Το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει το δικαίωμα διορισμού στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης συγγενών στελεχών Ενόπλων Δυνάμεων που απεβίωσαν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής – Οι τροποποιήσεις που επέφερε το άρθρο 18 του Ν. 4361/2016
Δυνάμει του άρθρου 18 του Ν. 4361/2016 (ΦΕΚ Α΄ 10/1.2.2016.), η παράγραφος 1 του άρθρου 19 του Ν. 1911/1990 αντικαταστάθηκε ως ακολούθως: «1. Δύο φυσικά πρόσωπα, κατά σειρά προτεραιότητας, σύζυγοι, τέκνα και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ή δεν επιθυμούν, αδέλφια ή γονείς, των μόνιμων αξιωματικών και ανθυπασπιστών, των μόνιμων και εθελοντών – εθελοντριών υπαξιωματικών, των οπλιτών 5ετούς υποχρεώσεως των Ενόπλων Δυνάμεων και των οπλιτών θητείας, καθώς και των πολιτικών υπαλλήλων, μονίμων ή επί συμβάσει του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας ειδικότητας πυροτεχνουργού και ναρκαλιευτή, που αποβιώνουν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής, διορίζονται, επιφυλασσομένων των διατάξεων «περί κωλυμάτων διορισμού», κατ’ εξαίρεση των ισχυουσών διατάξεων και ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών θέσεων, ύστερα από αίτησή τους, στον αντίστοιχο κλάδο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Προκειμένου για συγγενείς προσωπικού που υπηρετούσε στα κοινά σώματα διορίζονται σε κλάδο της επιλογής τους, ως μόνιμοι υπάλληλοι, σε θέση ανάλογη με τα προσόντα τους».
Η προϊσχύσασα μορφή της ως άνω παραγράφου προέβλεπε ότι «Οι σύζυγοι άνδρες και γυναίκες ή ένα τέκνο των μόνιμων αξιωματικών και ανθυπασπιστών, των μόνιμων και εθελοντών – εθελοντριών υπαξιωματικών, των οπλιτών 5ετούς υποχρεώσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και των πολιτικών υπαλλήλων, μονίμων ή επί συμβάσει του Υπουργείου Εθνικής Αμυνας ειδικότητας πυροτεχνουργού και ναρκαλιευτή, που αποβιώνουν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής, διορίζονται, επιφυλασσομένων των διατάξεων “περί κωλυμάτων διορισμού” (άρθρο 21 έως 23 π.δ. 611/77 “Υπαλληλικός Κώδικας”), κατ’ εξαίρεση των ισχυουσών διατάξεων και ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών θέσεων, ύστερα από αίτησή τους, στον αντίστοιχο κλάδο του Υπουργείου Εθνικής Αμυνας, ως μόνιμοι υπάλληλοι, σε θέση ανάλογη με τα προσόντα τους. Οι σύζυγοι (άνδρες ή γυναίκες) ή ένα τέκνο των μόνιμων αξιωματικών ή ανθυπαστιστών των κοινών σωμάτων που αποβιώνουν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής διορίζονται κατά τα προαναφερόμενα στο Γενικό Επιτελείο Στρατού».
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4361/2016 για το άρθρο 18 και την επελθούσα δι’ αυτού τροποποίηση της ανωτέρω διατάξεως, «με το άρθρο 19 του ν. 1911/1990 τυποποιείται η προστασία και η συμπαράσταση του Κράτους στις οικογένειες των µονίµων στελεχών των Ενόπλων Δυνάµεων, των οπλιτών αλλά και του µόνιµου ή µε σύµβαση πολιτικού προσωπικού, που αποβιώνουν κατά την εκτέλεση διατεταγµένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής. Η προστασία αυτή υλοποιείται µε το δικαίωµα διορισµού στο Υπουργείο Εθνικής Άµυνας, που παρέχεται στα µέλη των οικογενειών, που επλήγησαν από την απώλεια των συγγενών τους. Η συγκεκριµένη ρύθµιση επεκτείνει το ευεργέτηµα της εργασιακής αποκατάστασης των µελών της οικογένειας ή των αδελφών ή και γονέων του πεσόντος από ένα σε δύο άτοµα».
Περαιτέρω, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 19 του Ν. 1911/1990, όπως αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικά με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.2109/1992 (Α’ 205) και το άρθρο 10 παρ. 5 του Ν.3257/2004 (ΦΕΚ Α΄ 143/29.7.2004), «Της κατά την προηγούμενη παράγραφο προστασίας εφόσον δεν υπάρχουν πρόσωπα προστατευόμενα κατ’ εφαρμογή αυτής απολαμβάνουν και ένας αδελφός ή μία αδελφή των αποβιωσάντων. Στην ίδια ρύθμιση υπάγονται και όσοι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους ως οπλίτες γενικώς, μόνιμοι αξιωματικοί και ανθυπασπιστές, μόνιμοι και εθελοντές και εθελόντριες υπαξιωματικοί, εθελοντές πενταετούς υπηρεσίας, επαγγελματίες οπλίτες ή έφεδροι αξιωματικοί, πολιτικό προσωπικό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, καθίστανται ανάπηροι συνεπεία τραυματισμού ή ασθένειας σε ποσοστό άνω του 67% κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής, εφαρμοζόμενης της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του Ν. 2913/2001 (ΦΕΚ 102 Α΄)», ενώ κατά τις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου ως άνω άρθρου «3. Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου διορισμοί ενεργούνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Εθνικής Άμυνας. 4. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του π.δ. 611/1977».
Προσέτι, στο άρθρο 30 παρ. 1 του Ν.1947/1991 (ΦΕΚ Α΄ 70), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ.3 του Ν. 2109/1992 (Α΄ 205), ορίζεται ότι «Της κατά το άρθρο 19 του ν. 1911/1990 “Εισαγωγή γυναικών στις ανώτατες στρατιωτικές σχολές, ρύθμιση στρατολογικών θεμάτων και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ 166 Α`) προστασίας απολαμβάνουν και οι σύζυγοι ή ένα από τα τέκνα των εφέδρων αξιωματικών και οπλιτών γενικώς, οι οποίοι αποβιούν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής. Στην περίπτωση που κατά τα ανωτέρω αποβιώσαντες δεν έχουν σύζυγο ή τέκνα, το δικαίωμα διορισμού παρέχεται κατά προτεραιότητα σε έναν από τους γονείς ή μια αδελφή ή έναν αδελφό του αποβιώσαντος».
Επίσης, το άρθρο 13 του Ν. 2913/2001 προβλέπει ότι «1. Της κατά το άρθρο 19 του ν. 1911/1990 (ΦΕΚ 166 Α΄) προστασίας απολαμβάνουν και οι σύζυγοι ή ένα από τα τέκνα των πολιτικών υπαλλήλων, μονίμων ή επί συμβάσει, του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας ειδικότητας χειριστού αεροσκαφών, που απεβίωσαν ή αποβιώνουν κατόπιν αεροπορικού ατυχήματος κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής. Όταν δεν υπάρχουν σύζυγος ή τέκνα του αποβιώσαντος, το δικαίωμα διορισμού παρέχεται σε μία αδελφή ή έναν αδελφό αυτών. 2. Σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 19 του ν. 1911/1990 (ΦΕΚ 166 Α΄), όπως αυτές επεκτάθηκαν και τροποποιήθηκαν από την παράγραφο 1 του άρθρου 30 του ν. 1947/1991 (ΦΕΚ 70 Α΄, τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 12 του ν. 2109/1992 (ΦΕΚ 205 Α΄) και την προηγούμενη παράγραφο, το δικαίωμα μεταβιβάζεται στα λοιπά προβλεπόμενα κατά περίπτωση μέλη της οικογένειας αυτού που απεβίωσε ή κατέστη ανάπηρος, εφόσον προηγουμένως παραιτηθούν του σχετικού δικαιώματος ο ή η σύζυγος ή τα τέκνα αυτού. 3. Η προβλεπόμενη προστασία του άρθρου 19 του ν. 1911/1990 (ΦΕΚ 166 A΄), όπως η παράγραφος 2 αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν. 2109/1992 (ΦΕΚ 205 Α`), παρέχεται και στις περιπτώσεις που ο αποβιώσας ή καταστάς ανάπηρος σε ποσοστό άνω του 67% είναι ιδιώτης και έπαθε συνεπεία ατυχήματος, που οφείλεται σε υλικό ή μέσο των Ενόπλων Δυνάμεων. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από την 1.1.2000».
Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2936/2001 «Οι διατάξεις του άρθρου 19 του Ν. 1911/1990 (ΦΕΚ 166 Α΄) εφαρμόζονται και στους Επαγγελματίες Οπλίτες».
Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, καθιερώνεται υπέρ στενού συγγενικού προσώπου (συζύγου, τέκνου, αδελφού) στρατιωτικού που πέθανε, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας και ένεκα αυτής, δημόσιο δικαίωμα διορισμού ως μονίμου υπαλλήλου στο Δημόσιο, κατ’ εξαίρεση των ισχυουσών διατάξεων, (πλην των κωλυμάτων διορισμού), και ανεξαρτήτως από την ύπαρξη κενών θέσεων. Τούτο, προδήλως, αφενός μεν ως ηθική ανταμοιβή και ως αναγνώριση της προσφοράς του προσώπου που έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής έναντι των μελών της οικογενείας του, αφετέρου δε ως συνδρομή της Πολιτείας προς την οικογένεια του προσώπου αυτού, η οποία απώλεσε το εισόδημα που θα προσέφερε στην οικογένεια[1]. Για να τύχουν του κατοχυρούμενου προνομίου τα αναφερόμενα στα ανωτέρω άρθρα πρόσωπα πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά δύο προϋποθέσεις, ήτοι ο θάνατος του μονίμου αξιωματικού, ανθυπασπιστού κ.λ.π. να επήλθε α) κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και β) ένεκα αυτής[2]. Στα πλαίσια του «Κοινωνικού Κράτους» οι προαναφερόμενες στις ανωτέρω διατάξεις έννοιες «διατεταγμένη υπηρεσία» και «ένεκα αυτής» πρέπει να ερμηνευθούν διευρυμένες[3]. Έτσι, ο στρατιωτικός θεωρείται ότι τελεί σε «διατεταγμένη υπηρεσία» στις παρακάτω περιπτώσεις: 1) σε κάθε δραστηριότητα που λαμβάνει χώρα εντός του στρατοπέδου της μονάδας του και προβλέπεται από το πρόγραμμα ωρών υπηρεσίας και εκπαίδευσης, 2) κατά το χρόνο μετάβασης και επιστροφής από την οικία του στο χώρο εργασίας και αντίστροφα και 3) κατά το χρόνο μετάβασης στον τόπο προορισμού και επιστροφής στη Μονάδα, μετά τη λήψη οποιασδήποτε αδείας. Ως παθών δε «εξαιτίας της υπηρεσίας» θεωρείται, όταν υπάρχει άμεση σχέση του ατυχήματος με την υπηρεσία (δηλαδή εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας) και δε διαπιστώνεται υπαιτιότητα του παθόντα ή έστω, διαπιστώνεται ελαφρά αμέλειά του. Σε περίπτωση αυτοκτονίας στρατιωτικού, έχει κριθεί ότι η επίδραση της ίδιας της ενέργειάς του στο αποτέλεσμα (ήτοι η αυτοχειρία) είναι τόσο καταλυτική, ώστε δεν επιτρέπει να θεωρηθεί παθών «ένεκα της υπηρεσίας»[4].
Όπως έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί[5], οι ως άνω ευνοϊκές για τα περιοριστικώς αναφερόμενα μέλη των οικογενειών πεσόντων κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσία και ένεκα αυτής στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι σύμφωνες προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, ερμηνευόμενες ενόψει του σκοπού για τον οποίον θεσπίσθηκαν, ο οποίος συνίσταται στην αποκατάσταση των ανωτέρω προσώπων – μελών οικογενειών αποβιωσάντων στρατιωτικών κ.λπ., καταλαμβάνουν δε περιπτώσεις θανάτων που έχουν επισυμβεί όχι μόνον μετά αλλά και πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1911/1990. Διαφορετική ερμηνεία των διατάξεων τούτων θα καθιστούσε αντισυνταγματική τη σχετική ρύθμιση λόγω παράβασης της αρχής της ισότητας, διότι θα περιόριζε την παρεχόμενη προστασία, χωρίς αποχρώντα λόγο, μόνο στα μέλη της οικογένειας θανόντων σε διατεταγμένη υπηρεσία μετά την έναρξη ισχύος του υπό κρίσιν νόμου[6]. Σημειούται ότι η πρόσφατη υπ’ αριθμ. 3361/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι «στην περίπτωση κατά την οποία ο θάνατος του οπλίτη κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής έχει επισυμβεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1911/1990, το δικαίωμα διορισμού ενός αδελφού ή μίας αδελφής αυτού ως μόνιμου/μόνιμης υπαλλήλου στο Υπουργείο Εθνικής Αμυνας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 1-2 του ν. 1911/1990, δεν δύναται να ανατρέξει σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου ενάρξεως ισχύος του ν. 2109/1992 (: 29.12.1992), οπότε προβλέφθηκε το πρώτον υπέρ ενός αδελφού ή μίας αδελφής των οπλιτών γενικώς που απεβίωσαν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής η δυνατότητα διορισμού του/της ως μόνιμου/μόνιμης υπαλλήλου στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας»[7].
Οι προαναφερθείσες διατάξεις δε θέτουν οιονδήποτε χρονικό περιορισμό ως προς την άσκηση του δικαιώματος διορισμού ως μόνιμων υπαλλήλων στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας των ανωτέρω μελών της οικογένειας θανόντων κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής στρατιωτικών κ.λπ., με αποτέλεσμα το δικαίωμα αυτό να δύναται να ασκηθεί οποτεδήποτε μετά τη θεμελίωσή του και ανεξαρτήτως της απασχολήσεως του δικαιούχου σε άλλη εργασία κατά το μεσολαβήσαν – μεταξύ του χρόνου θεμελιώσεως και ασκήσεως του δικαιώματος – χρονικό διάστημα και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα αποδυναμώσεως του δικαιώματος αυτού λόγω της παρόδου μακρού χρονικού διαστήματος από το χρόνο θεμελιώσεώς του[8], δεδομένου ότι επί του ανωτέρω δημοσίου δικαιώματος δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα περί καταχρηστικής ασκήσεως των ιδιωτικών δικαιωμάτων, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αποδυνάμωση του δικαιώματος. Σε κάθε περίπτωση, το κοινωνικό αυτό δικαίωμα δεν επιτρέπεται να ασκείται υπό του δικαιούχου καταχρηστικώς, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος. Τοιαύτη όμως καταχρηστική άσκηση ατομικού ή κοινωνικού δικαιώματος συντρέχει μόνον όταν η άσκηση του δικαιώματος, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα εκ των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. ΔΕΑ 29/2011, ΔΕΑ 51/2008, ΔΕΑ 61/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[2] Βλ. ΔΕΑ 2258/2013, ΔΕΑ 965/2012, ΔΕΑ 897/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[3] Βλ. ΔΕΑ 1798/2008, Γνμδ ΝΣΚ 188/2004, Γνμδ ΝΣΚ 417/2004, Γνμδ ΝΣΚ (Ολομ.) 697/2002, Γνμδ ΝΣΚ 391/2002, Γνμδ ΝΣΚ 258/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[4] Βλ. Γνμδ ΝΣΚ 258/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[5] Βλ. ΣτΕ 2931/2015 (7μ.), ΔΕΑ 51/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[6] Βλ. ΔΕΑ 51/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[7] Βλ. ΣτΕ 3361/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[8] Βλ. ΣτΕ 3361/2015, ΣτΕ 3979/2012, ΔΕΑ 51/2008, ΔΕΑ 61/2008, ΔΕΑ 835/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.