Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 1, 4 και 5 του ΕισΝΚΠολΔ, που ορίζουν αντιστοίχως ότι “αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, Πολυμελές Πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία”, ότι “αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις” και ότι “δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας, όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων”, προκύπτει ότι η προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί η αγωγή κακοδικίας κατά του δικηγόρου (καθώς και κατά των προσώπων που μνημονεύονται περιοριστικώς στην ανωτέρω παράγραφο 1), αρχίζει από το χρόνο γνώσεως από τον εντολέα της επικαλούμενης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως του εντολοδόχου (ΟλομΑΠ 20/2000 και πάγια νομολογία). Αντικείμενο της αγωγής αυτής δύναται να είναι και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, (ΑΚ 932), η οποία δεν αποκλείεται να επιδιωχθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 66, 68 και 82 ΚΠοινΔ, και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και δη με δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία. Η επιδίωξη, όμως, αυτή πρέπει να γίνει μέσα στην εξάμηνη προθεσμία, που αρχίζει από τη γνώση της τελέσεως της επικαλούμενης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως.

Η παρέλευση της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος του ζημιωθέντος με περαιτέρω αποτέλεσμα ο ζημιωθείς να μη νομιμοποιείται πλέον ενεργητικώς και η σχετική δήλωσή του να μην του προσδίδει την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος. Τέλος, στις αποσβεστικές προθεσμίες δεν έχει εφαρμογή το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 261 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο “η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου”. Συμπλήρωση όμως της ως άνω προθεσμίας μετά τη νόμιμη διακοπή της σε επιδικία δεν νοείται, διότι η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, κατά το μέρους που ορίζει ότι η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, δεν έχει ανάλογη εφαρμογή επί των αποσβεστικών προθεσμιών (ΑΠ-ποιν. 332/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 

Επειδή η προβλεπόμενη από το άρθρο 73 παρ. 4 του Εισ. Ν. ΚΠολΔαγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρων επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια αυτών. Στις παραγράφους 1, 2 και 3 της ίδιας διατάξεως,όπως η πρώτη από αυτές τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 693/1977 “περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας”, ορίζεται ακόμη ότι Α) η αγωγή που συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 εδαφ. 1 τουΚΠολΔικ., πρέπει α) να περιέχει όλους τους λόγους στους ποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο ενάγων επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα και Β) στην αγωγή επισυνάπτονται α) τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων, επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένααντίγραφα και β) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη. Η διάταξη αυτή, ορίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις για την έγκυρη και παραδεκτή έγερση της αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρων, την υποβάλλει σε ρύθμιση διαφορετική από εκείνη, στην οποία υποβάλλεται η αγωγή αποζημίωσης κατά του εντολοδόχου και κατά του ενδοσυμβατικώς εν γένει, βάσει των άρθρων ΑΚ 330, 335 επ, 343 επ. 382 επ. ή εξωσυμβατικώς, βάσει του άρθρου ΑΚ 914, ευθυνόμενου. Αυτή δε η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, εν όψει της ιδιότητας των δικηγόρων ως άμισθων δημοσίων Λειτουργών (άρθρα 1 και 38 του ν.δ. 3026/54) προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων των, πράγμα που θα ήταν ανέφικτο αν η δικαστική καταδίωξη των δικηγόρων δεν περιοριζόταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από την άποψη του βαθμού της υπαιτιότητας, όσο και από την άποψη των δικονομικών προϋποθέσεων ασκήσεως της αγωγής, η θέσπιση των οποίων, επομένως δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση αυτών (Ολ ΑΠ 18/1999).

 

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί