Τινά περί της αγωγής λογοδοσίας (ανεφάρμοστο, de facto διαχείριση, διαχείριση έστω και μίας υπόθεσης, καθ’ ύλην αρμοδιότητα, αποκλεισμός λόγω εξώδικης λογοδοσίας)
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, υποχρέωση για λογοδοσία υφίσταται σε κάθε περίπτωση διαχείρισης ξένης – εν όλω ή εν μέρει – περιουσίας, η οποία (ενν. διαχείριση) συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες ή περιστρέφεται μόνο γύρω από εισπράξεις ή δαπάνες. Με την υποχρέωση αυτή βαρύνεται, δε, εκείνος που, από οποιαδήποτε έννομη σχέση, ασκεί πραγματικά την ως άνω διαχείριση. Ως εκ της ιδιότητός του ταύτης, εξάλλου, ο προρρηθείς νομιμοποιείται παθητικά στο πλαίσιο της οικείας αγωγής λογοδοσίας.
Ως εννοήθη ανωτέρω και δέχεται παγίως η νομολογία [βλ. ΑΠ 1896/2014 (ΝΟΜΟΣ), ΕφΠειρ 376/2011 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΡόδ 319/2009 (ΝΟΜΟΣ), ΕφΑθ 8350/2005 (ΝΟΜΟΣ), ΕΣ 489/2004 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΛαρ 183/2004 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΠειρ 994/1997 (ΝΟΜΟΣ), ΕφΘεσ 279/1995 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΠειρ 512/1995 (ΝΟΜΟΣ), ΑΠ 526/1992 ΕλΔ 1993, 1477, ΠΠρΠειρ 853/1992 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΠειρ 367/1990 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΠειρ 1196/1988 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΙωαν 169/1985 (ΝΟΜΟΣ), ΕφΠατρ 321/1984 ΝοΒ 33.137, ΑΠ 1184/1980 ΝοΒ 29.543 και ΕφΑθ 4433/1976 ΝοΒ 25.210], για τη θεμελίωση της υποχρέωσης λογοδοσίας, αρκεί ο δοσίλογος να διαχειρίστηκε την υπόθεση του δεξίλογου με βάση οποιαδήποτε υφιστάμενη μεταξύ τους έννομη σχέση από τη σύμβαση ή τον νόμο, χωρίς να είναι απαραίτητο στοιχείο της σχετικής αγωγής η ιστορική της διαχειρίσεως αιτία. Άλλοις λόγοις, ανεξάρτητα από την αιτία της, που μπορεί να συνίσταται σε εντολή, διοίκηση αλλοτρίων κ.ά., η αγωγή λογοδοσίας ασκείται ως κύρια αγωγή, όπερ σημαίνει ότι η υποκείμενη έννομη σχέση μεταξύ δοσίλογου και δεξίλογου ουδόλως εκτοπίζει τη νομική βάση του άρθρου 303 ΑΚ, που καθιερώνει γενικό κανόνα για την προς λογοδοσία υποχρέωση. Τα προλεχθέντα ενστερνίζεται, άλλωστε, και η θεωρία. Χαρακτηριστικά, ο Βαθρακοκοίλης [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (Κατ’ άρθρο) ΤΟΜΟΣ Β΄ ΓΕΝΙΚΟ ΕΝΟΧΙΚΟ Άρθρα 287-495, Αθήνα 2003, σελ. 127-137, ιδίως σελ. 128, 130, 134 και 135] διευκρινίζει ότι «[η] (…) αγωγή (…) λογοδοσίας (…) δεν έχει ως απαραίτητο στοιχείο (…) την ιστορική της διαχείρισης αιτία, που μπορεί να είναι και εντολή…» (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ό.π., σελ. 128). «Στη διαχείριση ξένης περιουσίας, ο κύριος αυτής (εντολέας, συνέταιρος, κύριος της περιουσίας, ενηλικιωθείς κ.λπ.), μπορεί να ασκήσει κατά του διαχειριστή της περιουσίας του, απευθείας, αντί της αγωγής λογοδοσίας, την από την οικεία σχέση (εντολή, διοίκηση αλλοτρίων κ.λπ.) αγωγή και να ζητήσει με αυτή εκείνο το οποίο από το αποτέλεσμα της διαχείρισης δικαιούται να λάβει, χωρίς να είναι υποχρεωτικό ή αναγκαίο να προηγηθεί η (…) αγωγή λογοδοσίας…» (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ό.π., σελ. 130). Εκ του προεκτεθέντος χωρίου συνάγεται, αναμφίβολα, ότι ο κύριος της ξένης περιουσίας μπορεί και να μην ασκήσει απευθείας την από την οικεία σχέση (εντολή, διοίκηση αλλοτρίων κ.λπ.) αγωγή, αλλά να ζητήσει με αγωγή λογοδοσίας εκείνο που εκ του αποτελέσματος της διαχείρισης δικαιούται να λάβει, αφού δεν είναι μεν υποχρεωτικό ή αναγκαίο, είναι όμως δυνατόν και επιτρέπεται να προηγηθεί η αγωγή λογοδοσίας έναντι της από την οικεία έννομη σχέση αγωγής. Συμφώνως προς τα προλεχθέντα, εξάλλου, ο Βαθρακοκοίλης μνημονεύει ιδιαίτερα εκτενή περιπτωσιολογία συνδρομής υποχρέωσης λογοδοσίας, η οποία (ενν. περιπτωσιολογία), καίτοι αναφέρεται σε διάφορες υποκείμενες έννομες σχέσεις, ερείδεται επί της διάταξης του άρθρου ΑΚ 303 (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ό.π., σελ. 135).
Από την άλλη, ο ίδιος ως άνω συγγραφέας (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ό.π., σελ. 134) επισημαίνει ότι ο εκ του άρθρου ΑΚ 303 απορρέων γενικός κανόνας τυγχάνει «ανεφάρμοστ[ος] στις περιπτώσεις που η υποχρέωση για λογοδοσία ρυθμίζεται ειδικά και αποκλειστικά από άλλες διατάξεις, όπως π.χ. του άρθρ. 22 § 1 του Ν. 3190/1955 περί Ε.Π.Ε., ΕφΑθ 6115/1975 ΑρχΝ 27/70, ΕφΠειρ 168/1990 ΕλλΔνη 33/405, και του Ν. 2190/1920 περί Α.Ε. καθόσον αφορά το Δ.Σ. της Α.Ε. απέναντι στους μετόχους της, όπου δεν υπάρχει υποχρέωση για λογοδοσία, ΠΠρΑθ 1263/1972 ΝοΒ 21/669». Την αυτή νομική πραγματικότητα αποτυπώνει, δε, και η ΠΠρΠειρ 512/1995 (ΝΟΜΟΣ).
Εξ ετέρου, για την άσκηση της υπό συζήτηση αγωγής, «αρκεί το γεγονός της de facto διαχείρισης», ήτοι της διαχείρισης που ασκείται εν τοις πράγμασι, «χωρίς εξουσία από τον νόμο ή τη σύμβαση». Τούτο δέχεται παγίως η νομολογία, όπως αποκαλύπτει η επισκόπηση πληθώρας δικαστικών αποφάσεων [βλ. ΑΠ 1896/2014 (ΝΟΜΟΣ), ΕφΠειρ 376/2011 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΡόδ 319/2009 (ΝΟΜΟΣ), ΕφΑθ 8350/2005 (ΝΟΜΟΣ), ΕΣ 489/2004 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΛαρ 183/2004 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΠειρ 994/1997 (ΝΟΜΟΣ), ΕφΘεσ 279/1995 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΠειρ 512/1995 (ΝΟΜΟΣ), ΑΠ 526/1992 ΕλΔ 1993, 1477, ΠΠρΠειρ 853/1992 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΠειρ 367/1990 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΠειρ 1196/1988 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΙωαν 169/1985 (ΝΟΜΟΣ), ΕφΠατρ 321/1984 ΝοΒ 33.137, ΑΠ 1184/1980 ΝοΒ 29.543], ενώ και η θεωρία έχει διαλάβει σχετικές παραδοχές [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (Κατ’ άρθρο) ΤΟΜΟΣ Β΄ ΓΕΝΙΚΟ ΕΝΟΧΙΚΟ Άρθρα 287-495, Αθήνα 2003, σελ. 128, Γ. Μπαλή, Ενοχικόν Δίκαιον, παρ. 35, Α. Λιτζερόπουλο σε Ερμ. ΑΚ υπ’ άρθρ. 303 αρ. 3, Ευκλείδου Πολ. Δικ. παρ. 296 σημ. 3, Μ. Σταθόπουλου, Γεν. Ενοχ. Δίκαιο, 2004, παρ. 12 αρ.50, σελ. 680, Κασίμη – Κιτσικοπούλου, Πανδέκτης Αστικού Δικαίου – Τομ. 3 σελ. 2668 επ., Πρωτ. Ηρακλ. (Εισηγ.) 4/1971 ΝοΒ 19, 504, όπου υποστηρίζεται ότι «αρκεί η διαχείριση να ενεργήθηκε και αυτοκλήτως ακόμη και επί ιδίω κέρδη του διαχειριστή»]. Πρέπει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι «de facto διαχείριση…χωρίς εξουσία από τον νόμο ή τη σύμβαση» μπορεί να υφίσταται ακόμη και παρά τον νόμο ή τη σύμβαση. Ενδεικτικά, η προμνημονευθείσα ΕφΑθ 8350/2005 (ΝΟΜΟΣ) διευκρινίζει ότι «[η] μη νόμιμη ανάθεση της όλης διαχείρισης ομόρρυθμης εταιρείας από τους εταίρους σε τρίτο κατ` αποκλεισμό των ομόρρυθμων εταίρων δεν επηρεάζει την υποχρέωση λογοδοσίας του. Έτσι λογοδοσία κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης [ΑΚ 303] οφείλει και (…) ο τρίτος διαχειριστής ομόρρυθμης εταιρίας, ο οποίος ανέλαβε από τους ομόρρυθμους εταίρους και διεξήγαγε de facto τη διαχείριση ομόρρυθμης εταιρίας, έστω και, αν σύμφωνα με το νόμο, σε τρίτο μη εταίρο μπορεί να ανατεθεί η διενέργεια διαχειριστικών πράξεων, όχι όμως και η όλη διαχείριση και εκπροσώπηση της ομόρρυθμης εταιρίας κατ’ αποκλεισμό των ομόρρυθμων εταίρων (ΑΠ Ολ 13/1997 ΕλΔ 1997,771). (…) [Τ]ο γεγονός ότι ο διορισμός εκ μέρους των ομορρύθμων εταίρων του εναγομένου, ως διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας τους (…) δεν υπήρξε έγκυρος, ενόψει του ανεπίτρεπτου της ανάθεσης της όλης διαχείρισης και εκπροσώπησης ομόρρυθμης εταιρίας σε τρίτο μη εταίρο κατ αποκλεισμό των ομορρύθμων εταίρων (βλ. ΑΠ Ολ 13/1997, ό.π.), δεν επηρεάζει την υποχρέωση αυτού για λογοδοσία, αφού (…) για τη θεμελίωση της υποχρέωσης λογοδοσίας αρκεί ο δοσίλογος να διαχειρίστηκε ξένη εν όλω ή εν μέρει υπόθεση του δεξιλόγου, έστω και de facto, δηλαδή ακόμη και χωρίς εξουσία από το νόμο ή τη σύμβαση». Συναφώς, η προαναφερθείσα ΕΣ 489/2004 (ΝΟΜΟΣ) επισημαίνει ότι «η ιδιότητα του χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ενεργούντος de facto υπολόγου θεμελιώνεται αποκλειστικά στο υλικό γεγονός της άσκησης διαχείρισης, από το οποίο προκύπτει αφενός η λογοδοτική του ευθύνη και αφετέρου η ιδιότητά του ως υποκειμένου καταλογισμού».
Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο προβαίνει στην τέλεση υλικών πράξεων λειτουργώντας ως όργανο ετέρου προσώπου/οργάνου και προς υλοποίηση της αποφασιστικής βούλησης του τελευταίου, τη διαχειριστική ιδιότητα φέρει το δεύτερο αναφερόμενο πρόσωπο. Αντιθέτως, εάν το ως άνω πρώτο αναφερόμενο πρόσωπο δεν δρα δυνάμει εξουσιοδοτήσεως χορηγηθείσης από το δεύτερο αναφερόμενο τοιούτο, αλλά παρακάμπτοντας αυτό και αποφασίζοντας, εν τοις πράγμασι, το ίδιο για τη διαχείριση της περί ης πρόκειται ξένης υποθέσεως, τη διαχειριστική ιδιότητα φέρει de facto το προρρηθέν πρώτο αναφερόμενο πρόσωπο.
Προσέτι, η κατ’ άρθρο 303 ΑΚ διαχείριση δύναται να αφορά και σε μία (1) μόνον υπόθεση, όπερ σημαίνει, κατ’ ακολουθία, ότι δεν απαιτείται να καλύπτει αόριστο αριθμό διαχειριστικών πράξεων. Πράγματι, έτσι έχουν κρίνει οι αποφάσεις ΑΠ 934/1995 ΝοΒ 1997.1106, ΠΠρΙωαν 169/1985 (ΝΟΜΟΣ), ΕφΑθ 5539/1980 ΝοΒ 28/1577-1578, ΕφΑθ 2310/1975 Αρμ. 29/678 και ΕφΑιγ 108/1956 ΕΕΝ 24/162, ενώ και η θεωρία έχει διαλάβει ομοίου περιεχομένου παραδοχές (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (Κατ’ άρθρο) ΤΟΜΟΣ Β΄ ΓΕΝΙΚΟ ΕΝΟΧΙΚΟ Άρθρα 287-495, Αθήνα 2003, σελ. 127 και 137, Α. Λιτζερόπουλο σε Ερμ. ΑΚ υπ’ άρθρ. 303 αρ. 3-5).
Όσον αφορά, περαιτέρω, στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα επί αγωγής λογοδοσίας, η τελευταία υπάγεται καταρχήν στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Όταν, όμως, περιέχει αίτημα καταβολής ή αναγνώρισης της υποχρέωσης προς καταβολή εικαζομένου ελλείμματος και το προλεχθέν ορίζεται, η αγωγή λογοδοσίας υπάγεται, κατ’ εξαίρεση, στη συνήθη καθ’ ύλην αρμοδιότητα λόγω ποσού. Εξάλλου, η καθ’ ύλην αρμοδιότητα καθιδρύεται βάσει της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς όπως αυτή (ενν. η αξία) αισθητοποιείται στο δια της αγωγής υποβαλλόμενο αίτημα καθ’ εαυτό, ως διατυπώνεται, καθόσον η περί του εν λόγω θέματος έρευνα του δικαστηρίου αποτελεί ενέργεια λογικώς υστέραν της προτέρας κρίσεως του ιδίου περί της αρμοδιότητός του [βλ. ΜΠρΘεσ 1154/2015 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΑθ 4491/2010 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΑθ 1099/2010 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΘεσ 20770/1996 Αρμ 1997.756, ΠΠρΠειρ 512/1995 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΙωαν 169/1985 Αρμ 1985.731, ΠΠρΑθ 4132/1972 ΝοΒ 21.389, καθώς και Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (Κατ’ άρθρο) ΤΟΜΟΣ Β΄ ΓΕΝΙΚΟ ΕΝΟΧΙΚΟ Άρθρα 287-495, Αθήνα 2003, σελ. 131, του ιδίου, ΚΠολΔ, Τόμος Β΄, υπό αρ. 473, παρ. 19, σελ. 1006, Μπέη, Διαδικασίαν 187, Τ. Οικονομόπουλο, τ. α΄ τεύχ. α΄ 380 επ.].
Εν κατακλείδι, σε περίπτωση που ο δοσίλογος ισχυριστεί ότι έχει εκπληρώσει εξωδίκως την υποχρέωση λογοδοσίας, ο σχετικός ισχυρισμός του πρέπει να κριθεί – κατά μία άποψη – ως ένσταση καταλυτική της αγωγής λογοδοσίας, η απόδειξη της οποίας (ενν. ένστασης) βαρύνει τον ίδιο τον προβάλλοντα αυτήν. Η περί ης ο λόγος ένσταση, δε, τυγχάνει απορριπτέα ως αορίστως προτεινόμενη οσάκις δεν περιλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία της συνιστάμενης (κατ’ άρθρο 361 ΑΚ) στην έγκριση εξώδικης λογοδοσίας σύμβασης· οσάκις δεν διαλαμβάνει, δηλαδή, ότι ο δεξίλογος έχει εγκρίνει τον υποβληθέντα από τον δοσίλογο λογαριασμό εσόδων/εξόδων και έχει αναγνωρίσει το αποτέλεσμα αυτού (βλ. Σταθόπουλο, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, υπό άρθρο 303, αρ. 15, καθώς και ΠΠρΑθ 2725/2011, ΠΠρΑθ 1099/2010 και ΕφΠειρ 1246/1997 ΝοΒ 46.793). Πέραν του ζητήματος του ορισμένου ή μη της εν θέματι ενστάσεως, πάντως, όπως παγίως δέχεται η νομολογία [βλ. ΜΠρΘεσσαλ 1154/2015 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΑθ 2725/2011, ΑΠ 1263/2010 ΕΠολΔ 2010.837, ΠΠρΑθ 4491/2010 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΑθ 1099/2010 (ΝΟΜΟΣ), ΠΠρΑθ 2725/2011, ΕφΠατρ 833/2003 ΔΕΕ 2004.764, ΑΠ 977/1997 ΝοΒ 46/347, ΕφΠειρ 1246/1997 ΝοΒ 46/793, ΑΠ 934/1995 ΝοΒ 1997.1106, ΠΠρΠειρ 512/1995 (ΝΟΜΟΣ), ΕφΑθ 1407/1990 ΕλλΔνη 32.170, ΕφΑθ 6786/1979 ΝοΒ 28/809 και ΑΠ 399/1969 ΝοΒ 17/1215], η εξώδικη λογοδοσία αποκλείει τη δικαστική, εφόσον η αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων που διαλαμβάνεται στον εξωδίκως υποβεβλημένο υπό του δοσιλόγου λογαριασμό ή κατάλογο τυγχάνει σαφής, ορισμένη, λεπτομερής και εγκεκριμένη από τον δεξίλογο. Ειδικότερα, η εξώδικη λογοδοσία πρέπει να φέρει τα ανωτέρω χαρακτηριστικά της σαφούς και λεπτομερειακής ανάπτυξης, ώστε να παρέχεται στον δεξίλογο πλήρης εικόνα της γενομένης διαχείρισης και να μπορεί αυτός να ελέγχει τα κονδύλια του λογαριασμού και είτε να τα εγκρίνει είτε να τα αμφισβητεί εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, δυνάμενος κατ’ ακολουθία να προσδιορίσει επαρκώς το τυχόν προκύπτον κατάλοιπο. Επιπλέον, πρέπει, κατά την εξώδικη λογοδοσία, να έχουν επισυναφθεί και τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα, εφόσον τούτο συνηθίζεται στις οικείες υποθέσεις. Προσέτι, ως προεννοήθη, η παροχή εξώδικης λογοδοσίας δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλεισθεί η δικαστική λογοδοσία. Αντίθετα, μόνον η έγκριση της εξώδικης λογοδοσίας καθιστά περιττή και απαράδεκτη την αγωγή λογοδοσίας. Έτσι, εάν ο λογαριασμός που έχει ανακοινώσει ο δοσίλογος δεν είναι κανονικός κατά τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν ή/και δεν έχει τύχει εγκρίσεως από τον δεξίλογο, ο τελευταίος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης προς λογοδοσία ασκώντας αγωγή (βλ. και Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (Κατ’ άρθρο) ΤΟΜΟΣ Β΄ ΓΕΝΙΚΟ ΕΝΟΧΙΚΟ Άρθρα 287-495, Αθήνα 2003, σελ.128 και 133-135, Κιτσικόπουλο, Πολιτική Δικονομία, σελ. 6237, παρ. 106 και 109 εδ. β΄).
Ανδρέας Ματσακάς
Δικηγόρος παρ’ Εφέταις
LL.M. Ποινικών Επιστημών
Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
E-mail: info@efotopoulou.gr