφόσον η αξία κατά την οποία μειώνεται το δουλεύον ακίνητο από την ύπαρξη της δουλείας είναι μεγαλύτερη, λαμβάνεται υπόψη αυτή (ΕφΠατρ 421/2004 Νόμος).
Περαιτέρω, επί όλων των δουλειών, έχει εφαρμογή ο αναγκαστικού δικαίου ρυθμιστικός κανόνας του εδ. α’ του άρθρου 1124 κατά τον οποίο το δικαίωμα της δουλείας εκτείνεται μόνο έως την εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος, το μέγεθος της οποίας κρίνεται αντικειμενικώς με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συστάσεώς της (ΑΠ 1400/80), επί κτήσεως δε της δουλείας με έκτακτη χρησικτησία, ως χρόνος συστάσεως νοείται ο χρόνος ενάρξεως της οιονεί νομής με διάνοια δικαιούχου. Αντιθέτως ως προς τις νέες ανάγκες του δεσπόζοντος ακινήτου, που μπορεί να προκύψουν προϊόντος του χρόνου από διάφορες αιτίες, όπως η εντατικότερη εκμετάλλευση ή η μεταρρύθμιση του δεσπόζοντος, η μεταβολή του οικονομικού σκοπού ή η ανάπτυξη των μηχανικών μέσων, έχει εφαρμογή ο ερμηνευτικός κανόνας του εδ. β’ του ίδιου άρθρου 1124, κατά τον οποίο αυτές σε περίπτωση αμφιβολίας δεν συνεπάγονται διαφορετική επιβάρυνση για τον κύριο του δουλεύοντος (ΑΠ 14/2004, ΤΝΠ Νόμος). Τέλος, σύμφωνα με το εδάφιο β’ του άρθρου 1125 ΑΚ η δουλεία πρέπει να ασκείται με κάθε δυνατή φειδώ ως προς τα συμφέροντα του κυρίου του δουλεύοντος και συνιστά εκδήλωση της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος (ΑΚ 281). Ως φειδώ ορίζεται η αποφυγή πράξεων, οι οποίες θίγουν τα συμφέροντα του κυρίου τους δουλεύοντος χωρίς να υπάρχει ανάγκη. Η αρχή αφορά λοιπόν μόνο τις αναγκαίες πράξεις, αφού οι μη αναγκαίες εξ’ ορισμού δεν εμπίπτουν στην επιτρεπτή άσκηση της δουλειάς και συνιστά στην πράξη περιορισμό του περιορισμού της κυριότητας δηλαδή περιορισμό της πραγματικής δουλειάς (Σπυριδάκη σελίδα 103 επ.). Η εφαρμογή της αρχής οδηγεί σε ex lege ενοχική υποχρέωση του δουλειούχου και των άλλων προσώπων, που ασκούν την δουλεία, προς σεβασμό της κυριότητας πάνω στο δουλεύουν και αποφυγή περαιτέρω επιβαρύνσεων (βλ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ II, άρθρα 1124, 1125, σελ. 304-307).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr