Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Απώλεια συντάξεως δημοσίου υπαλλήλου συνεπεία ποινικού κολασμού (άρθρο 62 περ. β΄ Π.Δ. 169/2007)

Σύμφωνα με τον παγίως γενόμενο δεκτό από τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου γενικό συνταξιοδοτικό κανόνα[1], «Όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου δικαιούνται σύνταξη, εφόσον πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, οι οποίοι έχουν επιλέξει ως συνταξιοδοτικό φορέα το Δημόσιο…»[2].

Εξαίρεση από τον ως άνω κανόνα εισάγουν οι τυποποιούμενες στο άρθρο 62 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (Π.Δ. 169/2007 – Συνταξιοδοτικός Κώδικας, Συντ.Κ.) περιπτώσεις απώλειας του δικαιώματος σύνταξης. Κατά τα προβλεπόμενα στην εν λόγω διάταξη, «Το δικαίωμα σύνταξης χάνεται στις παρακάτω περιπτώσεις: α) Αν ο υπάλληλος απολυθεί γιατί απέσχε από την εκπλήρωση των καθηκόντων του αδικαιολόγητα ή ο στρατιωτικός τέθηκε σε απόταξη για λιποταξία. β) Αν ο δικαιούχος καταδικαστεί αμετάκλητα, είτε όταν ήταν στην ενέργεια είτε ως συνταξιούχος, σε ποινή κάθειρξης για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, πλαστογραφία, απιστία, παραποίηση ή σε φυλάκιση για δωροδοκία ή δωροληψία, εφόσον τα αδικήματα αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου καθώς και αν καταδικαστεί αμετάκλητα για κάποιο από τα αδικήματα των άρθρων 270 και 272 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του Ν.Δ. 364/1969. Αν παρασχεθεί χάρη με άρση των συνεπειών ή επέλθει δικαστική αποκατάσταση το δικαίωμα αποκτάται πάλι με τους όρους της παρ. 2 του επόμενου άρθρου. γ) Αν η θυγατέρα έλθει σε γάμο ή η χήρα σε νέο γάμο είτε κατά το δίκαιο της χώρας μας είτε κατά το αλλοδαπό δίκαιο ή αν η χήρα σύζυγος εκπέσει από τη γονική μέριμνα των παιδιών για καταδίκη σε αδίκημα που διέπραξε με δόλο και το οποίο αφορά τη ζωή, την υγεία και τα ήθη του τέκνου σύμφωνα με το άρθρο 1537 του Αστικού Κώδικα. δ) Αν η χήρα σύζυγος που δικαιώθηκε σύνταξη καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για παιδοκτονία». Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, «Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού που καταδικάστηκε για αδίκημα της περ. β΄ του άρθρου 62 του Κώδικα αυτού, δικαιούνται με τους όρους αυτού του Κώδικα τη σύνταξη που τους ανήκει σαν αυτός που καταδικάστηκε να είχε πεθάνει και εφόσον ο ίδιος είχε αποκτήσει δικαίωμα με βάση τα έτη της υπηρεσίας του. Αν αυτός που καταδικάσθηκε αποκτήσει πάλι δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τους όρους της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 62, παύει η πληρωμή της παραπάνω σύνταξης».

Ως βάση για τη στέρηση της σύνταξης τίθεται η αµετάκλητη ποινική καταδίκη, χωρίς όµως σαφές και ενιαίο κριτήριο είτε της επιβληθείσας ποινής είτε του (τελεσθέντος) εγκλήµατος[3]. Έτσι απαιτείται µεν, κατ’ αρχήν, η επιβολή ποινής κάθειρξης, αρκεί όµως τελικά και οιαδήποτε ποινή φυλάκισης «για δωροδοκία ή δωροληψία». Επιπλέον, η καταδίκη αφορά ορισµένα µόνο εγκλήµατα κατά της ιδιοκτησίας (κλοπή, υπεξαίρεση, αλλά όχι ληστεία), κατά της περιουσίας (απάτη και απιστία), κατά του υπομνήματος (πλαστογραφία µόνο), κατά του νοµίσµατος (παραποίηση) και περί την υπηρεσία (δωροδοκία, δωροληψία). Περιέχονται ωστόσο και δύο κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα (έκρηξη και εκρηκτικές ύλες). Ο κατάλογος αυτών των εγκληµάτων θεωρείται αποκλειστικός[4], ώστε να μην μπορούν να συμπεριληφθούν σ’ αυτόν «παρόμοια» προς τα περιοριστικώς απαριθµούµενα εγκλήµατα. Ωστόσο, ο κατάλογος αυτός δε φαίνεται να ακολουθεί κάποιο ορθολογικό κριτήριο του ποινικού δικαίου (π.χ. βαρύτητα, έννοµο αγαθό κ.λπ.), αλλά µάλλον οφείλεται σε πρόχειρη επιλογή ορισµένων «ατιµωτικών» εγκληµάτων. Μάλιστα, τα δύο κοινώς επικίνδυνα εγκλήµατα (άρθρα 270 και 272 ΠΚ) ούτε καν στρέφονται κατά του δηµοσίου και, ως εκ τούτου, η αποτροπή διάπραξής τους δεν υπηρετεί, ούτε σχετίζεται µε την καθαρότητα και την «εύρυθµη λειτουργία της δηµόσιας υπηρεσίας».

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η διάταξη του άρθρου 62 περ. β΄ Συντ.Κ. «είναι στενά ερμηνευτέα λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της και εφαρμόζεται μόνο στα συγκεκριμένα αδικήματα του ποινικού κώδικα, στα οποία ρητώς αναφέρεται αυτή (η διάταξη) και με την έννοια που προσδιορίζεται από τα στοιχεία της αντικειμενικής τους υπόστασης, όπως αυτά καθορίζονται στις διατάξεις του ποινικού κώδικα»[5]. Σε κάθε περίπτωση, η κύρωση της απώλειας του συνταξιοδοτικού δικαιώματος προϋποθέτει οπωσδήποτε αμετάκλητη καταδίκη του δημοσίου υπαλλήλου για κάποιο εκ των ως άνω εγκλημάτων[6]. Αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο εντός της νομίμου προθεσμίας ή αυτό ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε. Κατά τούτο, έχει κριθεί ότι η άσκηση ποινικής δίωξης, η ενδιάμεση διαδικασία της παραπομπής στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου και η καταδίκη για κάποιο από τα προαναφερόμενα αδικήματα, αν δεν είναι αμετάκλητη, δεν επηρεάζουν το συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

Η ένταση των συνεπειών της στέρησης της σύνταξης προκάλεσε την ανάγκη να λαμβάνεται πρόνοια για τα μέλη της οικογένειας του δικαιούχου, κατά τρόπο ώστε να μην πλήττονται και αυτά στην επιβίωσή τους. Έτσι, κατά το άρθρο 64 παρ. 1 Συντ.Κ., η σύζυγος ή τα τέκνα του δικαιούχου που αποστερείται του δικαιώματός του, υπεισέρχονται στη θέση του, λαμβάνοντας αντί γι’ αυτόν την αναλογούσα σύνταξη. Ωστόσο, η χορήγηση της σύνταξης στους «οικείους» του δικαιούχου δεν είναι αυτοδίκαιη, αλλά τελεί υπό την προϋπόθεση ότι θα ελάμβαναν σύνταξη σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου.

Το κρίσιμο ζήτημα της συμφωνίας της ως άνω νομοθετικής ρύθμισης προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας έχει απασχολήσει πολλάκις το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ειδικότερα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 1359/2002 απόφασή του[7], το ΙΙ Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφού σημείωσε ότι η διάταξη αυτή έχει «σκοπό να αποτρέψει τους κρατικούς λειτουργούς από τη διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων, εφόσον στρέφονται κατά του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.», διακήρυξε ότι «δεν αντίκειται στην προβλεπόμενη ρητώς στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος … αρχή της αναλογικότητας. Τούτο δε διότι για την πραγμάτωση του ως άνω επιδιωκόμενου δημόσιου σκοπού και την προστασία των εν γένει υλικών και ηθικών συμφερόντων των δημόσιων υπηρεσιών δεν είναι δυνατή η επιλογή άλλου εξίσου αποτελεσματικού αλλά λιγότερο επαχθούς μέτρου από εκείνο που θεσπίζει η ανωτέρω διάταξη». Την αυτή θέση υιοθέτησε και η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία, ακολουθώντας το ίδιο σκεπτικό, ετάχθη υπέρ της συνταγματικότητας του άρθρου 62 περ. β΄ του Συντ.Κ.[8].

Οι πρώτες νομολογιακές αποκλίσεις από την ανωτέρω γραμμή εμφανίστηκαν με την υπ’ αριθμ. 1085/2004 απόφαση του Τμήματος ΙΙ του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο, καλούμενο να αποφανθεί επί της υποθέσεως πρώην Διευθυντή Συντάξεων του Τ.Ε.Β.Ε., ο οποίος απώλεσε τη σύνταξή του συνεπεία αμετάκλητης καταδίκης του σε ποινή κάθειρξης έντεκα ετών, λόγω της παροχής απλής συνδρομής στη νόθευση ασφαλιστικών βιβλιαρίων ασφαλισμένων του Ταμείου, έκρινε, με οριακή πλειοψηφία, ότι η ως άνω διάταξη αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ως εκ του ότι «η ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου δεν τελεί σε άμεση σχέση με το συνταξιοδοτικό καθεστώς αυτού, ώστε να αποτελεί το κριτήριο για την απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αλλά (τελεί σε άμεση σχέση) με την υπηρεσιακή κατάσταση του εν ενεργεία υπαλλήλου και μπορεί, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, να οδηγήσει σε απόλυση αυτού. Περαιτέρω, η ίδια κύρωση, ως δυσμενές μέτρο, το οποίο ακολουθεί τον απολυθέντα μέχρι το πέρας του βίου του, εμφανίζει τέτοια ένταση και διάρκεια, που θέτει σε κίνδυνο τη διαβίωσή του με τη στέρηση των στοιχειωδών μέσων για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών και μάλιστα σε μία ηλικία που η δυνατότητα αναπλήρωσης της ως άνω παροχής καθίσταται, αν όχι αδύνατη, λίαν δυσχερής, με άμεση συνέπεια ακόμα και την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του (άρθρο 2 παρ. 1 Σ.). Τ’ ανωτέρω μειονεκτήματα που συνεπάγεται το προαναφερθέν μέτρο είναι δυσανάλογα προς το δημόσιο σκοπό που επιδιώκεται μ’ αυτό, δηλαδή την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, ενόψει του ότι ο σκοπός αυτός υπερακοντίζεται κατάδηλα, αφού μπορούσε να επιτευχθεί με ένα άλλο μέτρο εξίσου αποτελεσματικό, αλλά λιγότερο επαχθές».

Η κρίση περί της αντισυνταγματικότητας της εν λόγω διάταξης συνοδεύτηκε από την παραπομπή του ζητήματος στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος. Με την απόφαση 2287/2005 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου επαναδιατυπώθηκε η θέση περί συνταγματικότητας της ως άνω διάταξης (με τη σημαντική μειοψηφία έξι Συμβούλων), με μία σημαντική διαφοροποίηση: η κρίση αυτή απεκδύθηκε το μανδύα της απολυτότητας, υιοθετώντας μία «ελαστικότερη» προσέγγιση με τη θέση ορισμένων κριτηρίων[9]: «Η εξαίρεση αυτή από το γενικό συνταξιοδοτικό κανόνα κατ’ αρχήν, δεν αντίκειται στην απορρέουσα από το αναθεωρημένο από 17.4.2001 Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας, αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση αντικειμενικά κριτήρια, δηλαδή τις συγκεκριμένες περιστάσεις καταδίκης για τα ως άνω ποινικά αδικήματα και την βαρύτητα ενός εκάστου αδικήματος, κρίνεται από το σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αρμόδιο Δικαστήριο ότι υπάρχει δίκαιη σχέση ισορροπίας μεταξύ του επιδιωκομένου σκοπού της ρύθμισης και του προστατευόμενου συνταξιοδοτικού δικαιώματος, δηλαδή ότι για την πραγμάτωση του ως άνω δημόσιου σκοπού δεν είναι δυνατή η επιλογή άλλου εξίσου αποτελεσματικού, αλλά λιγότερο επαχθούς μέτρου από εκείνο που θεσπίζεται με την επίμαχη συνταξιοδοτική διάταξη, ήτοι από την ολική απώλεια του σχετικού συνταξιοδοτικού δικαιώματος και ότι συνεπώς η διάταξη αυτή… δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (βλ. ομοίως και αποφ. Ολ. Ελ. Συν. 2347/2004)».

Κατόπιν αναπέμψεως της υπόθεσης στο αρμόδιο ΙΙ Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τούτο, λαμβάνοντας υπόψη τα τεθέντα από την Ολομέλεια κριτήρια, απεφάνθη ότι[10] «με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και ενόψει της ιδιάζουσας ηθικής απαξίας των προαναφερόμενων αδικημάτων (πλαστογραφία – άρθρο 216 Π.Κ. – με την ειδικότερη μορφή της απλής συνδρομής σε νοθεύσεις), που κατ’ εξακολούθηση διέπραξε ο εκκαλών σε βάρος του ΤΕΒΕ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950 «περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου» και κατά κατάχρηση και παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων ως διευθυντή συντάξεων του ΤΕΒΕ, η προβλεπόμενη στο άρθρο 62 περ. β΄ του π.δ/τος 166/2000 κύρωση της (ολικής) απώλειας του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, τελεί σε δίκαιη σχέση ισορροπίας με τον επιδιωκόμενο από τη ρύθμιση αυτή δημόσιο σκοπό, που, όπως προαναφέρθηκε, εκτός από την προστασία των εν γένει υλικών και ηθικών συμφερόντων των δημοσίων υπηρεσιών, είναι και η εμπέδωση της αξιοπιστίας και ακεραιότητας της δημόσιας υπηρεσίας, καθώς και η εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, αφού η πραγμάτωση του δημόσιου αυτού σκοπού δεν μπορούσε, στην προκειμένη περίπτωση, να επιτευχθεί παρά μόνο με την απώλεια του επίδικου συνταξιοδοτικού δικαιώματος».

Σε µεταγενέστερες αποφάσεις του το Ελεγκτικό Συνέδριο προέβη σε συγκεκριμένες σταθμίσεις, δεχόμενο ότι η στέρηση της σύνταξης από δικαιούχο, λόγω καταδίκης, με αναστολή, σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών[11], ενός (1) έτους[12] ή τριών (3) ετών[13] για δωροδοκία είναι «δυσανάλογη, δεν τελεί δηλαδή σε δίκαιη σχέση ισορροπίας, προς τον προαναφερόμενο δημόσιο σκοπό, η πραγμάτωση του οποίου επιδιώκεται με τη ρύθμιση αυτή και ο οποίος μπορεί να επιτευχθεί με άλλο λιγότερο επαχθές και εξίσου αποτελεσματικό μέτρο, όπως είναι η επιβολή εις βάρος του εκκαλούντος της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης (απόλυσης)». Αντίθετα, κρίθηκε ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας στην περίπτωση στέρησης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος δικαιούχου που είχε καταδικαστεί, σε κάθειρξη έντεκα (11) ετών, για απλή συνδρομή σε πλαστογραφία κατ’ εξακολούθηση (216 ΠΚ), με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950[14].

Ωστόσο, μετά την ελληνικού ενδιαφέροντος απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων της 22ης/10/2009 επί της υποθέσεως Αποστολάκης κατά Ελλάδος, η οποία, επιλαμβανόμενη επί των αυτών πραγματικών περιστατικών με την απόφαση 2287/2005 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καταδίκασε το ελληνικό κράτος αποφαινόμενη ότι η βάσει της ανωτέρω διάταξης αυτοδίκαιη πλήρης στέρηση της σύνταξης του προσφεύγοντος ανέτρεψε τη δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και στα δικαιώματά του[15], το Ελεγκτικό Συνέδριο, με σειρά αποφάσεων του ΙΙ Τμήματός του, μετέβαλε και πάλι τη στάση του, εγκαταλείποντας τη νομολογία της in concreto στάθμισης μεταξύ του επιδιωκόμενου δημόσιου σκοπού και του επαχθούς μέτρου της στέρησης της σύνταξης. Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναγνώρισε ότι η στέρηση της σύνταξης από δικαιούχο, λόγω καταδίκης, αντιβαίνει συλλήβδην στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και στο άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ιδίως αφού επιβάλλεται οριστικά, με τρόπο αυτοδίκαιο και μάλιστα στο σύνολο της σύνταξης. Κατά τις εν λόγω παραδοχές του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το επαχθές αυτό μέτρο είναι ισόβιο και θέτει σε κίνδυνο τη διαβίωση του συνταξιούχου, ενώ ο ίδιος σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερο επαχθή μέτρα[16].

Η ως άνω νομολογία περί της αντισυνταγματικότητας της περί ης ο λόγος διάταξης έχει ήδη κατ’ επανάληψη επικυρωθεί από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με το ακόλουθο σκεπτικό[17]: «Με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 62 § 1 περ. β’ του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, η οποία έχει τεθεί για λόγους δημόσιας ωφέλειας (αποτροπή των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων όταν είναι στην ενέργεια από τη διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων σε βάρος του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, εξυπηρέτηση της εύρυθμης λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και εμπέδωση της εμπιστοσύνης του πολίτη στην αξιοπιστία και ακεραιότητα της δημόσιας υπηρεσίας), προβλέπεται η πλήρης απώλεια του δικαιώματος για σύνταξη των υπαλλήλων που καταδικάστηκαν αμετάκλητα, είτε όταν ήταν στην ενέργεια, είτε ως συνταξιούχοι, για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Η οριστική όμως απώλεια του συνόλου της σύνταξης και όχι μόνο ποσοστού της, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι μέρος αυτής αντιστοιχεί σε καταβληθείσες από τον υπάλληλο εισφορές και μάλιστα αυτοδικαίως, ήτοι χωρίς να καταλείπεται κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας καθώς και η απώλεια όλων των παροχών κοινωνικής ασφάλισης συμπεριλαμβανομένων και των παροχών ασφαλίσεως λόγω ασθενείας, συνιστά μέτρο ιδιαίτερα επαχθές για τον εξελθόντα από την ενεργό υπηρεσία δημόσιο υπάλληλο που τον ακολουθεί μέχρι το πέρας του βίου του και θέτει σε κίνδυνο τη διαβίωση του, στερώντας από αυτόν τα στοιχειώδη μέσα για την αντιμετώπιση των βιοτικών του αναγκών, σε μια ηλικία, κατά την οποία η δυνατότητα αναπλήρωσης της σύνταξης του, μέσω άλλων πόρων, είναι σε μεγάλο βαθμό αβέβαιη, αν όχι ανύπαρκτη. Άλλωστε, η ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, ανεξαρτήτως αν είναι πλημμεληματική ή κακουργηματική, δεν τελεί σε άμεση σχέση με το συνταξιοδοτικό καθεστώς αυτού, ώστε να μπορεί να καταστεί κριτήριο για την απώλεια του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, αλλά σχετίζεται άμεσα με την υπηρεσιακή του κατάσταση δυνάμενη να οδηγήσει στην απόλυση του υπαλλήλου. Περαιτέρω, οι προαναφερθείσες δυσμενείς συνέπειες που συνεπάγεται η εν λόγω διάταξη είναι δυσανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, καθώς το επιβαλλόμενο μέτρο είναι τέτοιας έντασης και διάρκειας που τον υπερακοντίζει προδήλως, ενώ ο σκοπός αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα μέτρα εξίσου αποτελεσματικά αλλά λιγότερο επαχθή. Συνιστά, εκ του λόγου τούτου, κύρωση, η οποία εκτείνεται χρονικά και μετά την έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε και προσβάλλει κατά τούτο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του (άρθρο 2 § 1 Συντ.), ενώ πλήττει το δικαίωμα ανάπτυξης της προσωπικότητας αυτού (άρθρο 5 § 1 Συντ.). Άλλωστε, το γεγονός ότι η σύνταξη του υπαλλήλου μεταβιβάζεται στην οικογένεια του δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την ως άνω οριστική και αυτοδίκαιη απώλεια του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος δεδομένου ότι, αφενός μεν, το ποσό της σύνταξης που μεταβιβάζεται στην οικογένεια του ανέρχεται στα 7/10 της δικαιούμενης από αυτόν σύνταξης, αφετέρου δε, τίποτε δεν εγγυάται ότι η οικογενειακή του κατάσταση θα συνεχιστεί έτσι στο μέλλον και δεν θα υποστεί μεταβολές. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η ρύθμιση του άρθρου 62 § 1 περ. β` του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, η οποία επιβάλλει στην Διοίκηση να εκδώσει, κατά δέσμια αρμοδιότητα, πράξη που συνεπάγεται την αυτοδίκαιη, οριστική και πλήρη στέρηση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος η οποία συνιστά την αναγκαία και ικανή συνθήκη ανατροπής της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων και του δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα. Και αυτό διότι η πλήρης στέρηση της σύνταξης και μάλιστα με την ως άνω μορφή (οριστική και αυτοδίκαιη) δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από το δημόσιο συμφέρον, όσο επιτακτικό και αν ήταν αυτό, γιατί υποβάλλει τον συνταξιούχο σ’ ένα υπερβολικό και δυσανάλογο βάρος (βλ. ΕΔΔΑ υπόθεση Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας, προσφυγή 6069/00 Απόφ. 12.12.2004). Η περίπτωση βέβαια αυτή είναι διακριτή από τις άλλες περιπτώσεις «ενδιαμέσων μορφών στέρησης» της σύνταξης (όπως η δυνητική πλήρης και η αυτοδίκαιη μερική) κατά τις οποίες είναι ελεγκτέο από το Δικαστήριο κατά πόσο με τις σχετικές ρυθμίσεις ανατρέπεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του θιγόμενου προσώπου (απόφ. ΕΔΔΑ της 22.10.2009 Αποστολάκης κατά Ελλάδος, 2797/2011 Ολομ. II Τμήμ. 526/2011, 2395/2011, 2499/2011, 2503/2012 και 602/2013)».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Κ. Πάνο, Η απώλεια της συντάξεως ως συνέπεια πειθαρχικού ή ποινικού κολασμού και οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις των ελληνικών δικαστηρίων και του Ε.Δ.Δ.Α., Ε.Δ.Κ.Α., τόμος Ν΄ (2009), σελ. 673 επ..

[2] Βλ. ΕλΣ 1277/2007, Αρμ. 2008, σελ. 296, ΕλΣ 1376/2002, σκ. ΙΙΙ, ΑΡΧΝ 2003, σελ. 593, ΕλΣ 283/2000, ΕΔΚΑ 2000, σελ. 515.

[3] Βλ. Ευτ. Φυτράκη, Η στέρηση της σύνταξης ως ποινής, ΝοΒ 2013, τόμος 61, σελ. 2766 επ..

[4] Βλ. ΕλΣ 814/2005, Ε∆∆∆∆ 2005, σελ. 796, ΕλΣ (Ολ) 614/2001, Ε∆∆∆∆ 2001, σελ. 598.

[5] Βλ. ΕλΣ 204/2007.

[6] Βλ. Γ. Καρούζο, Απώλεια συνταξιοδοτικού δικαιώματος ένεκα ποινικής καταδίκης, ΦορΕπιθ 2013, σελ. 1665 επ. (1667-1668).

[7] Βλ. ΕλΣ 1359/2002, ΔιΔικ 2005, σελ. 258.

[8] Βλ. ΕλΣ (Ολομ.) 2347/2004, Ε.Δ.Κ.Α. 2005, σελ. 138.

[9] Βλ. ΕλΣ (Ολομ.) 2287/2005, Ε.Δ.Κ.Α. 2006, σελ. 687.

[10] Βλ. ΕλΣ 204/2007.

[11] Βλ. ΕλΣ 2451/2010, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

[12] Βλ. ΕλΣ 2478/2008.

[13] Βλ. ΕλΣ 2674/2010, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

[14] Βλ. ΕλΣ 204/2007.

[15] Για την εν λόγω απόφαση, καθώς και για τις συναφείς αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α. της 20ης/06/2002 επί της υποθέσεως Αζίνας κατά Κύπρου και της 18ης/10/2008 επί της υποθέσεως Banfield κατά Ηνωμένου Βασιλείου, βλ. εκτενώς σε Κ. Πάνο, όπ.π., σελ. 679 επ. και  Ευτ. Φυτράκη, όπ.π., σελ. 2776 επ..

[16] Βλ. ΕλΣ 2503/2012, ΕλΣ 2499/2012, ΕλΣ 2395/2011, ΕλΣ 526/2011.

[17] Βλ. ΕλΣ (Ολομ.) 2248/2016, ΕλΣ (Ολομ.) 480/2016, ΕλΣ (Ολομ.) 477/2014, ΕλΣ (Ολομ.) 1817/2014, ΕλΣ (Ολομ.) 2254/2014, ΕλΣ (Ολομ.) 2359/2014, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί