Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ευθύνη από νομικό ελάττωμα: Συρροή ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης

Κατά το άρθρο 514 ΑΚ ο πωλητής έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει το αντικείμενο της πώλησης ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου (νομικό ελάττωμα). Ως νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια του άρθρου 514 ΑΚ, θεωρείται οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα τρίτου, πάνω στο πράγμα, το οποίο μπορεί να ασκηθεί εκ μέρους αυτού κατά του αγοραστή, και το οποίο εμποδίζει την ελεύθερη μεταβίβαση της κυριότητας του πωλούμενου και την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από αυτή. Στην έννοια του νομικού ελαττώματος εντάσσονται και οι διάφοροι φόροι που βαρύνουν μεν τον πωλητή αλλά είναι δυνατόν, από το νόμο, να εισπραχθούν και από τον αγοραστή (ΑΠ 1528/79 ΝοΒ 28/1080, ΕΑ 3175/79 ΝοΒ 27/1326). Συνεπώς, συνιστούν νομικό ελάττωμα τα δημόσια βάρη ή φόροι αν πριν από τη σύναψη της πώλησης ήταν γεννημένες υποχρεώσεις του πωλητή, δυνάμενες να ασκηθούν και κατά του αγοραστή (Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, άρθρο 514, σελ. 171-176, Η πώληση κατά τον Αστικό Κώδικα, Ν. Τριάντος, σελ. 82). Η ύπαρξη του νομικού ελαττώματος δεν έχει σαν συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης πώλησης αλλά σημαίνει μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή που οδηγεί σε συμβατική ευθύνη του. Η ύπαρξη επομένως νομικού ελαττώματος δεν επηρεάζει το κύρος της πώλησης αλλά γεννά ευθύνη του πωλητή για αποζημίωση (ΕΑ 5939/81 Αρμ 36/626, Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, άρθρο 514, σελ. 174, Η πώληση κατά τον Αστικό Κώδικα, Ν. Τριάντος, σελ. 79).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 513, 514 και 516 ΑΚ, προκύπτει ότι η ευθύνη του πωλητή για νομικά ελαττώματα του πωληθέντος διαπλάθεται ως ευθύνη για τη μη εκπλήρωση της παροχής, εντεύθεν δε έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις των άρθ. 380 και 382 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες ο αγοραστής δικαιούται, εκτός άλλων, να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση, ως ζημία δε που πρέπει κατά τα άρθ. 516 και 382 ΑΚ να αποκατασταθεί, νοείται κάθε προς το χειρότερο μεταβολή της περιουσίας του αγοραστή από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή, η οποία μπορεί να προέρχεται είτε από το τίμημα του πράγματος που καταβλήθηκε, είτε από τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής για να το αποκτήσει. Ως εκ τούτου, προκειμένου να χωρίσει η αποκατάσταση, αρκεί να διαπιστωθεί ότι επήλθε ζημία και ότι αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αθέτηση της συμβάσεως. Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και περιλαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, κάθε ζημία (θετική ή αποθετική) που υπέστη ο αγοραστής εξαιτίας της αθετήσεως της προαναφερόμενης υποχρεώσεως του πωλητή, συνίσταται δε ειδικότερα η θετική ζημία του αγοραστή στη διαφορά της περιουσιακής κατάστασής του, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν ο πωλητής είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του να μεταβιβάσει σ` αυτόν το πράγμα χωρίς το νομικό ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας και εκείνης που υπάρχει εξ αιτίας της μη εκπλήρωσης, εν όλω ή εν μέρει, της υποχρεώσεως του πωλητή, κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, και επομένως περιλαμβάνει την αξία της μη εκπληρωθείσας παροχής (οφειλή αξίας), που μπορεί να είναι ανώτερη του καταβληθέντος τιμήματος, καθώς και τις τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής (517/2015 ΑΠ).

Η αθέτηση της συμβάσεως καθ` εαυτή δεν συνιστά αδικοπραξία, καθώς αποτελεί μεν πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής. Πλην όμως, είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αθέτησης της συμβάσεως όσο και της αδικοπραξίας, στην οποία περίπτωση το πραγματικό γεγονός υπόκειται σε πολλαπλή αξιολόγηση και αντιμετωπίζεται από διαφορετικές απόψεις. Η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω συμπεριφορά, και αν ακόμη εκδηλωνόταν χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μη ζημιώνει κάποιος υπαίτια άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 653/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1190/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1120/2005 ΝΟΜΟΣ). Μόνη επομένως η ύπαρξη νομικού ή πραγματικού ελαττώματος δεν ιδρύει από μόνη της ευθύνη από αδικοπραξία κατά την έννοια των αμέσως παραπάνω αναφερομένων διατάξεων, αφού, χωρίς τη συμβατική σχέση, δεν αποτελεί πράξη παράνομη. Όταν όμως δολίως αποσιωπάται η ύπαρξη του νομικού ή πραγματικού ελαττώματος, τότε συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, τα οποία μαζί με τη συμβατική παράβαση, συνθέτουν το πραγματικό αδικοπραξίας, με τη μορφή της αστικής απάτης (ΑΚ 147, 149). Απάτη, κατά την έννοια της διάταξης 147 ΑΚ, αποτελεί κάθε από πρόθεση συμπεριφορά που τείνει στην παραγωγή, ενίσχυση ή διατήρηση πεπλανημένης αντίληψης ή εντύπωσης, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη, στον αγνοούντα αυτά συμβαλλόμενο ήταν επιβαλλόμενη από την καλή πίστη ή από την υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση. Συνεπώς, προϋποθέσεις απάτης είναι: α) η παραπλάνηση του άλλου, β) παραπλάνηση από δόλια προαίρεση και γ) αιτιώδης σύνδεσμος παραπλάνησης και δήλωσης βούλησης. Η παραπλάνηση του άλλου, δηλαδή η πρόκληση, ενίσχυση ή ιατήρηση της πλάνης του ή η παράλειψη διάλυσης της υπάρχουσας πλάνης του, πρέπει να γίνεται από άγνοια δηλούντος, με το σκοπό να προβεί αυτός (απατώμενος) σε δήλωση βούλησης. Η απατηλή συμπεριφορά δεν απαιτείται να απευθύνεται σε ορισμένο σημείο της δικαιοπραξίας ή στο όλο περιεχόμενό της αλλά μπορεί να περιορίζεται και σε μεμονωμένο σημείο έστω και επουσιώδες ή ακόμη και σε περιστατικό που δεν ανήκει στο περιεχόμενο της δικαιοπραξίας αλλά είναι ικανό για να προκαλέσει την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης. Δηλαδή δεν απαιτείται η από την απάτη πλάνη να είναι ουσιώδης. Η παραπλάνηση γίνεται και με την απόκρυψη ή αποσιώπηση της αλήθειας ή με ατελείς ανακοινώσεις αληθινών περιστατικών. Ο μετερχόμενος την απάτη πρέπει να ενεργεί με την πρόθεση να παραπλανήσει τον άλλο για να προβεί σε δήλωση βούλησης χωρίς να προσαπαιτείται σκοπός πρόκλησης βλάβης σ’ αυτόν ή οφέλους στον εαυτό του ή σε άλλο. Η σκόπιμη απόκρυψη της αλήθειας αποτελεί απάτη όταν είτε κατά η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ή ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στα μέρη επέβαλαν σ’ αυτόν που απάτησε την αποκάλυψη της αλήθειας (Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, άρθρο 147, σελ. 628-635).

Πρόκειται δηλαδή για συρροή δύο αξιώσεων, εφόσον η παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή αποτελεί αδικοπραξία και χωρίς τη συμβατική σχέση της πώλησης. Από τις δύο αυτές αξιώσεις για αποζημίωση, η πρώτη στηρίζεται στη συμβατική ευθύνη και η δεύτερη στην αδικοπραξία. Στην περίπτωση δε της συρροής αξιώσεων, που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκηση όλων των αξιώσεων, όχι όμως και η ικανοποίηση όλων, αφού η ικανοποίηση της μίας έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν με αυτές ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης από την αδικοπραξία (559/2013 ΑΠ).

Λένα Πολύζου

Δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί