Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων χωρίς μεταβολή των πραγματικών περιστατικών

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 697 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 1 άρθρου πέμπτου του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α΄ 87) προβλέπεται ότι: «Το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία μπορεί, με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Ο δικαστής, και στο πολυμελές πρωτοδικείο, ο πρόεδρος, ορίζουν την δικάσιμο και την προθεσμία κλήτευσης».

Με την προκείμενη διάταξη παρέχεται η δυνατότητα υποβολής ανακλητικής ή μεταρρυθμιστικής αίτησης της απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα ή απορρίπτει τη χορήγηση αυτών, στο Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την κύρια υπόθεση, από το διάδικο που δικαιολογεί προς τούτο έννομο συμφέρον, όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία στο Δικαστήριο αυτό με την άσκηση αγωγής. Η εκκρεμοδικία, δηλαδή, της κύριας υπόθεσης στο αρμόδιο Δικαστήριο θεμελιώνει την εξουσία του τελευταίου προς ανάκληση ή μεταρρύθμιση, ολική ή μερική, της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων. Από τη σαφή λεκτική διατύπωση της μόλις ρηθείσης διατάξεως, προκύπτει ότι η εξουσία ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης που διέταξε τα ασφαλιστικά μέτρα ανήκει στο αρμόδιο για την κύρια υπόθεση Δικαστήριο. Τούτο δικαιολογείται γιατί το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της κύριας υποθέσεως έχει υπ’ όψιν του ολόκληρη την υπόθεση και μπορεί να κρίνει καλύτερα από κάθε άλλο, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ασφαλιστικών μέτρων που διατάχθηκαν ή αν ορθώς απερρίφθη το αίτημα χορήγησής τους, καθώς και αν συντρέχει περίπτωση διατήρησης, ανάκλησης ή μεταρρύθμισης αυτών. Υπό άλλη διατύπωση, σκοπός της ρύθμισης του άρθ. 697 ΚΠολΔ είναι ο επανέλεγχος της για τα ασφαλιστικά μέτρα απόφασης από το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης, καθόσον αυτό θα έχει πλήρη εποπτεία και εικόνα του νομικού, ιστορικού και αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης. Η διάταξη αυτή θεσπίσθηκε ενόψει της ρύθμισης του άρθ. 699 ΚΠολΔ, που απαγορεύει την εκ μέρους των διαδίκων άσκηση ενδίκων μέσων, καθιστώντας το Δικαστήριο της κύριας δίκης το μόνο λειτουργικώς αρμόδιο να κρίνει την ανάγκη διατήρησης ή μη καθώς και την ανάγκη χορήγησης του ασφαλιστικού μέτρου. Συνεπώς, δυνάμει του άρθ. 46 ΚΠολΔ που αναλύθηκε ανωτέρω, αν το Δικαστήριο στο οποίο έχει εισαχθεί η κύρια υπόθεση δεν είναι αρμόδιο καθ’ ύλην, η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης, θα γίνει από το Δικαστήριο στο οποίο ως αρμόδιο, θα πρέπει να παραπέμψει την υπόθεση.

Σε κάθε περίπτωση, δέον να τονισθεί ότι η νέα διατύπωση της διάταξης του άρθ. 697 ΚΠολΔ, επιτρέπει ρητώς την κατάθεση ανακλητικής αιτήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου της κύριας δίκης κατά αποφάσεων που έχουν απορρίψει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Τουναντίον, το Δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί με βάση τη διάταξη του άρθ. 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, να ανακαλέσει ή να μεταρρυθμίσει απορριπτικές αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων και δεδομένου και του σαφούς γράμματος της διάταξης αυτής, περιορίζεται μόνο στην ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση αποφάσεων που έχουν διατάξει ασφαλιστικά μέτρα[1].   

Προσέτι, είναι γεγονός ότι η προμνησθείσα διάταξη του άρθ. 697 ΚΠολΔ δεν θέτει περιορισμούς για την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που δεν εκδόθηκε από το Δικαστήριο της κύριας δίκης και προπάντων δεν απαιτείται μεταβολή των πραγμάτων, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθ. 696 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα. Έτσι, το άρθ. 697 ΚΠολΔ ενεργεί ως υποκατάστατο των απαγορευμένων από το άρθ. 699 ΚΠολΔ ενδίκων μέσων, μπορεί δηλαδή η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης να βασίζεται και σε νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της αποφάσεως που διέταξε ή απέρριψε το αίτημα χορήγησης των ασφαλιστικών μέτρων. Για να μπορεί όμως να λειτουργήσει με τέτοια ευρύτητα ως υποκατάστατο των ενδίκων μέσων η προβλεπόμενη από το άρθ. 697 ΚΠολΔ ανάκληση ή μεταρρύθμιση, πρέπει το Δικαστήριο της κύριας δίκης, στο οποίο ασκείται η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης, να είναι ανώτερο από αυτό που εξέδωσε την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων (Σχετικό 15)[2]. Άλλοις λόγοις, προκειμένου η δυνατότητα που παρέχει το άρθ. 697 ΚΠολΔ να μπορέσει να λειτουργήσει ως «οιονεί ένδικο μέσο» και αντίστοιχα το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης ανάκλησης/ μεταρρύθμισης κι εξετάζει τυχόν πραγματικές ή/και νομικές πλημμέλειες της ανακαλούμενης ή μεταρρυθμιζόμενης απόφασης, ως τρόπον τινά «δευτεροβάθμιο δικαστήριο», θα πρέπει το τελευταίο να είναι ιεραρχικά ανώτερο από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων. Αντίστοιχα και σε σύμπλευση με τα μόλις ρηθέντα, όταν το Δικαστήριο της κύριας δίκης είναι κατώτερο από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων (όπως συμβαίνει πολύ συχνά στις υποθέσεις νομής ή κατοχής), η ενδοδιαδικαστική δέσμευση από το δόγμα της ιεραρχίας εμποδίζει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων από το κατώτερο Δικαστήριο της κύριας δίκης για νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της απόφασης, δε θίγεται, ωστόσο, το ιεραρχικά ανώτερο Δικαστήριο, όταν η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση από το κατώτερο Δικαστήριο βασίζεται σε μεταβολή των πραγμάτων[3].

Αγγελική Πολυδώρου

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] ίδετε Χ. Απαλλαγάκη, Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 591-1054, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, σελ. 1902

[2] βλ. Κεραμεύς/ Κονδύλης/ Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, ΙΙ 591-1054, Εκδόσεις Σάκκουλα/ Αθήνα – Θεσσαονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/ Αθήνα – Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, 2000, σελ. 1368 – §4.

[3] βλ. Κεραμεύς/ Κονδύλης/ Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, ΙΙ 591-1054, Εκδόσεις Σάκκουλα/ Αθήνα – Θεσσαονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/ Αθήνα – Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, 2000, σελ. 1368 – §5.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί