Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Φιλάγαθη ερμηνεία διαθήκης – Εύνοια υπέρ διαθήκης – Κανόνας ρωμαϊκού δικαίου – § 2084 Γερμανικού Αστικού Κώδικα

Στο παλαιότερο ρωμαϊκό δίκαιο επικρατούσε η αρχή της «ευμενούς ερμηνείας» της διαθήκης (benigna interpretatio), γνωστή και ως «εύνοια υπέρ της διαθήκης» (favor testamenti). Σύμφωνα με αυτή, οι διαθήκες πρέπει να ερμηνεύονται πιο ευρέως σε σχέση με άλλες δικαιοπραξίες. Με άλλα λόγια, όταν μια διάταξη διαθήκης επιδέχεται δύο ερμηνείες, σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να προτιμάται εκείνη που διατηρεί την ισχύ της.

Αν και η αρχή αυτή δεν προβλέπεται ρητά στον Κώδικα, κατά την επικρατέστερη άποψη εξακολουθεί να ισχύει, καθώς προκύπτει από διατάξεις όπως τα άρθρα 173, 1783 παρ. 2, 1794 και 1797, αλλά και από τη γενική αρχή ότι πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να εκπληρώνεται η βούληση του διαθέτη. Η αρχή αυτή απορρέει τόσο από τις συγκεκριμένες διατάξεις όσο και από το συνολικό πνεύμα του κληρονομικού δικαίου

Παρατίθενται θεωρητικά και νομολογιακά αποσπάσματα που επιρρώνουν την ανωτέρω θέση:

ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:

«ΙΙ. Φιλάγαθη ερμηνεία. Βασικός κανόνας στην ερμηνεία της διαθήκης είναι ο κανόνας της «φιλάγαθης» ή της «καλοθελούς» ερμηνείας (interpretatio benigna), ο οποίος διατυπώθηκε ως κανόνας ρητά στο β.ρ.δ. αλλά δεν περιέχεται ρητά και στον αστικό κώδικα· παρόλα αυτά η αρχή αυτή ισχύει ως βασικός ερμηνευτικός κανόνας. Η φιλάγαθη ερμηνεία οδηγεί στην αποδοχή της αρχής ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, θα πρέπει να ισχύσει η ερμηνεία εκείνη που σώζει το κύρος της διάταξης (favor testament). Η αρχή αυτή συνάγεται έμμεσα και τα άρθρα 173ΑΚ, 1783 εδ. β ΑΚ, 1784 ΑΚ, 1794 ΑΚ και 1797 ΑΚ αλλά και από το γενικότερο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου, που δέχεται την «ευρεία» ερμηνεία χωρίς προσήλωση της λέξεις ή την «επιεικέστερη» για το πρόσωπο στο οποίο αποβλέπει η ερμηνευόμενη διάταξη, ενώ η εσφαλμένη διατύπωση δεν βλάπτει (falsa demonstration non nocet), δηλαδή δεν οδηγεί σε ακυρότητα ή σε ακυρωσία (β. 1790, 1791 ΑΚ).» (Απόστολος Γεωργιάδης, ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1781-1812 ΑΚ, παρ. 46).

«Εις το προϊσχύον ρωμαϊκόν δίκαιον εκράτει η αρχή της «φιλαγάθου ερμηνείας» της διαθήκης («benigna interpretatio»), χαρακτηριζόμενη και ως «αρχή της ευνοίας της την διαθήκην» (favor testament). Συμφώνως της την αρχήν αυτήν αι διαθήκαι πρέπει να ερμηνεύωνται ευρύτερον (plenius) ή αι λοιπαί δικαιοπραξίαι. Δηλαδή, εάν θετική της διάταξις της διαθήκης είναι δεκτική δύο ερμηνειών, εν αμφιβολία πρέπει να προτιμάται η υπέρ της ισχύος της διατάξεως λύσις.

Καίτοι η αρχή αυτή δεν καθιερούται ρητώς υπό του Κώδικος, εν τούτοις κατά την ορθοτέραν γνώμην ισχύει αύτη και υπό την έποψιν αυτού, συναγομένη εκ των διατάξεων των άρθρων 173, 1783 εδ. 2, 1794 και 1797, ως και εκ της αρχής της κατά τον εφικτόν εκπληρώσεως της βουλήσεως του διαθέτου, η οποία απορρέει τόσον εκ των διατάξεων του΄των, όσον και εκ του όλου πνεύματος του κληρονομικού δικαίου». (Βουζίκας, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 125).

«Η υπόδειξις της η διαθήκη ερμηνεύεται «φιλαγάθως» ή «καλοθελώς» εδημιούργησε τον κανόνα ο οποίος αποτέλεσε την κεντρικήν γραμήν της ερμηνείας των διαθηκών, τον κανόνα της «benigna interpretatio», ότι δηλαδή επί περισσοτέρων δυνατών ερμηνειών, εν αμφιβολία είναι προτιμητέα η ερμηνεία, η διασώζουσα το κύρος της τελευταίας διατάξεως. Ο κανών της της «benigna interpretatio» περιελήφθη κι εις τον γερμανικό κώδικα, ως § 2084» (Παπαντωνίου, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 84).

«Β. Εις το βυζαντινορρωμαϊκόν κληρονομικόν δίκαιον υπήρχον πλήν άλλων οι εξής δύο βασικοί κανόνες: α) εκείνος καθ’ όν αι εν διαθήκη χριστικαί επιδόσεις της τρίτους και ιδίως αι εγκαταστάσεις κληρονόμου έπρεπε να ερμηνεύωνται κατά τρόπον ώστε να ισχύση η διάταξις αντί να ματαιωθεί («benigna intertretatio», «favor testamenti») και β) […].

Ο Αστικός Κώδιξ δεν περιέλαβε ούτε τον πρώτον (ως ο γερμΑΚ § 2084) ούτε το δεύτερον κανόνα. Διδάσκεται εν τούτοις, καθ’ ερμηνείαν και του άρθρου 173, ότι και υπό τον Κώδικα φυσικόν είναι να γίνη δεκτός ο πρώτος κανών, διότι όταν ο διαθέτης αναγράφη χαριστικήν τινα επίδοσιν εις την διαθήκην, είναι λογικώτερον να δεχθώμεν ότι ήθελε επέλευσιν νομικού τινός αποτελέσματος εξ της παρά ότι δεν ήθελεν τοιούτον.» (Λιτζερόπουλος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 172).

«4. Φιλάγαθη ερμηνεία: Κατά το γνωστό κανόνα του β.ρ.δ., που επιβάλλει τη «φιλάγαθη» ή «καλοθελή» ερμηνεία της διαθήκης (inerpretatio benigna), σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας διάταξης τελευταίας βούλησης, θα πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία που διασώζει το κύρος της. Από το γεγονός, ότι ο κανόνας της δεν επαναλήφθηκε στον ΑΚ, δεν συνάγεται, ότι δεν ισχύει σήμερα, αφού μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάγεται από της ΑΚ 173, 1783  εδ. 2, 1794 και 1979 καθώς και από τη γενικότερη αρχή της κατά το δυνατό εκπλήρωσης της θέλησης του διαθέτη, που απορρέει από το όλο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου.» (Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 1781-1812, παρ. 59).

«Αν και δεν έχει περιληφθεί στον ΑΚ η αρχή της interpretation benigna του β.ρ.δ., της «φιλάγαθης» ή «καλοθελούς» δηλαδή ερμηνείας της διαθήκης, έτσι ώστε σε περίπτωση αμφιβολίας να προτιμάται η ερμηνεία που διασώζει το κύρος της, εντούτοις υποστηρίζεται ότι αυτή συνάγεται από σειρά διατάξεων (ΑΚ 173, 1783 εδ. 2, 1794, 1979), αλλά και από το όλο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου.

Το αποτέλεσμα που προκύπτει από αυτήν εναρμονίζεται, εξάλλου, και με τη βούληση του διαθέτη, ο οποίος προφανώς και δεν θα ήθελε να κληρονομηθεί σύμφωνα με της κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής ή βάσει προηγούμενης διαθήκης του. Στη διατύπωση και όχι στη ματαίωση της διάταξης τελευταίας βούλησης αποσκοπεί και ο κανόνας της «εύνοιας υπέρ της διαθήκης (favor testament).» (Ψούνη, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 16, σελ. 885-6).

«11.      Εύνοια διαθήκης.

Ο ερμηνευτής πρέπει να εξαντλήσει κάθε ερμηνευτική δυνατότητα για να διατηρήσει η διαθήκη το κύρος της, για να έχει αποτέλεσμα. Αυτό  εναρμονίζεται με τη βούληση του διαθέτη: ο τελευταίος με τη διάταξή του θέλει κάτι, θέλει συνήθως να αποστεί από την εξ αδιαθέτου διαδοχή ή από κάποια προηγούμενη διαθήκη. Έργο του ερμηνευτή είναι να εξασφαλίσει αυτό το κάτι με κάθε θεμιτό ερμηνευτικό τρόπο. Ο ΑΚ της δεν αναγνωρίζει ερμηνευτικό κανόνα, της άλλα δίκαια (λ.χ. § 2084 γερμ ΑΚ , β.ρ.δ. ), ότι η διαθήκη σε περίπτωση αμφιβολίας είναι έγκυρη . Κατά τα άλλα τα πιο πάνω ισχύουν, εφόσον έχει διαπιστωθεί ερμηνευτικά ότι υπάρχει διαθήκη. Δεν ισχύουν και για τη διαπίστωση, αν υπάρχει διαθήκη.» (Φίλιος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 19Α, σελ. 114).

 ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:

Αριθ. 188/1992 Τμ. Α’ [ΝοΒ ΜΑ’ 489]

«[…] Η ερμηνεία αυτή, […] συμπορεύεται και με τη γενική αρχή ότι η ερμηνεία των διαθηκών πρέπει να γίνεται με κρίση φιλάγαθη που οδηγεί στη διατήρηση του κύρους των. […]»

Αριθμ. 517/1967 ΑΠ Τμ. Γ΄ [ΝοΒ IΣΤ’ 95]

«Προσέτι, κατά το επί του προκειμένου εφαρμοστέο ρ. δίκαιο (αλλά και κατά το ισχύον) ειδικότεροι ερμηνευτικοί κανόνες των διαθηκών είναι ότι η δήλωση του διαθέτη ερμηνεύεται ευρέως και όχι στενώς, επειδή των διαθηκών πλατύτερα ερμηνεύονται τα του διαθέτη γνώμην (νομ. 12 πανδ. 50.17, διδ. 12.2.3) «τας γνώμας των τελευτώντων ου δει στενώς ερμηνεύειν» (νομ. 12.2 πανδ. 7.8, διδ. 12.16.8) «εν αμφιβολία δε περί της έννοιας προτιμάται η ερμηνεία, η οποία είναι επικρατέστερη για εκείνον, τον οποίο αποβλέπει η διάταξη, στα αμφίβολα προτιμάται το καλύτερο».» (νομ. 192 § 1 πανδ. 50. 17, διδ. 192 2. 3).»

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί