Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Τεκμήριο κυριότητας Δημοσίου στα λειβάδια / βοσκοτόπια

Κατά το άρθρο 1 του βδ της 3/15.12.1833 “Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834″, όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο “ταπί”, εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του ελληνικού κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 34/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εφαρμογή της διάταξης προϋποθέτει κυριότητα του Οθωμανικού κράτους κατά τους χρόνους πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, διότι μόνο υπό καθεστώς τέτοιας κυριότητας μπορεί να γίνει λόγος για “ταπί”, δηλαδή έγγραφο, με το οποίο παρεχόταν σε ιδιώτη δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί δημοσίων γαιών κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου “περί γαιών” της 7 Ραμαζάν 1274 (Παπαδόπουλου “Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου”, παρ. 139 σελ. 350). Στις περιοχές του ελληνικού κράτους που κατά την προσάρτησή τους στο Ελληνικό κράτος οι εδαφικές εκτάσεις ήταν ιδιωτικές καθώς ίσχυε το καθεστώς πλήρους κυριότητας (μουλκιέτ) και δεν υπαγόντουσαν στο Οθωμανικό Δημόσιο το οποίο δεν είχε ιδιαίτερα δικαιώματα σε αυτές, δεν ίσχυαν σε αυτές οι περί τοπίων διατάξεις. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του β.δ. 17/29 Νοεμβρίου 1836 περί δημόσιων δασών, εφόσον οι Τουρκικές αρχές μη έχουσες δικαιώματα στις περιοχές αυτές, δεν υπήρχε λόγος να εκδώσουν τίτλους εφόσον οι κάτοικοι τους μπορούσαν να διαθέσουν ελεύθερα τα κτήματα τους και με ιδιωτικά έγγραφα (62/2004 ΠΠρ Νάξου NOMOS).

Επιπλέον, η ανωτέρω διάταξη αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα εν λόγω ακίνητα. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 “Περί βοσκησίμων γαιών”, με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 “Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών”, κατά την οποία το Δημόσιο ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 303/15). Εξάλλου, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα λιβάδια, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το, εφαρμοζόμενο, κατ` άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ισχύος του ΑΚ χρόνο, βρδ και, ειδικότερα, τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή με την άσκηση νομής στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για συνεχές χρονικό διάστημα τριάντα τουλάχιστον ετών, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ. διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2. 9), ν. 2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο “Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι “ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις”, επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βρδ. Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά, από περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 “Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων” συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και στα δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα λιβάδια, εφόσον, όμως, η τριακονταετής νομή σ` αυτά, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), Βασ. 9. παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων “Περί δικαιοστασίου”, που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του νδ της 22-4/16-5-1926 “Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης”, με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (ΟλΑΠ 75/87), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας. (ΑΠ 34/2019 ΤΝΠ Νόμος, 186/2025 ΜΠρ Σύρου NOMOS, ΑΠ 1098/17, 27/2019 ΑΠ NOMOS, 67/2024 Εφετείο Αιγαίου NOMOS).

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί