Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Το οικολογικό κριτήριο στα πλαίσια των δημοσίων συμβάσεων

Η λήψη των περιβαλλοντικών κριτηρίων για την ανάθεση μιας δημόσιας σύμβασης είναι μια αρχή που διέπει την ενωσιακή νομοθεσία. Ειδικότερα τόσο η Οδηγία 2004/17 ΕΚ όσο και η Οδηγία 2004/18 ΕΚ, αναφέρουν ότι οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να εντάσσονται στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων, ιδίως προκειμένου να προωθείται η αειφόρος ανάπτυξη. Ως εκ τούτου οι αναθέτοντες φορείς οφείλουν να συμβάλουν στην προστασία του περιβάλλοντος και στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης και να επιτυγχάνουν για τις συμβάσεις την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής[1]. Οι ανωτέρω οδηγίες επιτρέπουν στις αναθέτουσες αρχές σε «ενδεδειγμένες περιπτώσεις», δηλαδή σε συμβάσεις η εκτέλεση των οποίων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το περιβάλλον, να ζητούν από τους υποψηφίους να αποδείξουν την τεχνική τους ικανότητα να εφαρμόσουν ορισμένα μέτρα περιβαλλοντικής διαχείρισης για συμβάσεις δημοσίων έργων και υπηρεσιών. Μάλιστα η νομολογία του ΔΕΕ αποδέχεται περιβαλλοντικά κριτήρια για την εκτίμηση της πλέον συμφέρουσας προσφοράς σε δημόσιο διαγωνισμό[2]. Για παράδειγμα, όταν ορίζεται το αντικείμενο μιας σύμβασης, οι δημόσιες αναθέτουσες αρχές μπορούν όπως και οι ιδιωτικές, να αποφασίζουν την αγορά φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων ή υπηρεσιών, που ορίζονται σύμφωνα με την περιβαλλοντική επίδοσή τους και τη διαδικασία παραγωγής τους. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ορίσει τις πρώτες ύλες και τις διαδικασίες παραγωγής που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη σύμβαση. Οι δημόσιες αρχές θα μπορούσαν π.χ. να απαιτήσουν η ενέργεια που χρησιμοποιείται στα δημόσια κτήρια να παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Από τη αρχή της διαδικασίας των δημοσίων συμβάσεων, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να κατευθύνουν τις πολιτικές τους προς προϊόντα και υπηρεσίες, που προστατεύουν καλύτερα το περιβάλλον[3].

Επίσης έχει γίνει δεκτό από το ΔΕΕ ότι το οικολογικό κριτήριο, μπορεί να είναι αποδεκτό ως κριτήριο για να επιλέξει η αρχή την πλέον συμφέρουσα προσφορά[4]. Η απόφαση αυτή μάλιστα είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς εισήγαγε την έννοια της πλέον συμφέρουσας προσφοράς στην περιβαλλοντική εκτίμηση, τη στάθμιση δηλαδή της αναθέτουσας αρχής υπέρ του περιβάλλοντος εν όψει της επιλογής του αντισυμβαλλομένου της[5]. Μάλιστα έχει κριθεί ότι δεν αποκλείεται κάποιος τεχνικός λόγος σχετικός με την προστασία του περιβάλλοντος να μπορεί να ληφθεί υπόψη προς εκτίμηση του εάν η οικεία σύμβαση μπορεί να συναφθεί μόνο με συγκεκριμένη επιχείρηση[6]. Κατά λογική ακολουθία των ανωτέρω έχει γίνει δεκτό ότι ένα κράτος- μέλος που καθορίζει τα κριτήρια και/ή τα κατώτατα όρια με τέτοιον τρόπο ώστε, στην πράξη, το σύνολο των σχεδίων ορισμένης κατηγορίας να εξαιρείται εκ προοιμίου από την υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεων υπερβαίνει το περιθώριο εκτιμήσεως, που διαθέτει δυνάμει των ευρωπαϊκών οδηγιών.

Ειδικότερα έχει κριθεί ότι η προκήρυξη και η εκτέλεση σχεδίων αναφορικά οφείλει να είναι σύμφωνη και με το γενικό πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Ειδικότερα με την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006 C-239/04 Επιτροπή κατά Πορτογαλικής Δημοκρατίας κρίθηκε ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία υλοποιώντας σχέδιο αυτοκινητοδρόμου, η χάραξη του οποίου διέρχεται από τη ζώνη ειδικής προστασίας Castro Verde, παρά τα αρνητικά πορίσματα της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και χωρίς να αποδείξει την απουσία εναλλακτικών λύσεων πέρα της εν λόγω χαράξεως παρενέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6 της Οδηγίας 92/43 ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων.

Στα ανωτέρω έρχεται να προστεθεί και η πάγια νομολογία του Ελεγκτικού Συνέδριου, με την οποία έχει επισημανθεί ότι για την πραγματοποίηση νέων έργων που έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον και έχουν καταταγεί σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο νόμο, απαιτείται προηγούμενη, δηλαδή προ της ενάρξεως πραγματοποιήσεως του έργου, έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Ως έναρξη πραγματοποιήσεως του έργου θεωρείται όχι μόνον η υλική ενέργεια αυτού, αλλά και η έκδοση οποιασδήποτε διοικητικής πράξεως, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της ενάρξεως κατασκευής του, όπως η προκήρυξη ή η οικεία κατακυρωτική απόφαση[7]. Κατά συνέπεια, η παράλειψη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων πριν από την έγκριση του αποτελέσματος της δημοπρασίας συνιστά ουσιώδη νομική πλημμέλεια και καθιστά μη νόμιμη την απόφαση ανάθεσης εκτελέσεως του έργου. Και αυτό γιατί τα αρμόδια διοικητικά όργανα εκτιμώντας τις συνέπειες που μπορεί να έχει ένα νέο έργο στο περιβάλλον δεν πρέπει να επηρεάζονται από τα τεχνικά δεδομένα του υπό εκτέλεση έργου, αλλά αντιθέτως οι όροι του διαγωνισμού οφείλουν να προσαρμόζονται σε προϋφιστάμενους (και ήδη εγκριθέντες) περιβαλλοντικούς όρους[8].

Ελένη Κλουκινιώτη

info@efotopoulou.gr

[1] [1] Ελένη Τροβά – Παναγιώτης Σκουρής, Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ.95

[2] Ελένη Τροβά – Παναγιώτης Σκουρής, Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ.95 και C- 513/99

[3] Ελένη Τροβά – Παναγιώτης Σκουρής, Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ.96-97

[4] Ελένη Τροβά – Παναγιώτης Σκουρής, Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 99

[5] C-448/01

[6] Ελένη Τροβά – Παναγιώτης Σκουρής, Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ.100

[7]Ελεγκτικό Συνέδριο VI Τμήμ. 2835/2010

[8] Πρακτικός οδηγός για τον έλεγχο από το Ελεγκτικό Συνέδριο των δημοσίων συμβάσεων των Δήμων, Περιφερειών και των Νομικών τους Προσώπων (Το προσυμβατικό στάδιο), http://www.elsyn.gr/elsyn/files/nomologia/prosimvatikos.pdf

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί