Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ορισμός Δάσους και δασικής έκτασης

Δάσος θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, που καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. ΑΧΝ/1888 “περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών” και επαναλήφθηκε στο άρθρο 57 του Ν. 3077/1924 “περί δασικού κώδικος”, ενώ περιέχεται – διευρυνόμενος εκάστοτε ως προς το δασικό χαρακτήρα των εδαφών (δάσος, δασικά εδάφη, δασικές εκτάσεις) και τις επιτελούμενες από αυτά λειτουργίες – και στις διατάξεις των άρθρων 45 του Ν. 4173/1929 (όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 9 του Α.Ν. 3/1935) και 1 Α.Ν. 857/1937, 1 του Ν Δ. 69/1969 και 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 998/1979 “ως δάσος νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανική ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλει εις τη διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος (άρθρο 3 παρ. 1) και “ως δασική έκταση νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενης υπό αραιής ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερες των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών” (άρθρο 3 παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος, ως οργανικό στοιχείο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεως τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. [1]

Επιπλέον, δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 712/2015, ΑΠ 1524/2012, ΑΠ400/2011). Ούτε ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 111/2023 – από την επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr). Για τον χαρακτηρισμό μίας εκτάσεως ως δασικής, αρκεί να υπάρχουν στοιχεία, όπως η γειτνίαση αυτής με δάσος ή με δασική έκταση ή η σύνδεσή της με δασικό οικοσύστημα, ώστε να προκύπτει ότι η εν λόγω έκταση συγκροτεί με αυτά δασική οργανική ενότητα (Α.Π. 202/2016 -από την επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr), ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του δάσους ή της δασικής έκτασης στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του νόμου 3.208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του νόμου 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (Ολ Σ.τ.Ε. 32/2013, Ολ Σ.τ.Ε. 34/2013, Α.Π. 10/2020, Α.Π. 1.182/2018, Α.Π. 596/2016 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή κατ’ άλλον τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται, δεν αποβάλλουν για τον λόγο αυτόν τον χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται δε υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλον προορισμό. Από την εν λόγω συνταγματική διάταξη συνάγεται ότι, η δασική μορφή της έκτασης δεν αναιρείται από την καταστροφή της λόγω πυρκαγιάς ή από τυχόν αυθαίρετες επεμβάσεις επ` αυτής, οι οποίες συνεπάγονται προσωρινά την καταστροφή της δασικής βλάστησης, διότι οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση και αν διαμορφωθεί επί υπάρξαντος δάσους (πυρκαγιά, εκχέρσωση, ανοικοδόμηση κ.λ.π.), δεν είναι δυνατό να αποστερήσει από αυτό τον δασικό του χαρακτήρα, καθόσον η προστασία των δασών κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα (άρθρα 117 παρ. 3 και 24 παρ.1) χωρίς χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, προκειμένου να διατηρηθεί η κατά τον προορισμό τους χρήση και να διαφυλαχθεί η φυσική και βιολογική ισορροπία που προκύπτει από την ύπαρξή τους (Ολ Σ.τ.Ε. 3.754/1981, Σ.τ.Ε. 2.778/1988, Σ.τ.Ε. 664/1990, Σ.τ.Ε. 2.381/1994 ΝΟΜΟΣ).[2]

Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με την συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ’ αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Την κρισιμότητα του στοιχείο αυτού ανέδειξε η υπ’ αριθμόν 27/1999 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικστηρίου (ΑΕΔ) σύμφωνα με την οποία «το Σύνταγμα, προστατεύοντας δια του άρθρου 24 το δάσος και τις δασικές εκτάσεις, παραπέμπει στην επιστημονική έννοια των εδαφικών τούτων οικοσυστημάτων προς την οποία υποχρεούται να συμμορφωθεί και ο νομοθέτης, κατά την ειδικότερη οργάνωση της συνταγματικής προστασίας. Είναι δε, κατά την οικεία επιστήμη (δασική οικολογία), δάσος ή δασικό οικοσύστημα, οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλλεξαρτήσεώς και αλληλεπιδράσεώς τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Εξ άλλου, δασική έκταση υπάρχει όταν στο ανωτέρω σύνολο η αγρία ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής εκτάσεως είναι ο οργανική ενάτης της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλαστήσεως, η οποία καθιστάμενη δια των ειρημένων διασυνδέσεων της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας, προσδίδει μόνη σ` αυτό την ιδιαιτέρα του ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Νομικώς η ενάτης αυτή δύναται να συνάγεται εκ των εις τα στοιχεία του φακέλλου περιγραφόμενων χαρακτηριστικών της περί ης εκάστοτε πρόκειται αγρίας ξυλώδους βλαστήσεως. Πάντως, εφόσον υπάρχει η ενότητα αυτή, υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεση της εννοίας του δάσους ή δασικής εκτάσεως, τεκμαίρεται δε ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη η συνυπάρχουσα θεμελιώδης λειτουργία παντός δασικού οικοσυστήματος που συμβάλλει στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος, ήτοι ο κύριος ρόλος του εις τον κύκλο άνθρακος και στην παραγωγή οξυγόνου, η συγκράτηση των ομβρίων υδάτων και του χώματος κ.ο.κ. Τοιουτοτρόπως δεν απαιτείται να βεβαιούται εκάστοτε ρητώς και ειδικώς κατά τον χαρακτηρισμόν δάσους ή δασικής εκτάσεως η προϋπόθεση αυτή. Κατά ταύτα, ορίζοντας το άρθρο 3 του ν. 998/1979 ότι “δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος”, είναι σύμφωνος με την προεκτεθείσα επιστημονική έννοια του δάσους, διότι, κατά την αληθή του έννοια, το άρθρο τούτο δεν θέτει δύο αθροιστικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του δάσους, αλλά μόνον μίαν, ήτοι την οργανική ενότητα αυτού, ώστε αν αυτή υπάρχει έπεται κατ` ανάγκην, πλεοναστικώς αναφερομένη εις τον νόμον, η συμβολή του δάσους στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και στην εξυπηρέτησιν της διαβιώσεως του ανθρώπου με τη συμβολή της ή με τα προϊόντα της δασοπονίας.»

 

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] ΑΠ 826/2018 (NOMOS)

[2] 107/2025  Μονομελές Εφετείο Λαμίας (NOMOS)

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί