Χρονικά όρια παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής. Το δικαίωμα εναντίωσης του εναγομένου στην παραίτηση αυτή
Το άρθρο 294 ΚΠολΔ προβλέπει ότι «Ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς συναίνεση του εναγομένου πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 πριν από την κατάθεση προτάσεων από τον εναγόμενο. Η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης».
Η ευχέρεια του ενάγοντος να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής συνιστά εκδήλωση της αρχής της διαθέσεως (106 ΚΠολΔ), κατ’ εφαρμογήν της οποίας η αγωγή (όπως και κάθε άλλη διαδικαστική πράξη) είναι ελεύθερα ανακλητή, εκτός αν θίγει κεκτημένα δικαιώματα τρίτων, οπότε απαιτείται σύμπραξή τους[1]. Κατά τις παραδοχές της νομολογίας, το κρίσιμο χρονικό σημείο από το οποίο ενεργοποιείται η δυνατότητα του εναγομένου να ματαιώσει την ενέργεια της παραίτησης οριοθετείται στην «ολοκλήρωση της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, στην οποία περιλαμβάνεται η εκφώνηση της υπόθεσης και, προ της αναπτύξεως από τα διάδικα μέρη της ουσίας της διαφοράς, η έρευνα του παραδεκτού της συζητήσεως»[2]. Εξειδικεύοντας, περαιτέρω, το κριτήριο αυτό, η νομολογία δέχεται ότι προφορική για την ουσία συζήτηση της υπόθεσης, υπάρχει για τον εναγόμενο, όταν αυτός προχώρησε σ’ αυτή με την κατάθεση προτάσεων, οι οποίες περιέχουν είτε άρνηση των θεμελιωτικών ισχυρισμών της αγωγής, είτε ενστάσεις, είτε και τα δύο[3]. Κατά την αυτή ερμηνευτική εκδοχή, γίνεται δεκτό ότι δεν αποτελεί συζήτηση για την ουσία της υπόθεσης, εκείνη η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, ή εκείνη για την οποία εκδόθηκε απόφαση η οποία αναβάλλει ή αναστέλλει την πρόοδο της δίκης, ή κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ή διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, με επίκληση του επιχειρήματος ότι οι περιπτώσεις αυτές ανάγονται σε στάδιο πριν από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Άλλωστε, ο ενάγων έχει τη δυνατότητα να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής μόνο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Για το λόγο αυτό, δε χωρεί παραίτηση μετά την περάτωση της συζήτησης, όταν αναμένεται η έκδοση οριστικής απόφασης, αλλά ούτε και κατά το χρόνο που έχει διακοπεί η δίκη κατά τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ.
Μετά την έναρξη της προφορικής συζήτησης, υπό την ανωτέρω έννοια, ο εναγόμενος δικαιούται να προβάλει αντιρρήσεις, επικαλούμενος ότι έχει έννομο συμφέρον για την περάτωση της δίκης με την έκδοση οριστικής απόφασης. Το έννομο συμφέρον του εναγομένου κρίνεται κατά πιθανολόγηση (294 εδ. β΄ και 347 ΚΠολΔ). Για την κατάφαση της συνδρομής τέτοιου εννόμου συμφέροντος δεν αρκεί μόνη η συμμετοχή του εναγομένου στη συζήτηση της ουσίας της διαφοράς, καθώς σε αντίθετη περίπτωση η ρύθμιση του εδ. β΄ του άρθρου 294 ΚΠολΔ θα συνιστούσε νομοτεχνικό πλεονασμό. Προκειμένου, λοιπόν, να δικαιολογηθούν οι αντιρρήσεις κατά της παραίτησης θα πρέπει επιπλέον να διαπιστώνεται η συνδρομή εννόμου συμφέροντος που να δικαιολογεί την προβολή των αντιρρήσεων. Το πιθανολογούμενο συμφέρον του εναγομένου θα πρέπει, ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης, να πληροί τους όρους του άρθρου 68 ΚΠολΔ, ήτοι να συνιστά ιδιωτικό συμφέρον του εναγομένου, το οποίο να είναι α) έννομο, β) άμεσο και γ) ενεστώς. Η συνδρομή εννόμου συμφέροντος, υπό την ανωτέρω έννοια, καταφάσκεται, ενδεικτικά, όταν η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη ή υπάρχουν ήδη αποδεικτικά στοιχεία που πιθανολογούν την έλλειψη ουσιαστικής βασιμότητάς της ή η δίκη έχει προχωρήσει και προδικάζεται ευνοϊκή έκβαση για τον εναγόμενο[4], ή έχει ασκηθεί ανταγωγή που στηρίζεται στα ίδια κατά βάση περιστατικά[5]. Σημειωτέον ότι η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη του εννόμου συμφέροντος του εναγομένου, είναι κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά[6].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Π. Γιαννόπουλο, Παρατηρήσεις επί της ΠΠΑ 1172/2009. Παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και επαναφορά του με νεότερη αγωγή. Προβολή αντιρρήσεων του αντιδίκου, τύπος και χρονικά όρια προβολής αυτών, ΕΠολΔ 2010, σελ. 552 επ. με περαιτέρω εκτενείς θεωρητικές και νομολογιακές παραπομπές, Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 1-590, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 813 επ. (υπό άρθρο 294), . Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, Άρθρα 221-477, Αθήνα 1994, σελ. 337 επ. (υπό άρθρο 294), Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Ι, 1-590, Εκδόσεις Σάκκουλα/Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/Αθήνα-Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, σελ. 590 επ. (υπό άρθρο 294).
[2] Βλ. ΑΠ 1611/1999, ΕλλΔνη 2000, σελ. 342.
[3] Βλ. ενδεικτικά ΜονΠρΣπαρτ 506/2013, ΜονΠρΘεσσ 10461/2012, ΜονΠρΡοδ 66/2011, ΕφΑθ 1393/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[4] Βλ. ΕφΑθ 2725/1999, Αρμ 54 (2000), σελ. 249.
[5] Βλ. ΕφΑθ 9138/2000, ΔΕΕ 7 (2001), σελ. 741.
[6] Βλ. ΑΠ 398/1997, ΕλλΔνη 1997, σελ. 1782.