Η προβολή ένστασης συμψηφισμού δημιουργεί εκκρεμοδικία ως προς την ανταπαίτηση που αυτή αφορά – Ποιες οι συνέπειες αυτής
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Από το χρονικό αυτό σημείο, ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Η πρόταση του συμψηφισμού, η οποία γίνεται με μονομερή δήλωση του ενός γνωστοποιητέα στον άλλο και συνιστά μονομερή ουσιαστική δικαιοπραξία, επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν.
Οι υποκείμενες σε συμψηφισμό απαιτήσεις πρέπει να είναι ομοειδείς κατά αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Ομοειδείς είναι οι απαιτήσεις των οποίων τα αντικείμενα έχουν τα ίδια γνωρίσματα, όπως οφειλή χρημάτων και από τα δύο μέρη, ανεξάρτητα από τις ενοχές από τις οποίες απορρέουν. Το ομοειδές κρίνεται κατά το χρονικό σημείο πρότασης του συμψηφισμού. Βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίξει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη[1].
Η πρόταση της ένστασης συμψηφισμού δημιουργεί, σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκκρεμοδικία. Έτσι, αν μετά την πρόταση συμψηφισμού σε δίκη ασκηθεί σε οποιοδήποτε Δικαστήριο, αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή προβληθεί ένσταση συμψηφισμού, που στηρίζεται στην ίδια απαίτηση ή αν έχει προηγηθεί αγωγή κ.λπ. και ακολουθήσει η σχετική ένσταση συμψηφισμού σε οποιοδήποτε Δικαστήριο, θα ανασταλεί αυτεπάγγελτα η εκδίκαση της μεταγενέστερης αίτησης μέχρι την περάτωση της πρώτης δίκης.
Η έλλειψη εκκρεμοδικίας, δηλαδή, αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που υπαγορεύεται από λόγους διαφύλαξης της αυθεντίας των δικαιοδοτικών οργάνων από την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων.
Η εκκρεμοδικία έχει ως αποτέλεσμα όχι την απόρριψη, αλλά την αναστολή της εκδίκασης, έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη της νέας αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, διατάσσεται, δε, όχι μόνο μετά από ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, γιατί η διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ έχει τεθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος[2]. Η κρίση του Δικαστηρίου της δεύτερης δίκης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εκκρεμοδικίας οδηγεί σε απόφαση μη οριστική αναστολής της δεύτερης δίκης μέχρι έκδοσης οριστικής σε κάθε δικαιοδοτικό βαθμό απόφασης επί της πρώτης. Η ευδοκίμηση, δηλαδή, της ένστασης εκκρεμοδικίας συνεπάγεται την αναστολή απλώς της δεύτερης δίκης μέχρι περάτωσης της πρώτης.
Η αναστολή είναι καθολική σε περίπτωση άσκησης μεταγενέστερης όμοιας κατά περιεχόμενο και έκταση αγωγής, ενώ αν η τελευταία ή η ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού με την οποία επανεισάγεται η αγωγική αξίωση δεν συμπίπτει κατά ποσό με εκείνο της πρώτης αγωγής δεν αναστέλλεται, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 249 ΚΠολΔ[3].
Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr
[1] βλ. ΑΠ 435/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 294/2014, Αρμ 2014. 1306, ΑΠ 782/ 2014, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 450/2013, ΧρΙΔ 2013.583, ΑΠ 936/2013, ΝοΒ 2014.33, ΑΠ 840/2012, ΧρΙΔ 2013.27, ΑΠ 1460/2012, ΕπισκΕμπΔ 2013.324
[2] βλ. ΕφΛαμ 32/2000, ΕλλΔνη 42.468, ΠΠΑθ 617/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΠΠΑθ 4359/2010 2010, ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΑθ 6128/2014, ΕλλΔνη 2015.842, ΜΠΑθ 115/ 1995, ΑρχΝομ 1995.678, ΜΠΘεσ 28977/2003, ΤΝΠ Νόμος
[3] βλ. ΜΠρΠατρ 281/2019 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Μακρίδου στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 222, αριθμ. 19-20, σελ. 487-488, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ Τόμος Β`, άρθρο 222, αριθμ, 38 και 43, σελ. 50-52, Μ. Μαργαρίτης/Αντ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος I, άρθρο 222, αριθμ. 3-4, σελ. 415