Υποχρεωτική προσεπίκληση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων δανειστών στη δίκη διανομής επίκοινου ακινήτου επί ποινή απαραδέκτου της αγωγής – Απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης και όταν το δικαστήριο μετά την πρώτη συζήτηση διαπιστώσει την ύπαρξη προσώπου που θα έπρεπε να είχε προσεπικληθεί αλλά δεν προσεπικλήθηκε
«Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 491 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη δίκη διανομής προσεπικαλούνται υποχρεωτικά με επιμέλεια εκείνου, που επισπεύδει τη συζήτηση, όσοι έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας, καθώς και όσοι έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου εκ των κοινωνών. Στα πρόσωπα που πρέπει να προσεπικληθούν κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 491 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται και ο προσημειούχος δανειστής, αφού η προσημείωση είναι υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση (ΕφΠειρ 571/2019 ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιά). Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται ειδική μορφή υποχρεωτικής προσεπίκλησης εκείνων μόνο των προσώπων, που έχουν κάποιο εκ των προαναφερθέντων δικαιωμάτων ή έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στην ιδανική μερίδα ενός, περισσότερων ή όλων των κοινωνών ενόψει των σοβαρών συνεπειών, που επιφέρει η διανομή του κοινού πράγματος ως προς τα υφιστάμενα δικαιώματα των ανωτέρω προσώπων στο προς διανομή κοινό πράγμα ή στην τυχόν επιβληθείσα συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση. Ειδικότερα, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 492 παρ. 1 ΚΠολΔ μετά την τελεσιδικία της απόφασης επί της δίκης διανομής και κατ’ απόκλιση των οριζομένων στο άρθρο 803 ΑΚ, η υποθήκη ή το ενέχυρο περιορίζονται εφεξής μόνο στα μέρη που περιέρχονται στον οφειλέτη του ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή και τέως κοινωνό, ο νομοθέτης θέλησε οι δανειστές αυτοί όχι μόνο να λαμβάνουν γνώση της δίκης διανομής, αλλά να συμμετέχουν υποχρεωτικά σ’ αυτή προκειμένου να υποβάλουν αυτοτελείς αιτήσεις για την προάσπιση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους. Όσον αφορά στους ενυπόθηκους ή ενεχυρούχους δανειστές, η προσεπίκληση αυτή κρίνεται αναγκαία, πλέον των ανωτέρω λόγων, και προκειμένου να διευκολυνθεί η άσκηση των προβλεπομένων από τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 492 ΚΠολΔ δικαιωμάτων. Ειδικότερα, προκειμένου να εξασφαλιστούν πληρέστερα τα συμφέροντα του υποχρεωτικώς προσεπικαλουμένου ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή παρέχεται σε αυτόν το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο, που διατάζει τη διανομή, να διατάξει υπέρ αυτού πρόσθετα εξασφαλιστικά μέτρα και συγκεκριμένα: α) τη σύσταση υποθήκης ή ενεχύρου σε αντικείμενα, που με τη διανομή περιέρχονται στον οφειλέτη του και επί των οποίων δεν είχε συσταθεί υποθήκη ή ενέχυρο και β) την εξόφληση (εν όλω ή εν μέρει) ύστερα από αίτηση του ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή της ασφαλισμένης με την υποθήκη ή το ενέχυρο απαίτησής του, έστω και αν αυτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο της διανομής, με την καταβολή εκ μέρους κάποιου άλλου κοινωνού ολόκληρου ή μέρους του ποσού στον κοινωνό, που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο, προκειμένου να εξισωθούν οι μερίδες τους.
Περαιτέρω, στην περίπτωση που η αυτούσια διανομή του επικοινού είναι ανέφικτη ή ασύμφορη και διατάσσεται η πώλησή του με πλειστηριασμό δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 492 ΚΠολΔ, αλλά εκείνη του άρθρου 484 παρ. 2 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, η οποία προβλέπει την απόσβεση των υποθηκών και ενεχύρων, που υπάρχουν στα πράγματα, τα οποία εκπλειστηριάστηκαν. Η απόσβεση αυτή επιβάλλει την ανεύρεση λύσης, η οποία να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ενυπόθηκων ή ενεχυρούχων δανειστών, χωρίς να υποχρεώνονται να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες, λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά την παγίως ακολουθούμενη από τη νομολογία και τη θεωρία άποψη, στην περίπτωση του εκούσιου πλειστηριασμού, που διατάσσεται με δικαστική απόφαση λόγω του ανέφικτου ή του ασύμφορου της αυτούσιας διανομής, δεν ισχύουν οι διατάξεις για την αναγγελία και την κατάταξη των δανειστών. Στην περίπτωση αυτή γίνεται δεκτό ότι, ο εμπραγμάτως ασφαλισμένος δανειστής, που προσεπικαλείται υποχρεωτικά στη δίκη περί διανομής και ασκεί κύρια παρέμβαση, νομίμως ζητεί, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 492 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που διαταχθεί η πώληση του κοινού πράγματος με πλειστηριασμό, την καταβολή από το πλειστηρίασμα, που θα επιτευχθεί, του αναλογούντος στην απαίτησή του ποσού, που ασφαλίζεται με υποθήκη (ή ενέχυρο), ή τη δημόσια κατάθεση από το πλειστηρίασμα του ποσού, που αντιστοιχεί στην ασφαλιζόμενη με προσημείωση απαίτησή του. Πλέον δε των ανωτέρω, οι προαναφερθέντες δανειστές μπορούν να προβάλουν και ισχυρισμούς σχετικά με τον επιδιωκόμενο τρόπο διανομής εκ μέρους των διαδίκων της δίκης διανομής. Επίσης, οι περιοριστικά προσεπικαλούμενοι τρίτοι έχουν δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση, η οποία είναι κύρια, ενόψει του γεγονότος ότι με αυτή επιδιώκεται η διάγνωση και στη συνέχεια η διάπλαση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων της υποθήκης, του ενεχύρου και της επικαρπίας καθώς επίσης και της δεσμευτικότητας, που επιφέρει από τον νόμο η συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στο εξ αδιαιρέτου μερίδιο συγκυριότητας του οφειλέτη τους και τέως κοινωνού. Υπό το φως των ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι η άσκηση της προσεπίκλησης έχει κατ’ άρθρο 89 εδ. β’ ΚΠολΔ τα αποτελέσματα, που επάγεται η άσκηση της αγωγής, ο ενυπόθηκος ή ενεχυρούχος δανειστής ή ο έχων δικαίωμα επικαρπίας, από την προς αυτόν επίδοση της προσεπίκλησης, καθίσταται αναγκαίος ομόδικος των αρχικών διαδίκων – συγκοινωνών, μεταξύ των οποίων διεξάγεται η δίκη της διανομής του κοινού πράγματος, υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ και δεσμεύεται από το δεδικασμένο, που πηγάζει από την απόφαση, που εκδίδεται επί της αγωγής διανομής, διότι έτσι διευρύνονται και ως προς αυτόν τα υποκειμενικά όρια της δίκης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 89 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο τρόπος άσκησης της προσεπίκλησης είναι ίδιος με εκείνον της αγωγής, ήτοι απαιτείται αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη διανομής, και επιδίδεται στον προσεπικαλούμενο έως τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Συνεπώς, η επίδοση αντιγράφου αγωγής δεν ισοδυναμεί με προσεπίκληση, η οποία απαιτεί την κατά τα ανωτέρω προδικασία (ΜΕφΠειρ 244/2025 ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιά).
Η παράλειψη της προσεπίκλησης προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας και δεν αποτελεί προνομιακό ισχυρισμό με την έννοια του άρθρου 562 § 2 εδ. β και γ. Το δικαστήριο της ουσίας, όμως, μπορεί στο πλαίσιο των άρθρ. 232 και 245 να διερευνήσει την ύπαρξη δανειστών που πρέπει να προσεπικληθούν και να ζητήσει την προσκομιδή πρόσφατου πιστοποιητικού του Υποθηκοφυλακείου [Ορφανίδης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ Ι σελ.877, Λ.-Μ. Πίψου, Δικαστική διανομή, σ. 185]. Άλλωστε, πρέπει να προσεπικαλούνται οι ενυπόθηκοι, προσημειούχοι κλπ δανειστές που έχουν εγγράψει βάρη επί του επικοινού μέχρι τη συζήτηση της αγωγής [βλ. σχετ. και ΕφΠειρ 571/2019, ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιά, που έκρινε μη υποχρεωτική την προσεπίκληση κατ’ άρ. 491 ΚΠολΔ των προσημειούχων δανειστών, για εγγραφές που έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου]. Περαιτέρω, αν δεν ασκηθεί η προσεπίκληση, έως τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το δικαστήριο αναβάλλει τη συζήτηση αυτή και ορίζει προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να γίνει η προσεπίκληση. Αν η ταχθείσα προθεσμία περάσει άπρακτη, η αγωγή διανομής απορρίπτεται ως απαράδεκτη (491 παρ.2 ΚΠολΔ). Απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης επέρχεται και όταν το δικαστήριο μετά την πρώτη συζήτηση διαπιστώσει την ύπαρξη προσώπου που θα έπρεπε να είχε προσεπικληθεί [Ορφανίδης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ Ι σελ.877]. Ομοίως απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης επέρχεται όταν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διαπιστώσει την ύπαρξη προσώπου που θα έπρεπε να είχε προσεπικληθεί στην πρωτοβάθμια δίκη αλλά δεν προσεπικλήθηκε [πρβλ. ΕφΠειρ 571/2019, ο.π.].»
(Απόσπασμα από την υπ’ αριθμ. 2017/2026 απόφαση του Τριμ. Εφετείου Αθηνών)
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr