Η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος κατ’ άρθρο 536 ΚΠολΔ και τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (522 ΚΠολΔ) – Η έκταση της εξουσίας του εφετείου μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια. Το εφετείο επιλαμβανόμενο της διαφοράς εξετάζει εάν, κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου, το κατώτερο δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την ίδια, όπως και το πρωτοβάθμιο, διαδικασία και, συνεπώς, έχει ως προς την αγωγή, την αυτή όπως και εκείνο εξουσία, δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει το παραδεκτό και το νόμω βάσιμο της αγωγής και να την απορρίψει αν ασκήθηκε απαραδέκτως ή δεν στηρίζεται στο νόμο ή ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία, με τους περιορισμούς που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου και από την αρχή της απαγόρευσης έκδοσης επιβλαβέστερης για τον εκκαλούντα απόφασης (ΑΠ 7/2001 ΕλλΔνη 42.925, ΑΠ 497/1981, ΑΠ 660/1979, ΑΠ 2457/1984, Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. 2003, αρ. 851, σελ. 332).
Ειδικότερα, εάν νόμω αβάσιμη ή αόριστη αγωγή έγινε πρωτοδίκως εν όλω ή εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς ειδικό παράπονο, να εξετάσει το νόμω βάσιμο και ορισμένο αυτής και να την απορρίψει για τις τυπικές αυτές πλημμέλειες, αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της, έστω για άλλους λόγους (ΑΠ 347/2020, ΑΠ 1216/1997). Στην περίπτωση αυτή, εφόσον επέρχεται αλλαγή του διατακτικού, δεν αρκεί αντικατάσταση της αιτιολογίας, αλλά εξαφανίζεται η προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1420/2023 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», Σαμουήλ, ό.π, αρ.852, σελ.332).
Δηλαδή, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της. Κατά δε το άρθρο 536 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και κρατήσει αυτό την υπόθεση για περαιτέρω κατ’ ουσία συζήτηση, γιατί τότε αυτό γίνεται κύριο της υπόθεσης και υποκαθιστά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε όλα του τα δικαιώματα, δηλ. δεν δικάζει πλέον την έφεση, αλλά την αγωγή και μπορεί να χειροτερεύσει ακόμη και την θέση του εκκαλούντος, αλλά όμως κατά ρητή επιταγή της ίδιας διάταξης, μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης στην οποία διαγράφονται τα όρια αυτά, αλλιώς σε αντίθετη περίπτωση ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ (βλ. Σαμουήλ, αριθ. 1137, ΑΠ 1062/2005 ΕλλΔνη 48-175).
Έτσι, αν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως για τυπικό λόγο, όπως ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, χωρίς δηλ. να ερευνηθεί η ουσία αυτής και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει νόμω βάσιμη την αγωγή, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ερευνήσει την ουσία αυτής και να την απορρίψει ή να την κάνει δεκτή κατ’ ουσία ανεξάρτητα αν το πρωτόδικο δικαστήριο ερεύνησε ή όχι την ουσία της υπόθεσης (βλ. ΑΠ 1065/2009, ΑΠ 298/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 145/2015, ΜονΕφΠατρ 443/2020, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).
Αν το εκκληθέν με την έφεση του εναγομένου κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης αφορά αξίωση της αγωγής που έγινε μερικά δεκτή και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο, ναι μεν μεταβιβάζεται ολόκληρο το κεφάλαιο αδιαίρετως στο εφετείο και γι’ αυτό και μπορεί να ασκηθεί αντέφεση από τον ενάγοντα για το μέρος της αξίωσης που απορρίφθηκε, το εφετείο όμως μπορεί να το εξετάσει μόνο στο μέρος κατά το οποίο πλήττεται με έφεση ή και παράλληλα με αντέφεση· έτσι, επί παραδοχής λόγου έφεσης του εναγομένου χωρίς την άσκηση αντέφεσης από τον ενάγοντα η εξαφάνιση της απόφασης θα είναι μερική, αποκλειομένης της επιδίκασης στον εφεσίβλητο ενάγοντα του μέρους του κεφαλαίου της απαίτησης του τελευταίου που απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς άσκηση εκ μέρους του έφεσης ή αντέφεσης (ΑΠ 1065/09 ΝοΒ 2009.2392· 1729/08 ΤΝΠ [ΔΣΑ], Μαργαρίτης, Μ., Μαργαρίτη, Α., Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Ι, άρθρο 536, σελ. 873, 2018).
Αντίστοιχα, στην περίπτωση που το «εκκληθέν» κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης αφορά αίτημα της αγωγής που έγινε μερικά δεκτό και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο, ναι μεν μεταβιβάζεται ολόκληρο το κεφάλαιο «αδιαιρέτως» στο Εφετείο (γι’ αυτό και μπορεί να ασκηθεί αντέφεση καθόσον αφορά το μέρος του αιτήματος που έγινε δεκτό), το Εφετείο όμως μπορεί να το εξετάσει μόνο στο μέρος κατά το οποίο πλήττεται με λόγο έφεσης (ΕφΑθ, 1356/2004, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Το αίτημα, επομένως, της έφεσης και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το Εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, τους οποίους, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ, 1 ΚΠολΔ ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, δηλαδή χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο, στην περίπτωση που με τη έφεση διατυπώνονται παράπονα για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγόμενου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα στης έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγόμενου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Αν όμως οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να ερευνήσει τις επικουρικές βάσεις της αγωγής χωρίς έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος (ΑΠ 514/2020, ΑΠ 1026/2019, ΑΠ 1781/2017. ΑΠ 225/2015 ΜονΕφΛαμ 113/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr