Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών στα Επτάνησα

Από τον συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 “Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων” (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α` άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β` άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του ν. ΡΝ/1866 “περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας” (άρθρο 10.11.13 και 14), του ν. ΣΟΕ/1868 και του ν. ΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των κειμένων στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία, δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς Νήσου. Πράγματι δε, περί της διανομής των εγχωρίων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν ακολούθως ο ν. ΥΙΓ/ 1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. ΨΞΣΤ/… για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχωρίου περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 “περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας”), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.

Αδέσποτα ακίνητα ανήκοντα στο Δημόσιο

Κατά τα άρθρα 2, 13, 14 και 16 του περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του νόμου της 21.6.1837, που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά μετά την έκδοση του ν. ΡΝ/1866, με το άρθρο 2 του οποίου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντικείμενο άρθρα 402 – 409 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, δημόσια κτήματα είναι όσα ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα από ιδιώτες ή Κοινότητες μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένες απαιτήσεις και συνεπώς και τα αδέσποτα δάση και εν γένει δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 341/2024, ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι τα κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege στο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες, καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη και κληρονόμους (ΑΠ. 1163/2022). Έπεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζομένων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 334 του α.ν. 1539/1938. Με το άρθρο 49 του ΕισΝΑΚ ο εν λόγω νόμος “περί διακρίσεως κτημάτων” καταργήθηκε, ενώ αντ` αυτού ισχύει η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο Δημόσιο.

Τέλος κατά το σύστημα του προαναφερόμενου νόμου “περί διακρίσεως κτημάτων” καθώς και εκείνο του Αστικού Κώδικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται: α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, δηλ. τα εξ αρχής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκατάλειψη του προηγουμένου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής, δοθέντος ότι υπόκειται δικαιοπραξία που περιέχει κατάργηση της κυριότητας (ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 11/2019). Τέτοιο ειδικό τίτλο αποτελούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του νόμου ΡΝ/1866 “Περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν των λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας Γ Κωδ. Ε457 – άρθρα 1 και 2″, δυνάμει της οποίας (άρθρου 1) εισήχθησαν και στα Ιόνια Νησιά από 1-7-1866 οι περί την διοίκηση και διαχείριση των δασών τότε ισχύουσες διατάξεις, δυνάμει δε του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου ΡΝ/1866 εισήχθη και στα Ιόνια Νησιά από 1-7-1866 ο από 21.6.1837 νόμος περί διακρίσεως κτημάτων, κατ’ άρθρο 16 του οποίου όλα τα αδέσποτα (εκτός των άλλων εκεί διακρίσεων) κτήματα επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλες αποδεδειγμένες απαιτήσεις ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 341/2024, ΑΠ 1163/2022).

Βάρος απόδειξης

Επί των κειμένων στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 “περί ιδιωτικών δασών”, με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ. αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β` του Ν. 998/1979, όπως ισχύει, “Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας”, στο οποίο ορίζεται ότι το, κατά την § 1 εδ. α` του ίδιου άρθρου, τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων “δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσω όπου ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης (ΑΠ 11/2019). Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις άνω περιοχές, και ειδικότερα στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. “περί ιδιωτικών δασών”, με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ` αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους οι οποίοι προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π 341/2024, ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 881/2022). (1242/2025 ΑΠ (NOMOS))

Επομένως, το γεγονός ότι τμήματα των επίδικων εκτάσεων χαρακτηρίζονται ως έχοντα δασική μορφή, δεν καθιστά αυτές και δημόσιες, χωρίς την ύπαρξη τίτλου ή πράξεων νομής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς προκειμένου περί δασών και δασικών εκτάσεων που βρίσκονται στα Επτάνησα, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου που θεσπίσθηκε με το β.δ. της 16.11.1936, αλλά αντίθετα απαιτείται πέραν της δασικής μορφής της επίδικης έκτασης και η επίκληση της από μέρους του Δημοσίου κτήσης κυριότητας επ` αυτής με έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο ΑΚ ή από τον ΑΚ, είτε από κάποιο άλλο ειδικό νόμο τρόπους, ή η απόδειξη ότι η επίδικη έκταση υπήρξε αδέσποτη, δηλαδή ότι δεν δεσποζόταν από ιδιώτη ώστε να περιέλθει exlege στο Ελληνικό Δημόσιο με το ν. ΡΝ/1866, με τον οποίο επεκτάθηκε η ισχύς του ν. της 21.6.1837 «περί διαχειρίσεως δημόσιων κτημάτων» στα Ιόνια Νησιά.

Χρησικτησία επί δασικών εκτάσων Επτανήσου

Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του Α.Κ., 593, 2063 και 2092 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 65 του Εισ.Ν.Α.Κ. στην έκτακτη χρησικτησία, όταν αυτή συμπληρώνεται πριν την εισαγωγή του Α.Κ. ή και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., πριν όμως συμπληρωθεί εικοσαετία, προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα ακίνητο γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), υπό δε την ισχύ του προϊσχύσαντος Ιόνιου Αστικού Κώδικα, κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (παραγραφή) γίνεται αυτός που το διακατέχει συνεχώς, αδιακόπτως, ειρηνικώς, δημοσίως, αναμφιβόλως και επί λόγω κυριότητας για μια τριακονταετία (Α.Π. 568/2021, Α.Π. 1346/2010). Δεν αποκλείεται να συντρέξει νόμιμη περίπτωση, κατά την οποία ο ειδικός διάδοχος στη νομή θα προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής εκείνον του προκατόχου δικαιοπαρόχου του (αρθρ. 1051  ΑΚ), για να συμπληρωθεί ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας και να γίνει κύριος του πράγματος. Σε τέτοια περίπτωση, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου πριν από τον ΑΚ υπολείπεται για τη συμπλήρωση της τριακονταετίας χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί το τέως δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου και θα συμπληρωθεί με το συνυπολογισμό του χρόνου που υπολείπεται υπό την ισχύ του  ΑΚ, αν δε, αντίθετα, υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος, θα εφαρμοστεί ο ΑΚ και η καθιοριζόμενη απ` αυτόν εικοσαετία θα αρχίσει από 23-2-1946 (σχετ . ΑΠ 463/2004). (ΑΠ1160/2025 NOMOS)

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 984, επ., 994 του ΑΚ και 2084 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, συνάγεται ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ` αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του αποκλειστικώς στο όνομα του, ως κύριος και περάσει από τη γνωστοποίηση αυτήν η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής. Μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συγκυρίων περιλαμβάνονται και οι συγκληρονόμοι (ΑΠ 1559/2001). Oμως τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται, όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, της αποφάσεως, που εκδήλωσε ο κοινωνός, ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι νέμεται εφεξής αυτό αποκλειστικά για τον εαυτό του (ΑΠ 32/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, νομή είναι η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Η διάνοια κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του. Ειδικότερα, άσκηση νομής επί του ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ’ αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η επίβλεψη του ακινήτου, η καλλιέργεια, η σπορά, η φύτευση δέντρων και συλλογή των καρπών αυτού αυτοπροσώπως ή με την πρόσληψη εργατών, η βόσκηση ζώων, η ανέγερση κτίσματος κλπ.(ΑΠ1340/2010 NOMOS).

Συνοψίζοντας λοιπόν, στα Επτάνησα το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε λόγω διαδοχής γενικό δικαίωμα κυριότητας επί των δασών κατά την ένωση των νησιών με την Ελλάδα, καθώς ούτε το Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων ούτε οι επιχώριες περιουσίες των νήσων περιήλθαν στην κυριότητά του. Κυριότητα του Δημοσίου μπορεί να θεμελιωθεί μόνο επί αδεσπότων ακινήτων, τα οποία περιέρχονται σε αυτό εκ του νόμου (άρθρο 16 του ν. της 21.6.1837 και σήμερα άρθρο 972 ΑΚ), ή βάσει άλλου ειδικού νόμιμου τίτλου κτήσης. Για τον λόγο αυτό, στα Επτάνησα δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών του β.δ. της 16.11.1836, γεγονός που κατοχυρώνεται πλέον ρητά και στο άρθρο 62 παρ. 1 του Ν. 998/1979. Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο δεν αρκεί να αποδείξει τον δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, αλλά οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένο νόμιμο τρόπο κτήσης της κυριότητάς της, ενώ, ελλείψει του τεκμηρίου, κάθε διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του. Παράλληλα, επί δασών και δασικών εκτάσεων των Επτανήσων είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία, σύμφωνα αρχικά με τις διατάξεις του Ιόνιου Αστικού Κώδικα (τριακονταετής παραγραφή) και, μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με τις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετής νομή), εφόσον ασκούνται εμφανείς πράξεις νομής, όπως η βοσκή, η υλοτομία, η οριοθέτηση, η επίβλεψη ή η εκμετάλλευση της δασικής έκτασης, οι οποίες εκδηλώνουν τη βούληση του νομέα να την κατέχει ως κύριος.

Έλενα Ψαρρού, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί