Η νομική θεμελίωση του καταρχήν κοινόχρηστου χαρακτήρα της στέγης – ταράτσας πολυκατοικίας (δώματος οικοδομής) που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 – τύχη αυτού μετά την υλοποίηση του «δικαιώματος υψούν»
Κατόπιν συνδυαστικής ερμηνείας των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ. 1, 3παρ.1, 4 παρ. 1, 5, 13 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι επί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ` ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.
Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του ορόφου και διαμερίσματος ορόφου. Από το σκοπό, εντούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία που, όπως προκύπτει και από την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ` ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα της νομολογίας εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρ. 11 του Γεν. Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955, 1973 και τον ισχύοντα ΓΟΚ Ν. 1577/1985, όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με το Ν. 2831/2000), συνάγεται ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.
Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη (άρθρ. 1002 εδ.β ΑΚ και 1 παρ.2 Ν. 3741/1929), μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως, καταρχήν δεν είναι δυνατό να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί (δικαίωμα υψούν),, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ).
Άλλωστε, η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α΄ του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ` εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι` αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (βλ. ΑΠ 1102/2012, Ολ.ΑΠ 23/2000, Ολ.ΑΠ 5/1991, ΑΠ 128/2009, ΑΠ 725/2002). Από αυτά, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 1113 και 785 επ. ΑΚ, παρέπεται ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, λόγω της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των κοινοκτήτων μερών του όλου ακινήτου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η στέγη, προς την οποία εξομοιώνεται και το δώμα (ταράτσα), δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση τούτων, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των υπόλοιπων αναγκαίων συγκυρίων, εκτός αν με συμφωνία που τον δεσμεύει, αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχτηκε υπέρ μερικών μόνο ιδιοκτητών (ΑΠ 1375/1991).
Είναι, όμως, έγκυρη η συμφωνία μεταξύ απάντων των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινοχρήστου χαρακτήρα της στέγης-δώματος και η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης του δώματος αποκλειστικά (αποκλειστική χρήση) σε έναν ή σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες (οροφοκτήτες). Η συμφωνία αντιθέτως των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινοκτήτου χαρακτήρα της στέγης (δώματος) και η μεταβίβαση του χώρου αυτού σε τρίτους κατά διηρημένες ιδιοκτησίες έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τις ως άνω διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, και ως εκ τούτου η μεταβίβαση αυτής σε τρίτους κατ` αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας είναι απολύτως άκυρη κατά τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ (βλ. ΑΠ 1102/2012, ΤΝΠΔΣΑ και ΑΠ 264/2010, ΤΝΠΔΣΑ).
Βάσει των ανωτέρω καταλήγει η υπ’ αρ. 141/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς σχετικά με τη νομική φύση της ταράτσας (δώματος) πριν την υλοποίηση του «δικαιώματος υψούν» και πριν από την επέκταση καθ’ ύψος της οικοδομής, καθώς και σχετικά με τις αυθαίρετες τυχόν επεκτάσεις ότι :
«μέχρι της υλοποιήσεως του δικαιώματος υψούν επί του υφισταμένου δώματος οικοδομής, τούτο παραμένει κοινόχρηστος χώρος παρέχων δικαίωμα συγχρήσεως εις όλους τους οροφοκτήτες και εις ουδεμίαν περίπτωσιν το δικαίωμα υψούν παρέχει εις τον δικαιούχον την εξουσίαν αποκλειστικής χρήσεως του ακαλύπτου δώματος προ της σκεπάσεως του ακαλύπτου χώρου διά της υλοποιήσεως του μελλοντικού ορόφου (βλ. ΑΠ 175/1988, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 17870 και ΕφΑθ 1441/2001, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 337138). Η βεράντα, η οποία είναι ανοικτό μέρος και επέκταση του δαπέδου ενός ορόφου μέχρι του κατακορύφου επιπέδου των όψεων του κτιρίου και αποτελεί δώμα (πλάκα οροφής) διά τον κάτωθι ταύτης όροφον ή διαμέρισμα, είναι δυνατόν να καταστεί αντικείμενον χωριστής ιδιοκτησίας, διαφορετικώς εφαρμόζεται ως προς αυτήν ό,τι εφαρμόζεται, κατ’ άρθρον 7§1 Ν. 3741 /1929 διά την στέγη, ήτοι ανήκει εις τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα, κατ’ άρθρον 2§1 Ν. 2741 /1929, μέρη της οικοδομής (βλ. ΑΠ 1123/2012, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 586894, ΑΠ 406/1996, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 177943 και ΕφΛαρ 94/2012, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 590034).
Περαιτέρω, διά της υλοποιήσεως του δικαιώματος υψούν (προσθήκης καθ’ ύψος ορόφου) ο νέος όροφος περιέρχεται εις τον δικαιούχον της επεκτάσεως κατ’ αποκλειστικήν κυριότητα, νομήν και κατοχήν μετά του αναλόγου ποσοστού αναγκαστικής συγκυριότητος επί του εδάφους και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής. H άσκηση, όμως, του δικαιώματος επεκτάσεως της οικοδομής καθ’ ύψος προϋποθέτει την τήρηση των αντιστοίχων διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας. Επομένως, διά να είναι νόμιμη η άσκηση του δικαιώματος αυτού από τον συνιδιοκτήτη του ενιαίου οικοπέδου, στον οποίον εχορηγήθη τούτο βάσει κοινής συμφωνίας όλων των συνιδιοκτητών εμπεριεχομένης στην μεταγραφείσα συστατική πράξη, και διά να καταστεί αυτός αποκλειστικός κύριος του νέου κτίσματος άνωθεν του δώματος, πρέπει η κατασκευή αυτού να γίνει κατόπιν τηρήσεως των οικείων πολεοδομικών διατάξεων, διότι εν αντιθέτω περιπτώσει, δηλαδή εάν η προσθήκη του νέου κτίσματος γίνει αυθαιρέτως, ο φορεύς του δικαιώματος δεν αποκτά αποκλειστική επ’ αυτού κυριότητα και οι λοιποί συνιδιοκτήτες εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα τη αναγκαστικής συγκυριότητος, συγκατοχής και συγχρήσεως ολοκλήρου του κοινοχρήστου χώρου του δώματος. Εάν, ωστόσο, διά νεωτέρας νομοθετικής ρυθμίσεως παρασχεθεί η δυνατότης νομιμοποιήσεως του αυθαιρέτου κτίσματος και ο ανεγείρας τούτο τηρήσει τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις νομιμοποιήσεως, τότε η άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως καθ’ ύψος της οικοδομής από τον δικαιούχον είναι επιτρεπτή, αφού διά της νομιμοποιήσεως το κτίσμα αποβάλλει τον χαρακτήρα του αυθαιρέτου και καθίσταται νόμιμο. Ούτως, μόνον μετά την νομιμοποίηση του αυθαιρέτου κτίσματος ο δικαιούχος του τοιούτου δικαιώματος αποκτά αποκλειστική κυριότητα επί του κτίσματος και επί του υπό τον όγκο του καταλαμβανομένου χώρου του μέχρι τότε υφισταμένου δώματος (βλ. ΑΠ 220/2013, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 604055, AΠ 1553/2009, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 508263, ΑΠ 1658 /2007, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 458149 ή ΤΝΠΔΣΑ και ΑΠ 615/2006, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 410142). Τούτο, ανεξαρτήτως του ότι το κύρος της συστατικής των οριζοντίων ιδιοκτησιών πράξεως δεν εξαρτάται από την συμφωνία αυτής προς τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις αλλά επισύρει μόνον τις εκ των οικείων πολεοδομικών διατάξεων προβλεπόμενες συνέπειες (βλ. ΑΠ 1288 /2011, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 571479 και ΑΠ 121 /2003, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 325197)».
Τέλος, η ίδια ως άνω απόφαση καταλήγει σχετικά με την τύχη της εναπομείνουσας ακάλυπτης ταράτσας έπειτα από την πλήρωση της αίρεσης (201 ΑΚ) που τάχθηκε με τη σύσταση του «δικαιώματος υψούν» (υλοποίηση δικαιώματος υψούν) ότι «η μερική κάλυψη του δώματος της οικοδομής κατά την ενάσκηση του δικαιώματος υψούν από κάποιον οροφοκτήτην, ο οποίος λόγω εξαντλήσεως του ανωτάτου επιτρεπομένου συντελεστού δομήσεως δύναται να ανεγείρει την εκ της συστατικής πράξεως προβλεπομένην καθ’ ύψος προσθήκην (όροφον) μόνον επί μέρους και ουχί εφ’ ολοκλήρου της επιφανείας του δώματος, δεν αίρει αφ’ εαυτής τον κοινόκτητον και κοινόχρηστον χαρακτήρα του εναπομένοντος ακαλύπτου (ακτίστου) μέρους του μέχρι τότε υφισταμένου δώματος, το οποίον εξακολουθεί να αποτελεί στέγην της οικοδομής ομού μετά της εις υψηλότερον επίπεδον αντίστοιχης στέγης του νέου διαμερίσματος, το οποίον κατά υλοποίησιν του δικαιώματος υψούν ανηγέρθη επί συγκεκριμένου μόνον μέρους της όλης επιφανείας του μέχρι τότε υφισταμένου δώματος (πρβλ. έμμεση συναγωγή από: ΑΠ 478/2011, ΤΝΠΝΟΜΟΣ: 551220 και ΑΠ 1658/2007)».
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr