Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης δικαστικής διανομής, δημιουργείται δεδικασμένο και οι κοινωνοί δεν μπορούν να αμφισβητήσουν το μέγεθος των ιδανικών μερίδων τους επί του πλειστηριαζόμενου κοινού ακινήτου

Στο άρθρο 993 ΚΠολΔ, ορίζονται τα ακόλουθα «1. Η κατάσχεση γίνεται με τη σύνταξη έκθεσης από το δικαστικό επιμελητή μπροστά σ’ έναν ενήλικο μάρτυρα. Η κατάσχεση του ενυπόθηκου κτήματος μπορεί να γίνει είτε κατά του οφειλέτη είτε κατά του τρίτου κυρίου είτε κατά εκείνου που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο κτήμα, αφού κοινοποιηθεί η επιταγή στον οφειλέτη και- στον τρίτοι. Η προθεσμία του άρθρου 926 αρχίζει από την τελευταία κοινοποίηση. 2. οι διατάξεις των παραγράφων 1 εδάφιο β’ και 2 έως 4 του άρθρου 954 εφαρμόζονται και εδώ, με εξαίρεση τον χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, ο οποίος ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά (7) μήνες από την ημερομηνία περάτωσης της κατάσχέσης, και πάντως όχι μετά από την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία αυτή. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται το μήνα Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του. Για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης».

Περαιτέρω, στο άρθρο 954 παρ. 2 και 4 ΚΠολΔ, προβλέπονται τα ακόλουθα: «2. Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 και α) ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, β) αναφορά της εκτίμησης του κατασχεμένου που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή o πραγματογνώμονας, γ) τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο κινητό πράγμα, δ) αναφορά, του εκτελεστού τίτλου στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά σε πέντε (5) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την, κατά το άρθρο 927 εντολή, καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου  στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους. 4, Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε’ άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686  μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης και του αποσπάσματος αυτής, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00′ το μεσημέρι της όγδοης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)». Η ως άνω οριζόμενη προθεσμία των δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών για το παραδεκτό της κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ ανακοπής είναι δικονομική, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η πάροδός της συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης (πρβλ. ΑΠ 959/2019 δημ. Τ.Ν. , ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 261/2017 δημ. Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1021 ΚΠολΔ: «Όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 955, αν πρόκειται για κινητό, ή του άρθρου 995, αν πρόκειται για ακίνητο. Ο εκούσιος πλειστηριασμός πραγματοποιείται με τη διαδικασία είτε του άρθρου 959, αν πρόκειται για κινητό, είτε του άρθρου 998, αν πρόκειται για ακίνητο.».

Περαιτέρω, ειδικά για την περίπτωση που διατάσσεται η πώληση του διανεμητέου με πλειστηριασμό, λόγω του ότι η αυτούσια διανομή του είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, ορίζεται στο άρθρο 484 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού αρχίζει με  την περιγραφή των επικοίνων κατά το άρθρο 954 ΚΠολΔ και διεξάγεται όπως ορίζουν τα άρθρα 959 επόμ., οι διατάξεις δε, αυτές ισχύουν παράλληλα, ως μη αντιτιθέμενες, όσον αφορά στην προδικασία και την κυρία διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού (βλ. σχετ. ΑΠ 152/2000 ΕλλΔνη 41.712, ΑΠ 938/1996 ΕλλΔνη 38.1073, ΑΠ 99/1990 ΕλλΔνη 32.85), ο δε, κατ’ άρθρο 484 ΚΠολΔ πλειστηριασμός αποτελεί μορφή εκούσιου πλειστηριασμού κατά το ως άνω άρθρο 1021 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 23/2001 ΕλΔ 43.87, ΑΠ 312/2000 ΕλΔ 41.711, ΑΠ 938/1996 οπ, ΑΠ 519/1994 ΕλΔ 36.149, ΑΠ 193/1994 ΕλΔ 37.96).

Επιπρόσθετα, με τη δικαστική διανομή δημιουργείται δεδικασμένο, κατά πρώτο λόγο αναφορικά με το κύριο ζήτημα της δίκης, δηλαδή το δικαίωμα δικαστικής διανομής. Το δικαίωμα αυτό απορρέει από την προϋπάρχουσα σχέση της κοινωνίας, η ύπαρξη της οποίας αποτελεί προδικαστικό ζήτημα του δικαιώματος δικαστικής διάπλασης με τη μορφή της δικαστικής διανομής, και ως τέτοιο καλύπτεται από το δεδικασμένο (άρθρο 330 ΚΠολΔ). Εφόσον καλύπτεται από το δεδικασμένο το δικαίωμα, στο οποίο θεμελιώνεται η κοινωνία, εξυπακούεται ότι καλύπτεται από το δεδικασμένο και η δικαστική διάγνωση των ιδανικών μερίδων  συμμετοχής των κοινωνών σε αυτή (άρθρο 479 ΚΠολΔ). Συνεπώς, μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης οι κοινωνοί δεν μπορούν πλέον να αμφισβητήσουν το μέγεθος των ιδανικών μερίδων τους (ΑΠ 1287/2003 ΕλλΔνη 46.417, ΑΓΙ 938/1996 ΕλλΔνη 1997.1073). Η μετά τη τελεσιδικία της απόφασης διαφοροποίηση της ιδανικής μερίδας των κοινωνών, λόγω καθολικής ή ειδικής διαδοχής (η από οποιαδήποτε άλλη αιτία), και η εντεύθεν προκύπτουσα διάφορη αναλογία τους στον πλειστηριασμό, λαμβάνεται ενδεχομένως υπόψη κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος και αφορά τις ενοχικές αξιώσεις μεταξύ των κοινωνών και δεν ανατρέπει την απόφαση ούτε συνιστά λόγο ματαίωσης ή ακύρωσης της διαδικασίας του πλειστηριασμού που διεξάγεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων, μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η περί εκούσιου πλειστηριασμού του επικοίνου δικαστική απόφαση (ΑΠ 938/1996 ΕλλΔνη 1997.10731, ΑΠ 193/1994 ΕλλΔνη 37.96, ΕφΑθ 1714/2008 ΕΔικΠολυκ 2009.328, ΕφΑθ 6583/1979 ΝΟΒ 1980.313-4, ΠΠΑθ 4562/2007 ΕλλΔνη 2008.305, Λήδα Πίψου, Δικαστική Διανομή, Αθήνα 2006, σελ. 408-9).

 

Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί