Η νομιμοποίηση των διαδίκων – Ίδρυση λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης κρίσης περί της συνδρομής της – Ειδικά η περίπτωση των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων ως μη δικαιούχων διαδίκων κατ’ εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και 3156/2003
Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή των οποίων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η δε έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αιτήσεως δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης (ΑΠ 102/2022, ΑΠ 772/2014). Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, και η οποία έχει, ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια, δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΑΠ 102/2022, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 356/2013). Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ’ αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής (ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021 ΑΠ 46/2020). Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το Δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν έναν τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμό, αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης (ΑΠ 395/2022, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 656/2019). Περαιτέρω, επειδή η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του Δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008,ΑΠ539/2024, ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021). Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 76/2024, ΑΠ 795/2023, ΑΠ 483/2023, ΑΠ 413/2023, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 1738/2022, ΑΠ 55/2022). Θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι νομιμοποιούμενοι διάδικοι δεν είναι πάντοτε τα υποκείμενα του δικαιώματος, αφού σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ο νόμος παρέχει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε ορισμένα πρόσωπα, μολονότι αυτά δεν ισχυρίζονται ότι είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση). Πρόκειται για τις περιπτώσεις των μη δικαιούχων ή μη υπόχρεων διαδίκων, στις οποίες εμπίπτει και εκείνη που ρυθμίζεται από τις αντίστοιχες διατάξεις του ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ’ του ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….”, κατά την οποία “τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις”. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, “οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της Απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης”. Τέλος, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ1761/2023, ΑΠ 302/2023).
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr