Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Κληρονομικό καταπίστευμα

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1923, 1935 και 1940 ΑΚ, προκύπτει ότι ο διαθέτης μπορεί να εγκαταστήσει με τη διαθήκη του κληρονόμο και να τον υποχρεώσει να παραδώσει, ύστερα από ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός, την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον, τον καταπιστευματοδόχο. Δηλαδή, το κληρονομικό καταπίστευμα είναι ο θεσμός, που παρέχει στον διαθέτη τη δυνατότητα να ορίσει με τη διαθήκη του, όχι μόνο τον κληρονόμο του, αλλά και απώτερο κληρονόμο (μετακληρονόμο) ή κληρονόμους, στους οποίους θα περιέλθει η κληρονομιά του, κατά κανόνα, όταν πεθάνει ο αρχικός κληρονόμος, εφόσον ο διαθέτης με τη διαθήκη του δεν όρισε άλλο χρονικό σημείο ή γεγονός. Με την επέλευση του γεγονότος αυτού ή του χρόνου που τυχόν τάσσεται στη διαθήκη, η κληρονομιά επάγεται αυτοδικαίως στον καταπιστευματοδόχο με την ιδιότητα του κληρονόμου/καθολικού διαδόχου του κληρονομουμένου και όχι απλώς με την ιδιότητα δικαιούχου ενοχικής αξίωσης κατά του αρχικού κληρονόμου, αφού όμως αποκτήσει προηγουμένως την κληρονομία ο βεβαρημένος με καταπίστευμα κληρονόμος, ο οποίος αποκτά μετακλητή αλλά πλήρη κυριότητα επί των πραγμάτων που ανήκαν στον κληρονομηθέντα μέχρι την επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο (ΜονΕφΑιγ 35/2020, ΜονΕφΑθ 3315/2015 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον τελευταίο, αυτός δικαιούται να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα στη νόμιμη προθεσμία και εάν το καταπίστευμα αφορά ακίνητα πρέπει να προβεί σε δήλωση αποδοχής του καταπιστεύματος και μεταγραφής αυτής (άρθρα 1846, 1193 και 1195 ΑΚ), χωρίς τις οποίες δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητάς τους σ’ αυτόν, αλλά μόνο της νομής (άρθρο 983 ΑΚ). Πριν από την επαγωγή, ηρτημένου του καταπιστεύματος, δεν μπορεί ο καταπιστευματοδόχος να προβεί σε αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας, αν, δε, αυτή (αποδοχή ή αποποίηση) γίνει είναι άκυρη (άρθρα 1940 και 1851 εδ.α΄ ΑΚ), εκτός αν ο βεβαρημένος κληρονόμος μετά την αποδοχή της κληρονομιάς παραιτηθεί από αυτήν υπέρ του καταπιστευματοδόχου, κατά τις διατάξεις για την αποδοχή ή την αποποίησή της.

Έτσι, με την επαγωγή του καταπιστεύματος επέρχεται αυτοδίκαια παύση της ιδιότητας του (αρχικού) κληρονόμου και αυτοδίκαιη κτήση της ιδιότητας αυτής από τον καταπιστευματοδόχο, ο οποίος καθίσταται έτσι καθολικός και άμεσος, απευθείας, διάδοχος του διαθέτη, δηλαδή δεν γίνεται διάδοχος του βεβαρημένου, ούτε αποκτά από αυτόν δικαιώματα ως κληρονόμος (ΑΠ 1177/2014 στην ΤΝΠ Νόμος).

Ακόμη, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1923 παρ. 1 και 1935 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι ο καταπιστευματοδόχος από τότε που η κληρονομία επάγεται στον κληρονόμο, από τον θάνατο δηλαδή του διαθέτη και μέχρι την επαγωγή του καταπιστεύματος, ως δικαιούχος υπό αναβλητική αίρεση, διατηρεί δικαίωμα προσδοκίας για το ότι θα περιέλθει σε αυτόν η κληρονομία ή μέρος αυτής, το οποίο είναι κεκτημένο, απαλλοτριωτό και όχι κληρονομητό, μπορεί, δε, να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, αν αμφισβητείται η ύπαρξή του από τον βεβαρημένο (ΑΠ 76/2015 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, για τη σύσταση του καταπιστεύματος δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ούτε καν η χρήση της λέξης «καταπίστευμα», αλλά μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί να προκύπτει από τη διαθήκη η θέλησή του να γίνει κάποιος κληρονόμος του για ορισμένο διάστημα και μετέπειτα κληρονόμος του να γίνει άλλος. Είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης κάθε φορά πότε, από τον τρόπο διατύπωσης της τελευταίας βούλησης, ενυπάρχει σε αυτή σύσταση καθολικού καταπιστεύματος και ποιο είναι το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου. Από, δε, τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επόμ. ΑΚ, προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονται οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται όχι σε μονομερείς (όπως η διαθήκη) δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις. Όμως, έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που και ο διαθέτης θέλησε (βλ. ΑΠ 589/2021 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, ως αναγόμενη ανέλεγκτα στην εκτίμηση πραγμάτων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Παραβίαση του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ υφίσταται, όταν το δικαστήριο μολονότι διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, παραλείπει να προσφύγει στη διάταξη του πιο πάνω άρθρου ή προσφεύγει στην εφαρμογή της διάταξης αυτής και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της διαθήκης, μολονότι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα ότι η διαθήκη είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, ακόμη, δε, και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή της, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσης του δικαστηρίου, αναφορικά με την ερμηνεία της βούλησης του διαθέτη, αφού πρόκειται για εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου (βλ. ΑΠ 97/2019, ΑΠ 1222/2018 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ερμηνεία της διαθήκης, εξάλλου, πρέπει να κατατείνει στη διάσωση του κύρους της επίμαχης διάταξης επί δύο δυνατών νοημάτων, οδηγούντος στη διατήρηση της ισχύος της αμφίβολης διατάξεως, αφού σε κάθε περίπτωση ο διαθέτης απέβλεψε σε κάποιο αποτέλεσμα εξ αυτής. Σκοπός της ερμηνείας της διαθήκης είναι η άρση της (μερικής) ασάφειας αυτής και η διαπίστωση του νομικώς σημαντικού περιεχομένου της δήλωσης βούλησης του διαθέτη, ενώ αντικείμενο της είναι ακριβώς η δήλωση της βούλησης του διαθέτη. Σχετικώς πρέπει να ληφθούν υπόψη η εποχή που συντάχθηκε η διαθήκη, το κοινωνικό περιβάλλον του διαθέτη, οι προσωπικές (τοπικές, γλωσσικές ή επαγγελματικές) συνήθειές του, η πνευματική και κοινωνική του ανάπτυξη, η τυχόν νομική ή άλλη παιδεία του κ.λπ., ενώ συγχωρείται ακόμη και η αναζήτηση της εικαζόμενης βούλησης του. Έτσι, αποφασιστικό αποβαίνει εκείνο που ο διαθέτης εννόησε ή μπορούσε να εννοήσει, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη, κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη, η σχετική τυχόν αντίληψη ή η δυνατότητα αντίληψης άλλου ή άλλων προσώπων και ιδιαίτερα του τιμωμένου. Ωστόσο, κατά την ερμηνεία των διαθηκών δεν αναζητείται μια βούληση του διαθέτη αποκομμένη από τη σχετική δήλωση της βούλησης αυτής, αλλά το τι ήθελε να πει ο διαθέτης χρησιμοποιώντας τις συγκεκριμένες λέξεις. Έτσι, για την εξεύρεση αυτής της αληθινής βούλησης του διαθέτη αποβλέπουμε καταρχήν στο κοινό νόημα των λέξεων που χρησιμοποιεί ο διαθέτης στη διαθήκη. Αν, όμως, αποδεικνύεται, ότι αυτός χρησιμοποίησε τις συγκεκριμένες λέξεις με άλλο νόημα, είναι φανερό ότι πρέπει να αποβλέψουμε στο διαφορετικό αυτό νόημα. Η αναζητούμενη, με την ερμηνεία, αληθινή βούληση του διαθέτη θα πρέπει να βρίσκει κάποιο, έστω και έμμεσο, στήριγμα στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης, γιατί αλλιώς θα παραβιάζονταν οι διατάξεις για τον τύπο των διαθηκών, ενώ θα υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να αλλοιωθεί πλήρως η βούληση του διαθέτη (ΑΠ 72/2021 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1936 ΑΚ, καταπιστευματοδόχος μπορεί να είναι μόνο όποιος ζει ή τουλάχιστον έχει συλληφθεί κατά τον χρόνο που επάγεται σε αυτόν η κληρονομία. Αν ο καταπιστευματοδόχος δεν ζει ή δεν έχει συλληφθεί κατ’ αυτόν τον χρόνο, εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, η κληρονομία παραμένει στον κληρονόμο. Κατ’ εξαίρεση, αυτό δεν συμβαίνει εφόσον έχουν ορισθεί περισσότεροι καταπιστευματοδόχοι, οπότε η μερίδα του εκπεσόντος ή μη υπάρχοντος καταπιστευματοδόχου προσαυξάνει τις μερίδες των υπολοίπων, εφόσον συντρέχουν οι όροι της ΑΚ 1807 (ΜονΕφΑιγ 35/2020, ΕφΑθ 3315/2015 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1936 ΑΚ, προκύπτει επίσης ότι εάν ο διαθέτης έχει ορίσει να επάγεται η κληρονομία στον καταπιστευματοδόχο αμέσως μετά τον θάνατο του κληρονόμου, εφόσον κατά τον χρόνο αυτό ο καταπιστευματοδόχος δεν ζει ή δεν υπάρχει, ο όρος στη διαθήκη για επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο είναι σαν να μην έχει γραφεί και στην περίπτωση αυτή, η κληρονομιαία περιουσία του διαθέτη επάγεται στους εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος άμεσου κληρονόμου του διαθέτη.

Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 1937 ΑΚ προκύπτει, ότι ο βεβαρημένος με καταπίστευμα, μέχρι να γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο, έχει την τακτική διαχείριση της κληρονομίας, δηλαδή ενεργεί όλες τις αναγκαίες πράξεις για την εκμετάλλευση, συντήρηση και διαφύλαξη των κληρονομιαίων σύμφωνα με τον προορισμό κάθε αντικειμένου της, εφόσον, δε, ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, έχει την εξουσία να διαθέτει τα αντικείμενα της κληρονομίας μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στην παρ. 2 του παραπάνω άρθρου περιπτώσεις, δηλαδή μόνον εφόσον: α) η διάθεση επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης (εκποίηση υποκειμένων σε φθορά αντικειμένων, εκπλήρωση υποχρεώσεων της κληρονομίας), β) αν έδωσε τη συναίνεσή του ο καταπιστευματοδόχος και γ) όταν υπάρχει καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου), κατ’ άρθρο 1939 ΑΚ. Κάθε άλλη διάθεση που γίνεται από τον βεβαρημένο κληρονόμο κατά παράβαση των παραπάνω ορισμών, αποβαίνει άκυρη μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο, ήτοι η ακυρότητα είναι επιγενόμενη, δηλαδή αποβαίνει άκυρη με την επαγωγή του καταπιστεύματος και είναι σχετική υπέρ του καταπιστευματοδόχου, προς το συμφέρον του οποίου έχουν ταχθεί οι όροι (ΕφΠειρ 312/2023 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί