Ίδρυση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11β’ ΚΠολΔ σε περίπτωση που το Δικαστήριο λάβει υπ’ όψιν αποδεικτικά μέσα μη νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 107 και 237 I εδ. γ’ στοιχ. β’ του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η προσκόμιση του αποδεικτικού μέσου είναι η υλική πράξη (Μητσόπουλος, Διαδικαστικοί πράξεις, Μελέται I, 1983, σ. 327, 340) της προσκομιδής του στο Δικαστήριο και μάλιστα η θέση του στον φάκελο της δικογραφίας, ενώ η επίκλησή του, αφενός μεν πιστοποιεί την ίδια την προσκόμισή του, αφετέρου δε αποτελεί εκδήλωση της γενικής δικονομικής αρχής της συζήτησης (ΟλΑΠ 30/1997 ΝοΒ 1998.188, ΑΠ 549/1983 ΝοΒ 1984.59, βλ. επίσης ΑΠ 70/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 222/2008 ΕΠολΔ 2008.372, με παρατηρήσεις Π. Αρβανιτάκη) και εξασφαλίζει επιπλέον το δικαίωμα ανταπόδειξης του αντιδίκου (ΑΠ 1685/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ο Δικαστής υποχρεούται προς μόρφωση της πεποίθησής του περί των αποδεικτέου/ πραγματικών περιστατικών να λαμβάνει υπόψη όλα τα από τους διαδίκους επικαλούμενα σχετικώς και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων δεν απαιτείται μεν να γίνεται με πανηγυρικό τρόπο, απαιτείται όμως η ρητή αναφορά του διαδίκου στο περιεχόμενό τους και στην επίδραση που δύνανται να έχουν στην έκβαση της δίκης, εφόσον βεβαίως εκ παραλλήλου τούτα (αποδεικτικά μέσα) προσδιορίζονται και εξατομικεύονται ειδικώς, διακρινόμενα από έτερα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1594/2007 ΕΠολΔ 2008.387). Ήτοι, σε κάθε περίπτωση, η επίκληση του αποδεικτικού μέσου πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, δηλαδή ειδική, και να προκύπτει η ταυτότητα του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου [ΑΠ 42/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 143/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1909/2006 ΕλΔ 50(2009)701, ΑΠ 418/2004 ΕλΔ 47(2006)446· βλ. και ΟλΑΠ 9/2000 για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και έκτοτε πάγια νομολογία]. Είναι, δε, σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του (Ολ ΑΠ 14/2005).
Από, δε, τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β και 346 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του Δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρο. 240 ΚΠολΔ). Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του και η σχετική παράλειψη του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθησαν είτε προσκομίσθησαν, χωρίς νόμιμη επίκληση, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 τον αριθ. 11 β’ ΚΠολΔ.
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr