Νομολογιακή και θεωρητική θεμελίωση της αναγκαιότητας κατάρτισης της αρραβωνικής σύμβασης ως συμβολαιογραφικού εγγράφου όταν αφορά την αγοραπωλησία ακινήτου ή το προσύμφωνο αυτής
Δυνάμει των άρθρων 1033 και 166 ΑΚ προκύπτει ρητώς εκ του νόμου η αναγκαιότητα η σύμβαση αγοραπωλησίας καθώς και το προσύμφωνο να καταρτιστούν ως συμβολαιογραφικά έγγραφα προκειμένου να είναι δεσμευτικά και να επιφέρουν τα εκ του νόμου αποτελέσματά τους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 402 ΑΚ προκύπτει, ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μπορεί να δοθεί αρραβώνας. Η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει τον αρραβώνα, ο οποίος δίδεται κατά την κατάρτιση της κυρίας συμβάσεως και όχι τον διδόμενο προ της καταρτίσεως της κυρίας συμβάσεως. Υπό το πρίσμα της διακρίσεως αυτής έγκυρα μπορεί να δοθεί αρραβώνας και κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου το οποίο, υπό την παραπάνω διάκριση, θεωρείται τελεία σύμβαση. Όταν ο αρραβώνας αφορά σύμβαση ή προσύμφωνο που καταρτίζεται με τήρηση τύπου, ο ίδιος τύπος απαιτείται και για τη σύμβαση του αρραβώνα, ως παρεπόμενη της πρώτης, αλλιώς ο αρραβώνας αυτός είναι άκυρος και ο δοθείς αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ( 904επ. ΑΚ).
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ (NOMOS)
- 1500/2008ΑΠ (Σχετ. Προσθ. 2)
«Η αρραβωνική σύμβαση, ως παρεπομένη της κυρίας συμβάσεως, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση. Επομένως, προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρεώσεως προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 ΑΚ διαφορετικά αυτή είναι άκυρη.»
- 63/2025 Εφετείο Πειραιά (Σχετ. Προσθ. 3)
«Η αρραβωνική σύμβαση, ως παρεπόμενη της κυρίας σύμβασης, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση. Επομένως, προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρέωσης προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνα σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 του ΑΚ, διαφορετικά αυτή είναι άκυρη.»
- 71/2024 Εφετείο Αιγαίου (Σχετ. Προσθ. 4)
«Το συμφωνητικό, αφού αφορούσε σε μεταβίβαση ακινήτου, και ως μη περιβληθέν τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου, είναι άκυρο (άρθρα 369, 159 και 180 ΑΚ), μη παράγον νομικά αποτελέσματα. Ειδικότερα, δια αυτού, ούτε παράγεται οφειλή της πρώτης εναγομένης προς μεταβίβαση του ακινήτου, ούτε συνάπτεται παρεπόμενη σύμβαση, ενισχυτική της κύριας σύμβασης πώλησης, όπως π.χ. αρραβώνας ή ποινική ρήτρα, τούτο δε, διότι τέτοια παρεπόμενη σύμβαση υπάγεται στον τύπο της κυρίας, ήτοι, εν προκειμένω, στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, επί ποινή ακυρότητας. Το συμφωνητικό επιτελεί δηλωτική και αποδεικτική λειτουργία, καθώς αποτυπώνει το στάδιο, στο οποίο βρίσκονταν οι διαπραγματεύσεις, κατά τον χρόνο της σύνταξής του.»
- 1310/2024 Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης (Σχετ. Προσθ. 5)
«Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει, μεταξύ άλλων, και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης νόμου. Τούτο συμβαίνει και στην περίπτωση παροχής, που γίνεται στα πλαίσια της εκτέλεσης σύμβασης, για την οποία ο νόμος απαιτεί την τήρηση ορισμένου τύπου και ο τύπος αυτός δεν τηρήθηκε. Στην περίπτωση δε αυτή, η σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη και επομένως, δεν υπάρχει νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί διατήρηση της παροχής στο λήπτη, εφόσον η βούληση του δότη, που εκδηλώθηκε άτυπα, δεν αναγνωρίζεται από το νόμο. Κατά συνέπεια, η προκαταβολή τιμήματος σε εκτέλεση προσυμφώνου αγοράς ακινήτου, για το οποίο δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, συνιστά χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμό του πωλητή από την περιουσία του αγοραστή και, ως εκ τούτου, γεννάται υποχρέωση προς απόδοσή του (ΕφΠατρ 560/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 54/2007, ΝΟΜΟΣ).
[…]
Ως παρεπόμενη, η αρραβωνική σύμβαση πρέπει να υποβληθεί στον αυτό τύπο με την κύρια (ΕφΑθ 3203/1995, ΕλλΔνη 1997, 934, ΕιρΑθ 891/2002, ΑρχΝ 2002, 509). Σε περίπτωση που δεν υποβληθεί στον ίδιο τύπο με την κύρια σύμβαση, ο αρραβώνας είναι άκυρος και αναζητείται με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΕφΑθ 10355/ 1987, ΕλλΔνη 1989, 770). Σε κάθε περίπτωση, αν η δόση αφορά ακίνητο θα πρέπει να υποβληθεί υποχρεωτικά στον συμβολαιογραφικό τύπο (ΕιρΑθ 891/2002, ΑρχΝ 2002, 509, Απ. Γεωργιάδης, ΣΕΑΚ, Τόμος I, έκδ. 2010, άρθρο 402, αρ. 5, σελ. 823-824).
- 34/2023 Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης (Ειδική) (Σχετ. Προσθ. 6)
«Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159, 166, 180, 369, 513 και 1033 του Α.Κ. προκύπτει, ότι η σύμβαση για την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, όπως και το περί αυτής προσύμφωνο, υπόκεινται στον συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την απόλυτη ακυρότητα αυτών, η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, στο οποίο υποβάλλονται τα σχετικά περιστατικά, επειδή οι διατάξεις για την τήρηση του τύπου των δικαιοπραξιών είναι δημοσίας τάξεως (ΑΠ 480/2019, AΠ 1397/2017, ΑΠ 945/2017, ΕφΠειρ 93/2020 δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επομένως, αν δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος συμβολαιογραφικός τύπος για τη σύμβαση ή το προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, δεν γεννάται εξ αυτών κάποιο δικαίωμα, επειδή θεωρούνται ότι δεν έγιναν, ενώ, σε περίπτωση που έχει καταβληθεί, σε εκτέλεση άκυρου, κατά τα ανωτέρω, προσυμφώνου, ολόκληρο ή μέρος του προσυμφωνηθέντος τιμήματος, αυτό αναζητείται σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. του Α.Κ. (βλ. ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 828/2003, ΕφΑιγ 10/2022, ΕφΠειρ 93/2020, ΕφΠειρ 258/2016, ΕφΠειρ 690/2014 δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Από τις διατάξεις, εξάλλου, των άρθρων 402 και 404 του Α.Κ. συνάγεται, ότι η σύμβαση αρραβώνος και η σύμβαση ποινικής ρήτρας υπόκεινται, ως παρεπόμενες συμβάσεις μιας κύριας τέλειας σύμβασης, στον τύπο της τελευταίας, διαφορετικά είναι απολύτως άκυρες (βλ. ΕφΠατρ 458/2021, ΕφΠατρ 15/2021, ΕφΠειρ 685/2013, ΠΠρΑΘ 169/2013 δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλη Αστικός Κώδικας, άρθρο 402, παρ. 11 και άρθρο 404 παρ. 7).»
- 44/2022 Ειρηνοδικείο Κορίνθου (Σχετ. Προσθ. 7)
«Β. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 158, 159, 166, 180, 369 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι από την αρχή του ατύπου των συμβάσεων εξαιρείται, μεταξύ άλλων, και η κατάρτιση σε ένα ενιαίο έγγραφο αφενός της ενοχικής σύμβασης της πώλησης και αφετέρου της εμπράγματης σύμβασης της μεταβίβασης της κυριότητας, ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου και οι οποίες πρέπει να περιβληθούν, επί ποινή ακυρότητας, ερευνώμενη ex officio από το δικαστήριο, το συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Στις αυτές ως άνω διατάξεις, υπόκειται και το προσύμφωνο, το οποίο συνιστά ενοχική, υποσχετική, αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμπράξουν στη σύναψη άλλης οριστικής σύμβασης, και στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι κανόνες που αφορούν γενικώς σε όλες τις συμβάσεις ή στην ειδική κατηγορία, στην οποία υπάγεται ορισμένη από αυτές. Ειδικότερα, για την κατάρτιση του προσυμφώνου, για την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου, πρέπει να τηρηθεί ο συστατικός τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, στον οποίο υπόκειται η σκοπούμενη οριστική τυπική σύμβαση, και η μη τήρηση του οποίου καθιστά το προσύμφωνο ex lege και ipso iure άκυρο, με αποτέλεσμα να θεωρείται ως μη γενόμενο (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμος Α`, 2001, άρθρο 166 ΑΚ, σελ. 685 επ.). Επιπρόσθετα, αν σε εκτέλεση άκυρου κατά τα ανωτέρω προσυμφώνου καταβλήθηκε ολόκληρο ή μέρος του προσυμφωνηθέντος τιμήματος, η καταβολή αυτή επάγεται πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή, για τη μέλλουσα και μη επακολουθήσασα αιτία της συντάξεως του οριστικού συμβολαίου, οπότε το τίμημα αυτό δύναται να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (βλ. ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 653/2011, ΕφΠειρ. 258/2016, ΜΠρΠατρ 510/2017, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).
Γ. […] Η αρραβωνική σύμβαση, ως παρεπομένη της κυρίας συμβάσεως, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση. Επομένως, προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρεώσεως προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 ΑΚ, διαφορετικά αυτή είναι άκυρη (βλ. ΑΠ 1500/2008, ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ”) και το δοθέν αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθ` όσον ο λήπτης κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία (βλ. ΑΠ 1186/2019, ΤΝΠ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»)».
- 258/2016 Εφετείο Πειραιά (Σχετ. Προσθ. 8)
«Όμως, κατά παράβαση των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του νόμου για τον απαιτούμενο τύπο, η προσυμφωνία των διαδίκων για την πώληση του επίδικου διαμερίσματος έγινε με απλό ιδιωτικό και όχι με συμβολαιογραφικό έγγραφο και συνεπώς είναι απολύτως άκυρη. Επομένως ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους δεν καταρτίστηκε η επίδικη αγοραπωλησία, το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ που καταβλήθηκε ως προκαταβολή, με βάση προσυμφωνία για την πώληση ακινήτου, για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφορά σύμβαση που θεωρείται ως μη γενόμενη, ώστε δεν υφίσταται νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση της παραπάνω παροχής στο πρόσωπο της λήπτριας-εναγόμενης, δεδομένου ότι η βούληση του δότη-ενάγοντος, που εκδηλώθηκε άτυπα δεν αναγνωρίζεται από το νόμο. Συνεπώς η με αυτόν τον τρόπο γενόμενη προκαταβολή του ποσού των 30.000 ευρώ συνιστά πλουτισμό της εναγόμενης-πωλήτριας από την περιουσία του ενάγοντος-αγοραστή, χωρίς νόμιμη αιτία, που πρέπει να επιστραφεί στον τελευταίο, με το νόμιμο τόκο από τις 17-11-2009, οπότε οχλήθηκε προφορικά η εναγόμενη προς απόδοση του παραπάνω ποσού.»
- 472/2011 Εφετείο Πειραιά (Σχετ. Προσθ. 9)
«Όταν ο αρραβώνας αφορά σύμβαση ή προσύμφωνο που καταρτίζεται με τήρηση τύπου, ο ίδιος τύπος απαιτείται και για τη σύμβαση του αρραβώνα, ως παρεπόμενη της πρώτης, αλλιώς ο αρραβώνας αυτός είναι άκυρος και ο δοθείς αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΕφΑΘ 1879/2007 ό.π., ΕφΑΘ 7059/2004 ΕλλΔ 2005. 847 και 912, ΕφΑΘ 3203/1995 ΕλλΔ 1997. 934). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο διδόμενος αρραβώνας, ο οποίος σκοπεί στην κάλυψη της ζημίας στην περίπτωση υπαιτίου ματαιώσεως της συμβάσεως, διαφέρει από την προκαταβολή, την οποία σκοπούσαν τα μέρη κατά την κατάρτιση της συμβάσεως. Την προκαταβολή δίνει ο ένας εκ των συμβαλλομένων προς τον άλλο όχι προς κάλυψη της ζημίας αλλ` έναντι της παροχής και σε εγγύηση αυτής (ΑΠ 1500/2008 ό.π.). Επομένως, ο αρραβώνας δεν πρέπει να συγχέεται με την «προκαταβολή» έναντι του τιμήματος, που καταβάλλεται από τον αγοραστή προς μερική εξόφληση της χρηματικής συνήθως υποχρεώσεως του προς τον πωλητή, διότι στην περίπτωση της προκαταβολής δεν μπορεί να γίνει λόγος περί εκπτώσεως σύμφωνα με το άρθρο 403 ΑΚ (βλ. ΕφΠατρ 57/2004, ΕφΠατρ 147/2001 Ηλεκτρονική Συλλογή «ΝΟΜΟΣ», Μπαλή, Ενοχ. Δίκαιο σελ. 333, πρβλ. Ταμπάκη, στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου ό.π., υπ` αρθρ. 403 αριθ. 13 επ.).»
ΘΕΩΡΙΑ
- Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Τόμος I, Έκδοση 2η, Π.Ν. Σάκκουλας, Άρθρο 402, παρ. 19, σελ. 965-6 (Σχετ. Προσθ. 10)
«Αμφισβητείται αν ο αρραβώνας υποβάλλεται, επί ποινή ακυρότητας, στον τύπο της κύριας σύμβασης (π.χ. αν ο αρραβώνας που δίδεται για την περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης μεταβίβασης του πωλούμενου ακινήτου κααταρτίζεται συμβολαιογραφικά), με κρατούσα την αδιάστικτη θετική άποψη (έτσι Γεωργιάδης, § 19 αρ. 15· Αστ. Γεωργιάδης § 23 αρ. 16· Ταμπάκης, άρθρ. 402 αρ. 5· Φίλιος § 214Β. Βλ. και ΑΠ 1186/2019 ΧρΙΔ 2020, 107· ΑΠ 1500/2008 ΧρΙΔ 2009, 301· ΕφΠειρ 472/2011 ΕπισκΕΔ 2012, 158· ΕφΑθ 3885/2008 ΕλλΔνη 2008, 1476· ΕφΑθ 7059/2004 ΕλλΔνη 2005, 847· με διακρίσεις οι Σταθόπουλος, § 23 αρ. 13, και Λιόσης, σ. 61-63 – η τελευταία με αφορμή την ποινική ρήτρα — οι οποίοι τάσσονται υπέρ της τυπικότητας μόνο όταν κατατίθεται υποχρέωση από τη ratio της διάταξης που καθιερώνει τον τύπο της κύριας σύμβασης). Σε κάθε περίπτωση, ακόμη δηλαδή και αν η κύρια δικαιοπραξία είναι άτυπη, θα τηρηθεί αυτοτελώς ο τύπος της ΑΚ 1033 για την (υπό αναβλητική αίρεση τελούσα) μετάθεση στον λήπτη της κυριότητας, όταν ο αρραβώνας έχει ως αντικείμενο ακίνητο (βασικά, σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚΙ, 402 αρ. 5· βλ. και αμέσως παρακάτω, αρ. 21).
- Μιχ. Π. Σταθόπουλος, ΕΠΙΤΟΜΗ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Β΄έκδοση 2016, Εκδόσεις Σάκκουλα, §23. Ποινική ρήτρα και αρραβώνας, παρ. 11-13, σελ. 507 (Σχετ. Προσθ. 11)
«β) Παρεπόμενη ενοχή – ΑΚ 408 – Μη γνήσια ποινική ρήτρα
Όπως ήδη λέχθηκε, ο αρραβώνας και η ποινική ρήτρα είναι παρεπόμενες συμφωνίες, δηλαδή συμφωνίες που προϋποθέτουν άλλη κύρια ενοχική σχέση μεταξύ των μερών (κατά βάση άλλη υποσχετική σύμβαση, ενδεχομένως όμως και ενοχή από μονομερή δικαιοπραξία ή απευθείας από τον νόμο). Η παρεπόμενη συμφωνία προορίζεται να ενισχύσει την κύρια ενοχή. Χωρίς την τελευταία, δεν έχει ισχύ η παρεπόμενη συμφωνία
Έτσι η ΑΚ 408 ορίζει ότι, αν η κύρια ενοχή, για την οποία συμφωνείται η ποινική ρήτρα, είναι άκυρη, είναι άκυρη και η ποινική ρήτρα, ανεξάρτητα από το αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα. Το ίδιο ισχύει και αν η κύρια ενοχή είναι ακυρώσιμη και ακυρωθεί, οπότε εξομοιώνεται προς την άκυρη (ΑΚ 184).
Άλλη συνέπεια του παρεπόμενου χαρακτήρα του αρραβώνα και της ποινικής ρήτρας είναι η συναπόσβεσή τους, αν αποσβεσθεί η κύρια ενοχή (εννοείται, εφόσον η απόσβεση επέλθε πριν από την κατάπτωση του αρραβώνα ή της ποινής). Πάντως μεταβολές της κύριας ενοχής που εξαρτώνται από τη βούληση των μερών (π.χ. εκχώρηση, άφεση χρέους κ.λπ.) καταλαμβάνουν και την παρεπόμενη ενοχή, εκτός αν ερμηνευτικά συνάγεται ότι τα μέρη ήθελαν ανεξαρτητοποίηση της τελευταίας και χωριστή νομική μεταχείριση της (π.χ. εκχώρηση μόνο της κύριας ή μόνο της παρεπόμενης απαίτησης). Εξάλλου, ο τύπος που ενδεχομένως προβλέπεται για την κύρια σύμβαση θα πρέπει να τηρηθεί και για την παρεπόμενη, μόνο αν τούτο προκύπτει από τον σκοπό της διάταξης που προβλέπει τον τύπο.»
- Βασίλης Αντ. Βαρθακοκοίλης, Αρεοπαγίτη, ΕΡΝΟΜΑΚ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (Κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, Γενικό Ενοχικό, Άρθρα 287-495, Άρθρο 402, παρ. 10-11, σελ. 422 (Σχετ. Προσθ. 12)
«10 – Συνέπειες παρεπόμενου χαρακτήρα αρραβώνα:
α) Η άκυρη ή ακυρότητα της κύριας σύμβασης συνεπάγεται ακυρότητα και της σύμβασης για τον αρραβώνα, ο οποίος αναζητείται κατά τις ΑΚ 904 και διεκδικείται αν δεν χώρησε άμεση μεταβίβαση της κυριότητας του. Η ανυπαρξία έγκυρης κύριας σύμβασης καθιστά ανύπαρκτο και τον αρραβώνα και την υποχρέωση για απόδοση διπλάσιου εκείνου που δόθηκε¹⁸. Η γνώση ή η άγνοια της ακυρότητας είναι αδιάφορη.
β) Δεν απαιτείται κατά νομική αναγκαιότητα ταυτόχρονη κατάρτιση των δύο συμβάσεων.
γ) Ο εκδότης της κύριας απαίτησης καθίσταται σε αμφιβολία και εκδοχέας της δικαιώματος από την αρραβωνική σύμβαση.
δ) Η έκλειψη της κύριας ενοχής, πριν από την κατάπτωση του αρραβώνα, καθιστά αδικαιολόγητο αυτόν.
11 – Τύπος: Η αρραβωνική σύμβαση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για την κύρια σύμβαση, για την οποία δόθηκε ο αρραβώνας¹⁹, αλλιώς ακολουθείται αυτός με την ΑΚ 904 επ.»
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr