Το τεκμήριο αθωότητας στην υπόθεση της Ηριάννας Β.Λ.
Στην ισχύουσα ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχει ρητή κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας. Το γεγονός ότι δεν κατοχυρώνεται ρητά, δε σημαίνει κι ότι απουσιάζει από τη νομική πραγματικότητα της χώρας μας. Από το συνδυασμό αρκετών διατάξεων του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το τεκμήριο αθωότητας και ισχύει και προστατεύεται. Το νόημα και ο σκοπός των διατάξεων 371§2 εδ. γ (περίπτωση ισοψηφίας), 546§2 (εκτέλεση αποφάσεων), 471 (ανασταλτικό αποτέλεσμα των ένδικων μέσων) και 281-303 (προσωρινή κράτηση) του ΚΠοινΔ, φανερώνουν ότι το τεκμήριο αθωότητας αναγνωρίζεται και προστατεύεται (τουλάχιστον έμμεσα) από τον Έλληνα νομοθέτη.
Με την κύρωση της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρ.6 παρ.2 ΕΣΔΑ, το οποίο ορίζει ότι «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του», απέκτησε αυξημένη τυπική ισχύ βάσει του άρθρου 28§2 του Συντάγματος και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής έννομης τάξης, χωρίς μάλιστα να είναι δυνατή η κατάργησή του με νόμο. Σε κοινοτικό επίπεδο, με το άρ.6 παρ.2 της Συνθήκης για την ΕΕ το οποίο ορίζει ότι «Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη Δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στην Ρώμη στις 4-11-1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου», καθίσταται σαφές ότι το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί μέρος όχι μόνο του εσωτερικού μας δικαίου αλλά και του κοινοτικού, με κοινό μάλιστα τρόπο κατοχύρωσης τους το άρθρο 6§2 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, και σε νομολογιακό επίπεδο, το ΔΕΚ αναγνωρίζει το τεκμήριο μέσω της ΕΣΔΑ και των γενικότερων συνταγματικών αρχών των κρατών-μελών, θεωρώντας το αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο.
Σε κάθε ποινική δίκη αντικείμενο απόδειξης αποτελεί η ενοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι αθώος λόγω του τεκμηρίου αθωότητας μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του. Η αδυναμία του κατηγορουμένου ν’ αποδείξει την αθωότητά του, σε καμία περίπτωση δε δίνει το δικαίωμα στο δικαστήριο να τον καταδικάσει και δε σημαίνει ότι είναι ένοχος για κάποιο έγκλημα. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. Η αρχή αυτή επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).
Στις 9 Μαρτίου 2016 εξεδόθη η Οδηγία 2016/343 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ.
Σκοπός της νέας οδηγίας είναι να ενισχυθεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, με τη θέσπιση κοινών ελάχιστων κανόνων για ορισμένες πτυχές του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Οδηγίας «1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εισαγγελική αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής των υπόπτων και των κατηγορουμένων. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη οποιασδήποτε υποχρέωσης του δικαστή ή του αρμόδιου δικαστηρίου να αναζητούν τόσο ενοχοποιητικά όσο και απαλλακτικά στοιχεία και του δικαιώματος της υπεράσπισης να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία. 2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ενοχής είναι προς όφελος του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων και όταν το δικάζον δικαστήριο διατυπώνει εκτίμηση σχετικά με το εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο θα πρέπει να αθωωθεί».
Μεγάλες διαστάσεις έχει λάβει η καταδίκη της 29χρονης υποψήφιας διδάκτορος της Φιλοσοφικής Ηριάννας Β.Λ. από το Β’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας σε 13 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση χωρίς να δοθεί στην έφεσή της αναστέλλουσα δύναμη. Πρόκειται για μία δικαστική απόφαση που, απ’ ότι λέγεται, στηρίχθηκε σε αμφισβητήσιμα στοιχεία, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το τεκμήριο της αθωότητας της κατηγορουμένης.
Πιο συγκεκριμένα, από στοιχεία που δίδονται δημοσιογραφικά στο διαδίκτυο, το δικαστήριο έκρινε ένοχη την κατηγορούμενη με βάση ένα μερικό δείγμα DNA πάνω σε ένα κινητό, άρα και εύκολα μεταφερόμενο, αντικείμενο, (και το οποίο δείγμα πλέον έχει καταστραφεί εμποδίζοντας οποιαδήποτε μορφή επαλήθευσης της εξέτασης) καθώς και της προσωπικής σχέσης που διατηρούσε με τον σύντροφό της, ο οποίος αθωώθηκε αμετάκλητα για συμμετοχή στην ίδια οργάνωση.
Η τεχνική έκθεση του διορισμένου από την οικογένεια της κατηγορούμενης πραγματογνώμονα Γεώργιου Φιτσιάλου, διδάκτορα Μοριακής Βιολογίας γαλλικού πανεπιστημίου αλλά και γενικό διευθυντή του Ευρωπαϊκού Κέντρου Γενετικής και Ταυτοποίησης DNA καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει ταυτοποίησή της με το επίμαχο μερικό γενετικό προφίλ. O πραγματογνώμονας επισημαίνει στην έκθεσή του ότι σημειώθηκαν «τραγικά λάθη, σοβαρές ελλείψεις και σημαντικές αποκλίσεις από τους κανόνες που έχει θεσπίσει η διεθνής επιστημονική κοινότητα για την ανάλυση DNA δειγμάτων εγκληματολογικού χαρακτήρα». Ο τελευταίος ανέφερε στην έκθεσή του ότι από την ταυτοποίηση των δειγμάτων προέκυψε πως από το σύνολο των 16 γενετικών δεικτών 7 εμφάνισαν συμβατότητα, οι 5 ήταν μη πλήρως συμβατοί και 3 δεν έδωσαν καθόλου αποτέλεσμα. Επιπλέον, αμφισβήτησε την πληρότητα του δείγματος, αφού, όπως αναφέρει στο πόρισμά του, στην αντίδραση χρησιμοποιήθηκαν 174 pg, την στιγμή που «οι οδηγίες των κατασκευαστών των αντιδραστηρίων ορίζουν ως βέλτιστη τιμή τα 1.000 pg, ενώ τα χαμηλότερα όρια ευαισθησίας είναι της τάξης των 250pg».
Πλήρες δείγμα, όπως λένε οι ειδικοί, σημαίνει ότι αυτό που θα λάβουμε θα μας δώσει ένα πλήρες προφίλ, με βεβαιότητα προς ταυτοποίηση. Στη συνέχεια, το συγκρίνουμε με 16 σημεία με το προφίλ κάποιου άλλου και εάν υπάρχει και στα 16 σημεία ταύτιση, τότε έχουμε ταυτοποίηση. Για να περιγραφεί με απλά λόγια, το DNA είναι ένα καλούπι που αποτελείται από 16 ‘τεμάχια’. Εάν μου λείπουν τα μισά, είναι λογικό ότι δεν έχω το πλήρες καλούπι, άρα σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να είμαι σίγουρος ότι το δείγμα είναι συμβατό με το άτομο.
Η εν λόγω αμφιλεγόμενη απόφαση και ο εγκλεισμός της κατηγορούμενης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης έχουν προκαλέσει έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, με ένα μεγάλο κύμα συμπαράστασης να δημιουργείται από όλους τους χώρους (πολιτικό, καλλιτεχνικό, εκπαιδευτικό). Μία ποινή κάθειρξης 13 χρόνων, χωρίς αναστολή, χωρίς ελαφρυντικά, χωρίς μαρτυρικές καταθέσεις, βασισμένη μόνο σε ένα μερικό αμφιλεγόμενο δείγμα DNA, όπως τουλάχιστον φημολογείται, παραβιάζει το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 6 της Οδηγίας 2016/343, που αναφέρει ότι «τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εισαγγελική αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής των υπόπτων και των κατηγορουμένων. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη οποιασδήποτε υποχρέωσης του δικαστή ή του αρμόδιου δικαστηρίου να αναζητούν τόσο ενοχοποιητικά όσο και απαλλακτικά στοιχεία και του δικαιώματος της υπεράσπισης να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία»..
Να σημειωθεί ότι, το Εφετείο Αθηνών είχε κρίνει με την υπ’ αριθμ. 3912/2012 απόφασή του (ΤΝΠ Nomos) ότι «εκτιμάται ελεύθερα η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η δε διαλαμβανόμενη σε αυτήν αξιολόγηση δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη καθόσον η ανεύρεση γενετικού υλικού του κατηγορουμένου σε εξεταζόμενο αντικείμενο (σκούφο) δεν σημαίνει ότι αυτός είχε απαραιτήτως έρθει σε επαφή με το αντικείμενο αυτό, διότι οι έμμεσοι τρόποι μεταφοράς του DNA με μορφή διαφόρων βιολογικών υλικών είναι πολλοί και με τον αέρα» και αθώωσε τον κατηγορούμενο.
Αξίζει φυσικά να τονίσουμε και την εισαγγελική αγόρευση στη δίκη για τη ληστεία στο Φιλώτα Φλώρινας, η οποία αναφέρεται στο DNA ως αποδεικτικό στοιχείο και τονίζει ότι αυτό (το DNA) «θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό και με άλλα στοιχεία ή συνθήκες και διάφορους παράγοντες και με οποιαδήποτε άλλη παράμετρο της συγκεκριμένης πράξης, με λεπτομερή και υπεύθυνη διερεύνηση κάθε εγκλήματος με σκοπό τελικά την εξερεύνηση της αλήθειας, τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και την απόδοση βέβαιης δικαιοσύνης. Επίσης σημασία έχει και ο συνδυασμός και άλλων παραγόντων και συνθηκών, δηλαδή τα σημεία, ο χώρος, ο τόπος που εντοπίζεται και οι σχέσεις τους με το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, ο βαθμός αμεσότητος με αυτό και ο επηρεασμός της διαπίστωσης και κρίσης για αυτή τη σχέση. Είναι ένα χρήσιμο εργαλείο στη δικαστική διερεύνηση των υποθέσεων, δεν είναι όμως ορθό σε καμιά περίπτωση να αντικαταστήσει ή υποκαταστήσει τη νοητική δικανική κρίση που διαμορφώνεται κατόπιν εκτίμησης και ενδελεχούς έρευνας όλων των στοιχείων και παραμέτρων κάθε υπόθεσης. Μάλιστα, κατά τον καθηγητή ποινικού δικαίου Ηλία Κωστόπουλο, βασικό ζητούμενο είναι το τεστ DNA να συνεκτιμάται ως ένα από τα αποδεικτικά μέσα της δίκης με τη σχετικότητα που αρμόζει σε κάθε διαγνωστική μέθοδο. Ας μην ξεχνάμε, αναφέρει, ότι η ανάλυση DNA αποδεικνύει απλώς την ταυτοποίηση του προσώπου, όχι την τέλεση του εγκλήματος. Αποδεικνύει ότι το άτομο βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος, όχι ότι ήταν και ο δράστης. Θα πρέπει ολοκληρωμένα να τίθεται στη σωστή τους διάσταση προς αποφυγή λανθασμένων συμπερασμάτων».
Κατά συνέπεια, στην προκείμενη υπόθεση, υπό την προϋπόθεση ότι το ως άνω δείγμα DNA ήταν το μόνο ενοχοποιητικό στοιχείο στη δικογραφία, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι αποδείχθηκε ανεπιφύλακτα η ενοχή της Ηριάννας Β.Λ. κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωώτητας.
Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr