Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Το νομικό καθεστώς που διέπει την περιουσία μοναχών των Γνήσιων Ορθόδοξων Χριστιανών (Παλαιοημερολογιτών) μετά την κουρά τους

Όπως γίνεται δεκτό[1], η κληρονομική διαδοχή των μοναχών των Γνήσιων Ορθόδοξων Χριστιανών (Γ.Ο.Χ., επονομαζόμενων άλλως Παλαιοημερολογιτών) διέπεται από τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, η κανονιστική ισχύς των οποίων καταλαμβάνει την κληρονομική διαδοχή μοναχών που διαβιούν (κατά την κρατούσα άποψη) στη Σάμο και στη Θράκη, καθώς και εκείνων που έχουν την ελληνική ιθαγένεια, αλλά δεν εγκαταβιώνουν σε Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος (όπως είναι οι Γ.Ο.Χ.). Οι διατάξεις αυτές αποτελούν ένα συνδυασμό της νομοθεσίας του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (Νεαρές 5 κεφ. 6 και 123 κεφ. 38) και του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού (Νεαρές 5 και 6), προσαρμοζόμενης όμως στη σύγχρονη κοινωνική και δικαιϊκή πραγματικότητα και συμπληρούμενης, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, από τις διατάξεις του ισχύοντος κληρονομικού δικαίου (άρθρ. 1710 επ. Α.Κ.).

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η νομοθεσία του Ιουστινιανού, επιβοηθούμενη και από την εκκλησιαστική νομοθεσία (κανον. 6 Πρωτοδευτέρας Συνόδου) διήρκεσε περίπου τέσσερις αιώνες. Όμως, όλο αυτό το χρονικό διάστημα, οι ρυθμίσεις της ιουστινιάνειας νομοθεσίας περί τηρήσεως της αρχής της ακτημοσύνης είχαν στην πράξη καταργηθεί. Οι μοναχοί, όχι μόνο είχαν ή αποκτούσαν περιουσία και μετά από την κουρά τους, αλλά και την εξουσίαζαν και τη διέθεταν. Η ανάγκη θεσπίσεως ενός νέου πολιτειακού νομοθετικού πλαισίου για τη ρύθμιση της περιουσιακής κατάστασης των μοναχών, απέρρεε από τη νέα διαμορφωθείσα κατάσταση εντός των μοναχικών τάξεων, η οποία είχε ως χαρακτηριστικό γνώρισμά της, την εγκατάλειψη από τους μοναχούς της ομολογίας της ακτημοσύνης και τη συγκέντρωση, εξουσίαση και διάθεση περιουσιακών αγαθών. Η διάσταση ανάμεσα στο επίσημο δίκαιο με ό,τι ίσχυε στην πράξη, οδήγησε τον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ το Σοφό να προχωρήσει στην έκδοση της Νεαράς 5, με την οποία επήλθε σημαντική μεταρρύθμιση στις μέχρι τότε ισχύουσες ρυθμίσεις της ιουστινιάνειας νομοθεσίας. Πρόθεση του Λέοντος δεν ήταν να καταργήσει πλήρως την ιουστινιάνεια νομοθεσία για την περιουσιακή κατάσταση των μοναχών, αλλά να εναρμονίσει τη γραπτή αυτή νομοθεσία με το διαπλασθέν στην πράξη έθιμο, οι μοναχοί να αποκτούν περιουσία μετά από την κουρά τους και να προβαίνουν σε πράξεις διαθέσεώς της.

Έτσι, ο Λέων ο ΣΤ΄ ο Σοφός με την έκδοση της Νεαράς 5, διέλαβε ρυθμίσεις για την περιουσία που έχει ο μοναχός πριν από την κουρά και κυρίως για την μετά από την κουρά περιουσία. Ως προς την περιουσία την αποκτηθείσα μετά από την κουρά, ο Λέων απένειμε στον μοναχό εξουσία διοικήσεως και διαθέσεώς της, με την εξής όμως διάκριση: Εάν ο μοναχός κατά το χρόνο εισόδου του στη Μονή αφιέρωσε «κάτι» σε αυτή, έχει πλήρες δικαίωμα διοικήσεως και διαθέσεως των περιουσιακών στοιχείων που αποκτά μετά από την κουρά. Εάν, όμως, κατά την είσοδό του στη Μονή, δεν προσέφερε τίποτα σε αυτήν, τότε η μετά από την κουρά περιουσία διαιρείται σε τρία μέρη, εκ των οποίων τα δύο μέρη (2/3) ανήκουν στην κυριότητα του μοναχού και διατίθενται ελευθέρως από αυτόν, ενώ το τρίτο μέρος (1/3) προσκυρώνεται κατά κυριότητα στη Μονή.

Κατά την κρατούσα στη θεωρία άποψη, η έννοια του να αφιερώσει «κάτι» ο μοναχός στη Μονή κατά την είσοδό του στο μοναχικό βίο («αφιερωσάμενος τι»), προκειμένου να έχει δικαίωμα διοικήσεως και διαθέσεως σε ολόκληρα τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτά μετά από την κουρά, δε σημαίνει ότι οφείλει ο μοναχός να προβεί σε εκούσια παροχή περιουσίας προς τη Μονή, εξωτερικεύοντας έτσι τη βούλησή του προς τούτο. Αρκεί και μόνο το γεγονός, ο μοναχός να είχε περιουσία κατά την είσοδό του στη Μονή, η οποία και περιέρχεται αυτοδικαίως σε αυτή, όπως εξάλλου ορίζεται από το ιουστινιάνειο δίκαιο, το οποίο εξακολουθεί να διατηρείται σε ισχύ αναφορικά με την πριν από την κουρά περιουσία. Επομένως, δεν απαιτείται (ούτε αποκλείεται όμως) περιουσιακή διάθεση από το μοναχό προς τη Μονή (λ.χ. με τη μορφή της δωρεάς) κατά την είσοδό του στο μοναχικό βίο, αλλά αρκεί και μόνο το γεγονός ότι αυτός εισέρχεται στη Μονή έχοντας περιουσία.

Ακόμη, όσον αφορά στον όρο «διατίθεσθαι» που χρησιμοποιείται στη Νεαρά 5 του Λέοντος, τούτος δίχασε τη θεωρία, σχετικά με το εάν ο περιορισμός της διάθεσης του ποσοστού του 1/3, που επιβάλλεται στον μοναχό επί της μετά από την κουρά περιουσίας όταν αυτός δεν αφιέρωσε τίποτα κατά την είσοδό του στη Μονή, αφορά σε κάθε δικαιοπραξία που αυτός καταρτίζει, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, ή αφορά μόνο στις δικαιοπραξίες αιτία θανάτου, και μάλιστα μόνο όταν συντάσσεται διαθήκη.

Σύμφωνα με την πρώτη υποστηριχθείσα άποψη[2], το δικαίωμα κυριότητας και διοικήσεως καταλαμβάνει ολόκληρη την περιουσία που ο μοναχός αποκτά μετά την είσοδό του στη Μονή, ακόμη και εάν δεν είχε αφιερώσει «κάτι» σε αυτή κατά την είσοδό του (ή αν δεν είχε καμία περιουσία εισερχόμενος σε αυτή) και ισχύει για όλη του τη ζωή. Τούτο συνεπάγεται ότι το δικαίωμα κυριότητας της Μονής σε ποσοστό 1/3 επί της μετά από την κουρά περιουσίας, όταν ο μοναχός δεν της αφιέρωσε τίποτα κατά την είσοδό του, δε γεννάται κάθε φορά που ο μοναχός αποκτά κάποιο περιουσιακό αγαθό, αλλά «ενεργοποιείται» μόνο όταν ο μοναχός με διάταξη τελευταίας βουλήσεως (διαθήκη) διαθέτει την περιουσία του (και εφόσον βεβαίως δεν εισέφερε τίποτα στη Μονή κατά την είσοδό του). Επομένως, σύμφωνα με την αυτή άποψη, είτε ο μοναχός κατά την είσοδό του εισφέρει κάτι στη Μονή, είτε όχι, ο ίδιος αποκλειστικά και για όσο ζει, είναι κύριος ολόκληρης της περιουσίας που αποκτά μετά την κουρά του και αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διαχείρισή της, η δε Μονή γίνεται εκ του νόμου κληρονόμος σε ποσοστό 1/3 επί της μετά από την κουρά περιουσίας του μοναχού και μόνο όταν ο τελευταίος δεν είχε περιουσία όταν εισήλθε σε αυτή.

Αντιθέτως, κατά τη δεύτερη άποψη, με τον όρο «διατίθεσθαι» νοούνται όλες οι δικαιοπραξίες, τόσο οι εν ζωή, όσο και οι αιτία θανάτου. Αυτό σημαίνει ότι εάν ο μοναχός δεν εισέφερε τίποτα κατά την είσοδό του στη Μονή, τότε σε περίπτωση που αυτός αποκτά περιουσία μετά από την κουρά, μπορεί να διαθέτει μόνο ποσοστό ίσο με τα 2/3 αυτής, αυτοδεσμευόμενος ουσιαστικά για το υπόλοιπο 1/3, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα στη Μονή. Τον περιορισμό του ποσοστού 1/3 υπέρ της Μονής στη μετά από την κουρά περιουσία, είχαν δεχθεί, μεμονωμένα, και παλαιότερες νομολογιακές αποφάσεις[3], σύμφωνα με τις οποίες εάν ο μοναχός δεν αφιέρωσε τίποτα κατά την είσοδό του στη Μονή, διαθέτει είτε με πράξεις εν ζωή, είτε αιτία θανάτου μόνο τα 2/3 από όσα στη συνέχεια αποκτά.

Προκριτέα ως ορθότερη θα πρέπει να θεωρηθεί η πρώτη άποψη[4], σύμφωνα με την οποία  η ανωτέρω διάκριση της Νεαράς του Λέοντος αφορά κατ’ αρχήν στην περίπτωση που ο μοναχός διαθέτει την περιουσία του με διαθήκη. Με τη θέση αυτή είχε συνταχθεί και η παλαιότερη νομολογία του Αρείου Πάγου[5]. Έτσι, εάν ο μοναχός κατά την είσοδό του στη Μονή δεν εισέφερε τίποτα, δεν μπορεί με τη διαθήκη του να εγκαταστήσει κληρονόμους ή κληροδόχους σε ολόκληρη την περιουσία που απέκτησε μετά από την απόκαρσή του, αλλά μόνο στα 2/3 αυτής, διότι το υπόλοιπο 1/3 πρέπει να περιέλθει στη Μονή.

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού έδωσαν την τελική μορφή στο «σύστημα» κληρονομικής διαδοχής των μοναχών στο βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Η διάταξη της Νεαράς 5 του Λέοντος περιελήφθη και στην Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου στο κεφάλαιο 3 του Δ΄ τίτλου και εισήχθη ως ισχύον δίκαιο στο νεοσύστατο ελληνικό Κράτος, με το Β.Δ. της 23ης Φεβρουαρίου/7ης Μαρτίου 1835.

Η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου στην περιουσία που αποκτούν Γ.Ο.Χ. μοναχοί μετά την απόκαρσή τους, έχει διακηρυχθεί και από τη νεότερη νομολογία. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα διέλαβε η υπ’ αριθμ. 6543/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί του υπό κρίσιν ζητήματος[6]: «…από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 31 παρ. 1 ΑΚ και 99 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομία των ελληνικής ιθαγένειας μοναχών ρυθμίζεται από τις διατηρούμενες σε ισχύ διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου, οι οποίες, εφόσον πρόκειται για μοναχούς μέλη μονών της Εκκλησίας των Γνήσιων Ορθόδοξων Χριστιανών (Παλαιοημερολογιτών), είναι οι διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι των Νεαρών 5 (κεφ. 5), 76 και 123 (κεφ. 38) του Ιουστινιανού και 5, 6 και 14 του Λέοντος, και όχι εκείνες του Ν. ΓΥΙΔ΄/1909 «Περί Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου» όπως έχουν τροποποιηθεί, συμπληρωθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. ΓΧΟΖ΄/1910, Ν.Δ. 1918/1942, Ν. 2067/1952, 4684/1930, 4589/1930 και Ν.Δ. 23/1968), διότι οι τελευταίες αυτές διατάξεις διέπουν μόνο την κληρονομία των μοναχών εκείνων που είναι μέλη μονών οι οποίες ανήκουν στην Εκκλησία της Ελλάδος (βλ. Α.Π. 525/1995 ΕλλΔνη 37.308, Α.Π. 1300/1984 ΕλλΔνη 26.41, Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΥ «Παρατηρήσεις στις ισχύουσες διατάξεις για την κληρονομική διαδοχή των μοναχών», Αρμ. 1992 σ. 689 επ., ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Γνωμοδότηση σε ΝοΒ 28.453, Ν. ΜΑΤΣΗ, Η κληρονομική διαδοχή των κληρικών, μοναχών και ιερομονάχων κατά το ισχύον εν Ελλάδι δίκαιον, 1952, σ. 4 επ.). Από τις διατάξεις των Νεαρών που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι την περιουσία που απέκτησε ο μοναχός μετά την απόκαρση μπορεί να την διαθέσει ελευθέρως αν κατά την είσοδό του στη μονή αφιέρωσε κάτι σε αυτή, διαφορετικά η παραπάνω περιουσία του διαιρείται σε τρία ίσα μέρη εκ των οποίων το ένα προσκυρώνεται στη μονή και τα άλλα δύο παραμένουν σε αυτόν, αν δε αυτός αποβιώσει μετά την ενηλικίωσή του χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατιόντες, τότε ολόκληρη η περιουσία του, ανεξαρτήτως του αν την απέκτησε πριν ή μετά την απόκαρση, περιέχεται στη μονή της μετανοίας του (βλ. Α.Π. 525/1995, Α.Π. 1300/1984, Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΥ ο.π.). Οι παραπάνω ρυθμίσεις ισχύουν και επί των ιερομονάχων, των μοναχών δηλαδή εκείνων που χειροτονήθηκαν κανονικά ως κληρικοί, οι οποίοι δεν αποβάλλουν την ιδιότητα του μοναχού εξαιτίας της χειροτονίας τους και υπόκεινται στους ίδιους κανόνες με τους απλούς μοναχούς, εκτός αν απολύθηκαν νόμιμα από τη μονή για να διαβιώσουν οριστικά ως κληρικοί ή καθαιρέθηκαν και απέβαλαν το Ιερατικό σχήμα, τότε και μόνον η κληρονομική τους διαδοχή ρυθμίζεται από τις οικείες διατάξεις του Α.Κ. (βλ. Α.Π. 149/1994 ΝοΒ 43.37, Α.Π. 536/1974 ΝοΒ 23.44, Εφ.Πειρ. 826/1984 ΝοΒ 33.842 με σημείωση Ι. ΚΟΝΙΔΑΡΗ)…».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Για όλα τα αναπτυσσόμενα στο παρόν άρθρο, βλ. εκτενώς σε Α. Α. Κόντη, Η κληρονομική διαδοχή των ορθόδοξων μοναχών στην ελληνική επικράτεια κατά το ισχύον δίκαιο, Βιβλιοθήκη Εκκλησιαστικού Δικαίου, Διευθυντής: Καθηγητής Ι. Μ. Κονιδάρης, Σειρά Β΄: Μελέτες, 5, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε. Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 30-31, 348 και 375 επ..

[2] Για το περί ου ο λόγος εριζόμενο ζήτημα και για τους θεωρητικούς που έχουν υποστηρίξει εκάστη εκ των δύο ως άνω απόψεων, βλ. Α. Α. Κόντη, όπ.π., σελ. 381 επ..

[3] Βλ. ΕφΑθ 1691/1890, Θ. Β΄, σελ. 25, ΕφΠατρ 632/1902, Θ. ΙΔ΄, σελ. 604, ΕφΑθ 1163/1904, Θ. ΙΣΤ΄, σελ. 77, ΕφΑθ 575/1904, Θ. ΙΕ΄, σελ. 573, ΕφΠατρ 380/1906, Θ. ΙΘ΄, σελ. 437.

[4] Βλ. στέρεη επιχειρηματολογία σε Α. Α. Κόντη, όπ.π., σελ. 382 επ..

[5] Βλ. ΑΠ 246/1865 σε Ν. Ιωαννίδου, Πείρα, ήγουν μικρόν κατά στοιχείον ευρετήριον της Αρείου Πάγου Νομολογίας, μέρος πρώτον περιέχον τας πολιτικάς και εμπορικάς αποφάσεις, τ. 5ος, εν Αθήναις: παρά των εκδότη Σ. Κ. Βλαστώ 1874, σελ. 3829-3830. Πρβλ. και ΑΠ 48/1890, Θ. Β΄ (1891-1892), σελ. 119, η οποία αναγνωρίζει στη Μονή κληρονομικό δικαίωμα (και άρα όχι συγκυριότητα) στη μετά από την κουρά περιουσία, καθώς και ΑΠ 134/1908, Θ. Κ΄ (1909-1910), σελ. 23-24, η οποία αναφέρεται μεν σε «διάθεση», αυτή όμως λαμβάνει χώρα με βάση διαθήκη του μοναχού. Τέλος, και η ΕφΝαυπλ 210/1899, Θ. Γ΄ (1899-1900), σελ. 282, η οποία αναγνωρίζει τον περιορισμό του δικαιώματος του «διαθέτειν» 1/3 υπέρ της Μονής μόνο για τις αιτία θανάτου πράξεις του μοναχού.

[6] Βλ. ΠΠΑ 6543/2004, Νομοκανονικά 1/2005, σελ. 134 επ..

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί