Ερμηνεία άρθρου 63 ΚΔΔ
Κατά την έννοια των διατάξεων (άρθ. 63 ΚΔΔ), η τυχόν μέχρι τη συζήτηση της προσφυγής, η οποία στρέφεται κατά της τεκμαιρόμενης, λόγω άπρακτης παρέλευσης του τασσόμενου στο Νόμο χρονικού διαστήματος, απορρίψεως αιτήματος του διοικουμένου, εκδοθείσα ρητή αρνητική πράξη λογίζεται συμπροσβαλλόμενη με την προσφυγή, ανεξάρτητα αν η τεκμαιρόμενη απόρριψη προσβάλλεται εκπροθέσμως. Τούτο δε, όχι μόνον διότι η παρατεθείσα § 6 του άρθρου 63 του ΚΔΔ δεν προβλέπει τέτοια προϋπόθεση, αλλά και διότι, εν πάση περιπτώσει, κατά τη σαφή ρύθμιση του Νόμου, η ρητή απόρριψη μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς. Θα ήταν δε αντίθετο στην αρχή της οικονομίας της δίκης να υποχρεούται ο προσφεύγων στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή είχε προσβάλει εκπροθέσμως τη σιωπηρή απόρριψη, να ασκήσει και δεύτερη προσφυγή κατά της ρητής απορρίψεως, ώστε να κριθεί η νομιμότητά της.
Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή ενισχύεται και από τη ρύθμιση του προϊσχύσαντος ΠΔ 341/1978 (Α` 71), το οποίο στο άρθρο 19 προέβλεπε ότι ρητή αρνητική πράξη λογίζεται συμπροσβαλλόμενη με την προσβληθείσα με προσφυγή σιωπηρή άρνηση, υπό την προϋπόθεση ότι η προσφυγή κατά της τελευταίας ήταν παραδεκτή (εμπρόθεσμη). Αντιθέτως, σύμφωνα με το ίδιο ΠΔ/μα, επί προσφυγής κατά τεκμαιρόμενης απορρίψεως ενδικοφανούς προσφυγής, η μεταγενεστέρως εκδιδόμενη ρητή απορριπτική πράξη ελογίζετο συμπροσβαλλόμενη ανεξαρτήτως αν η τεκμαιρόμενη απόρριψη είχε προσβληθεί εμπροθέσμως (207/2018 ΔΕΦ ΑΘ, ΣτΕ 2954/1997 7μ. 3427/2001, 2097/2007, 1899/2011).
Λένα Πολύζου, δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr