Χαρακτηρισμός έκτασης ως δασικής – Αρμοδιότητα Δικαστηρίων
Για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δάσους ή δασικής, αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα, με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει (ΑΠ 596/2016 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, μοναδική αρμόδια υπηρεσία για να αποφανθεί, κατά πόσο μία έκταση αποτελεί δάσος ή είναι δασική, είναι η Διεύθυνση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του οικείου Νομού, η οποία έχει επιφορτιστεί με το έργο της κατάρτισης, ανάρτησης και θεώρησης των Δασικών Χαρτών και η οποία, με τη μέθοδο της φωτοερμηνείας παλαιότερων (έτους 1945) και πρόσφατων (ετών 1998, 2007, 2015) αεροφωτογραφιών των εκτάσεων, αποτυπώνει στους δασικούς χάρτες με μέγιστη ακρίβεια τις δασικές εκτάσεις κ.ο.κ. Η διακρίβωση του χαρακτήρα μιας έκτασης, που γίνεται με βάση τα πορίσματα και τις μεθόδους της επιστήμης της δασολογίας και στηρίζεται κυρίως στην ερμηνεία των αεροφωτογραφιών, αποτελεί διοικητικής φύσης ζήτημα, η κρίση επί του οποίου ανήκει στη Διοίκηση και υπόκειται σε περίπτωση αμφισβήτησης, στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικράτειας (Σ.τ.Ε. 794/1999 ΝΟΜΟΣ). Στη συνέχεια, και εφόσον δεν έχουν υποβληθεί αντιρρήσεις κατά του περιεχομένου του αναρτημένου Δασικού Χάρτη, αυτός κυρώνεται με απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης του οικείου Νομού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και από το χρονικό αυτό σημείο ο Δασικός Χάρτης καθίσταται οριστικός και παράγει πλήρη απόδειξη για τις εκτάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτόν με πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση ότι αποτελούν δασικές εν γένει εκτάσεις. Η απόφαση κύρωσης του Δασικού Χάρτη, ως εκτελεστή διοικητική πράξη, απολαμβάνει του τεκμηρίου της νομιμότητας, έως ότου ανακληθεί ή ακυρωθεί διοικητικά ή δικαστικά, κατόπιν άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως κατ’ αυτής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας (Σ.τ.Ε. 889/2021, Σ.τ.Ε. 1.540/2020, Σ.τ.Ε. 642/2020, Σ.τ.Ε. 490/2020, Σ.τ.Ε. 491/2020, Σ.τ.Ε. 1.412/2019, Σ.τ.Ε. 1.855/2019, Σ.τ.Ε. 1856/2019, Σ.τ.Ε. 1.857/2019, Σ.τ.Ε. 1.858/2019, Σ.τ.Ε. 2.800/2019, Σ.τ.Ε. 1.810/2018 ΝΟΜΟΣ).[1]
Επειδή κατά το άρθρο 2 του KΠολΔικ τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνον η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σ’ αυτά κατά το άρθρο 1 KΠολΔικ ιδιωτικές διαφορές, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια. Τα τελευταία περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα της διοικήσεως ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (ΑΠ 1354/2014, ΑΠ 2248/2014). Δεν δύναται επομένως ο έλεγχος τους να επεκταθεί στην ουσιαστική κρίση του Δασάρχη ως προς την ύπαρξη ή όχι των πραγματικών προϋποθέσεων της εφαρμογής του άρθρου 3 παρ. 2 και 14 του ν. 998/1979, βάσει των οποίων χαρακτηρίζεται η επίδικη έκταση δασική. Τούτο διότι ο χαρακτήρας της συνολικής επίδικης εκτάσεως ως δημόσιας δασικής τοιαύτης, ανήκουσας στην πλήρη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου (915/2025 ΑΠ).Ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν αποκλείεται, όταν η υπό κρίση διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την προσφυγή ή την αίτηση ακύρωσης ενώπιον του εκάστοτε αρμοδίου δικαστηρίου. Η έννοια του παρεμπίπτοντος (άρθρ. 2 και 282) συνδέεται με την εξέταση και όχι με τη διάγνωση του κριθέντος ζητήματος. Δηλαδή ο “παρεμπίπτων έλεγχος” έχει την έννοια ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν ως άκυρη κλπ, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, εντεύθεν δε δεν παράγεται δεδικασμένο (596/2016 ΑΠ NOMOS, 826/2018 ΑΠ NOMOS). (ΑΠ 596/2016 (NOMOS))
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] 107/2025 Εφετείο Λαμίας (NOMOS)