Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δικαίωμα σύνταξης χηρείας σε διαζευγμένο σύζυγο

Με την υπ’ αριθ. 2725/27.06.2013 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναγνωρίστηκε, έστω και καθυστερημένα, σε ογδονταεξάχρονη σύζυγο σιδηροδρομικού υπαλλήλου δικαίωμα σύνταξης από τον ασφαλιστικό φορέα του τέως συζύγου της, ο οποίος είχε αποβιώσει μετά την έκδοση του διαζυγίου.

 

Σύμφωνα με την επίμαχη απόφαση (η οποία σημειωτέον εκδόθηκε μετά την υπ’ αριθ. 2501/2012 προδικαστική απόφαση του δεύτερου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου) η Α.Γ., επιδίωξε να λάβει σύνταξη, ως διαζευγμένη σύζυγος (με εφαρμογή του άρθρου 4 του ν. 3232/2004, “κατά μεταβίβαση”), ίση με το 40% της σύνταξης του αποβιώσαντος πρώην συζύγου της, Π.Σ., εν ζωή συνταξιούχου σιδηροδρομικού υπαλλήλου.

 

Η διαζευγμένη Α.Γ. άσκησε έφεση και ζήτησε την ακύρωση της από 13.09.2006 απόφασης της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποίαν είχε απορριφθεί η ένστασή της κατά του από 23.07.2004 απορριπτικού σε αίτησή της εγγράφου της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (ΓΛΚ), με την αιτιολογία, ότι οι διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3232/2004 δεν έχουν εφαρμογή στους συνταξιούχους υπαλλήλους των τέως Σιδηροδρόμων Ελληνικού Κράτους (Σ.Ε.Κ.), αφού ούτε στις σχετικές διατάξεις, αλλά ούτε και στην εισηγητική έκθεση του ν. 3232/2004 γίνεται λόγος περί εφαρμογής των άνω ρυθμίσεων και στους σιδηροδρομικούς συνταξιούχους, το καθεστώς των οποίων ήδη διέπεται από το π.δ. 167/2000 [σελ. 3η της απόφασης].

 

Για να θεμελιώσει την αντίθετη και αντίθετη με τα όργανα της συνταξιοδοτικής δημόσιας διοίκησης κρίση του, το Ελεγκτικό Συνέδριο δέχτηκε, ότι το άρθρο 4 του ν. 3232/2004(ΦΕΚ. Α΄48), όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο (πριν την αντικατάστασή του με τις διατάξεις των άρθρων 37 του ν. 3996/2011, ΦΕΚ Α΄170 και 3 του ν. 4002/2011, ΦΕΚ, Α΄180) όριζε ότι:

 

«1. Ο/η διαζευγμένος /η, σε περίπτωση θανάτου του/της πρώην συζύγου, δικαιούται σύνταξη λόγω θανάτου του/της πρώην συζύγου από το Δημόσιο, τους φορείς κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Ν.Α.Τ., εφόσον πληροί αθροιστικά τις εξής προϋποθέσεις: α. Να έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας ή να είναι ανίκανος… β. Ο/η πρώην σύζυγος, κατά τη στιγμή του θανάτου του, να κατέβαλε διατροφή που είχε καθορισθεί είτε με δικαστική απόφαση είτε με σύμβαση μεταξύ των πρώην συζύγων. γ. 15 έτη έγγαμου βίου μέχρι τη λύση του γάμου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. δ. Το διαζύγιο να μην οφείλεται σε ισχυρό κλονισμό της εγγάμου συμβιώσεως από υπαιτιότητα του αιτούντος τη σύνταξη. ε. Συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημα το οποίο να μην υπερβαίνει το ποσό των εκάστοτε καταβαλλόμενων από τον Ο.Γ.Α. ετησίων συντάξεων στους ανασφάλιστους υπερήλικες. στ. Να μην έχει τελεστεί άλλος γάμος. 2. Το ποσό της σύνταξης που δικαιούται ο/η διαζευγμένος /η καθορίζεται ως εξής: α)… Στις ανωτέρω περιπτώσεις εάν ο θανών ή η θανούσα δεν καταλείπει χήρα/ο, ο/η διαζευγμένος /η δικαιούται το αυτό ποσοστό του /της διαζευγμένου ήτοι 30% ή 40% αντίστοιχα, της σύνταξης που θα εδικαιούτο ο χήρος ή η χήρα…  3. Η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται από την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης και…».

 

Επιπροσθέτως, στο άρθρο 3 § 23 του ν. 3408/2005 (ΦΕΚ Α΄272), υπό τον τίτλο «Τροποποίηση και συμπλήρωση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου» ορίζεται ότι «23. Οι διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3232/2004 (ΦΕΚ 48΄Α) έχουν εφαρμογή και για τα πρόσωπα των διατάξεων του Κώδικα Συντάξεων Προσωπικού Σιδηροδρόμων». Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3232/2004 δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο (και υπό τις προϋποθέσεις που τάσσονται) και η διαζευγμένη σε περίπτωση θανάτου του πρώην συζύγου της, ο οποίος συνταξιοδοτείτο με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Συντάξεων Προσωπικού Σιδηροδρόμων (προεδρικό διάταγμα 167/2000), αφού η διάταξη αυτή, ως εκ της ευρύτητας και γενικότητάς της (η οποία δεν είναι διόλου τυχαία προφανώς, αφού στόχος της είναι προδήλως να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας ευρέως φάσματος περιπτώσεων δημοσίων υπαλλήλων), καταλαμβάνει και τους συνταξιοδοτούμενους από το Δημόσιο βάσει των διατάξεων αυτών. Η επακολουθήσασα δε διάταξη του άρθρου 3 § 23 του ν. 3408/2005, ανεξαρτήτως αν είναι γνησίως ερμηνευτική, πάντως απλώς ενισχύει την προαναφερθείσα έννοια της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3232/2004 και η θέσπιση προδήλως οφείλεται προκειμένου να αρθούν σχετικές αμφιβολίες της συνταξιοδοτικής διοίκησης (βλ. και αιτιολογική έκθεση τούτου).

 

Στην συγκεκριμένη υπόθεση (σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης), από όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του φακέλου και την προσεκτική μελέτη αυτών προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα, γεννημένη το έτος 1927, τέλεσε γάμο με τον Π.Σ., την 10.06.1973, ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα με διαζύγιο εν τέλει την 21.12.1998 (βλ. τα από 16.12.1998 Πρακτικά Συνεδριάσεων του Αρείου Πάγου, Γ΄ Πολιτικό Τμήμα και το από 30.03.1999 Διαζευκτήριο της  Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών) για ισχυρό κλονισμό, λόγω τετραετούς διάστασης και υπαιτιότητας που αφορούσε στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου αυτής (βλ. την 1280/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), καταδικασμένου για το λόγο αυτό σε χορήγηση συν τοις άλλοις και μεταγαμιαίας διατροφής στη σύζυγό του μετά το διαζύγιο, πολιτικού συνταξιούχου εν ζωή, πρώην σιδηροδρομικού υπαλλήλου (βλ. σχετ. την από 10.11.1967 πράξη κανονισμού σύνταξης του Δ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου), ο οποίος απεβίωσε την 16.4.1999 (βλ. την 17.04.1999 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου Ψ ). Για την ακρίβεια , η εκκαλούσα, η οποία, όπως προκύπτει από την από 17.05.2004 Βεβαίωση του Δημάρχου Χ. δεν προέβη στην τέλεση άλλου γάμου, δικαιώθηκε σύμφωνα με την Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, η οποία δημοσιεύτηκε την 29.01.1998 με τη χορήγηση  μηνιαίας διατροφής, ποσού ύψους 80.000 δραχμών επί μία διετία από την επίδοσή της αγωγής αυτής στον δικαιοπάροχο και πρώην σύζυγο της, η οποία (διατροφή), κατά τους ισχυρισμούς της αφαιρούταν κατά παρακράτηση κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου αυτού από τη σύνταξή του. Ακολούθως, η εκκαλούσα με την από 28.05.2004 αίτησή της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ζήτησε τον κανονισμό σε αυτήν σύνταξης, με την ιδιότητα της διαζευγμένης συζύγου πολιτικού συνταξιούχου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του ν.3232/2004. Η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε αρχικώς με το από 23.07.2004 έγγραφο της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Ένσταση της εκκαλούσας κατά του ανωτέρου εγγράφου απορρίφθηκε με την από 13.09.2006 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3232/2004, αναφορικά με τη συνταξιοδότηση των διαζευγμένων συζύγων θανόντων πολιτικών συνταξιούχων, δεν έχουν εφαρμογή στους συνταξιούχους υπαλλήλους των τέως Σιδηροδρόμων Ελληνικού Κράτους (Σ.Ε.Κ.), αφού ούτε στις σχετικές διατάξεις, αλλά ούτε και στην εισηγητική έκθεση του νόμου 3232/2004 γίνεται μνεία περί εφαρμογής των ως άνω ρυθμίσεων και στους σιδηροδρομικούς συνταξιούχους, το καθεστώς των οποίων διέπεται πλέον από το προεδρικό διάταγμα 167/2000.  Ήδη, η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση ζητεί την ακύρωση της ως άνω από 13.09.2006 απόφασης της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και τη χορήγηση σε αυτήν σύνταξης ίσης με το 40% της σύνταξης του αποβιώσαντος πρώην συζύγου αυτής, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3232/2004, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της, συντρέχουν στο πρόσωπο αυτής οι προϋποθέσεις των ως άνω διατάξεων, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο και στην προκειμένη περίπτωση χρόνο. Εξ άλλου, η εκκαλούσα προσκομίζει προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτής: (α΄) το από 29.05.1992 Πιστοποιητικό του Δημάρχου Χ. περί εγγραφής της στο Δημοτολόγιο του οικείου Δήμου, (β΄) την, από 17.04.1999, εκδοθείσα από τον Ληξίαρχο του Δήμου Ψ. ληξιαρχική πράξη θανάτου του πρώην συζύγου της, (γ΄) τα από 16.12.1998 Πρακτικά Συνεδριάσεων του Αρείου Πάγου, Γ΄ Πολιτικού Τμήματος και το από 30.03.1999 Διαζευκτήριο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και (δ΄) την από 17.05.2004 Βεβαίωση του Δημάρχου … περί μη τελέσεως άλλου γάμου. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η εκκαλούσα υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 4 του ν.3232/2004.

 

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη έφεση, ν’ ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία έγιναν δεκτά τα αντίθετα και να παραπεμφθεί η απόφαση στην αρμόδια 43η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους,  προκειμένου να εξετασθεί το πρώτον από τα αρμόδια συνταξιοδοτικά όργανα, αν συντρέχουν ή μη οι ως άνω νόμιμες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος της εκκαλούσας και κατ’ επέκταση για την ικανοποίηση ή μη του σχετικού συνταξιοδοτικού αιτήματός της (βλ. σχ. ΙΙ Τμ. Ελ. Συν. 853/2008, 2047/2009 κ.ά.). Τέλος, μετά την παραδοχή της ένδικης έφεσης, πρέπει να επιστραφεί στην εκκαλούσα το σύνολο του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση αυτής (άρθρο 61 § 3 του προεδρικού διατάγματος 1225/1981 και άρθρο 73 § 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, ΦΕΚ Α΄ 52/28.2.2013).      

Η απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενός εκ των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, εκδόθηκε μετά από δέκα  έτη, περίπου, από τότε που είχε υποβάλλει για πρώτη φορά την μη έχουσα καμία τύχη αρχικώς εντός των επιτροπών ελέγχου συντάξεων του γενικού λογιστηρίου του Κράτους αίτησή της η ενδιαφερομένη σύζγγος για τον κανονισμό σύνταξης χηρείας διαζευγμένης. Η απόφαση αυτή ας ελπίσουμε πως θα κινητοποιήσει ως πρέπει και άμεσα τις αρμόδιες διευθύνσεις να εφαρμόσουν τον νόμο, όπως τους διέταξε η απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

 

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε πως οι προϋποθέσεις χορήγησης σύνταξης χηρείας σε διαζευγμένη σύζυγο δημοσίου υπαλλήλου είναι σήμερα και κατόπιν τροποποιήσεων οι εξής κατά το άρθρο 4 του ν. 3232/2004, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του ν. 4002/2011: “α. Να έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας ή να είναι ανίκανος/η για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 67% και άνω. Η ανικανότητα στην περίπτωση αυτή κρίνεται κατά το χρόνο του θανάτου του/της πρώην συζύγου και βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής. β. Ο/η πρώην σύζυγος, κατά τη στιγμή του θανάτου του, να κατέβαλε διατροφή που είχε καθοριστεί είτε με δικαστική απόφαση είτε με σύμβαση μεταξύ των πρώην συζύγων. «γ. Δέκα (10) έτη έγγαμου βίου μέχρι τη λύση του γάμου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.» δ. Το διαζύγιο να μην οφείλεται σε ισχυρό κλονισμό της εγγάμου συμβιώσεως υπαιτιότητα του αιτούντος τη σύνταξη. «ε. Συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημα το οποίο να μην υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού των εκάστοτε καταβαλλόμενων από τον Ο.Γ.Α. ετήσιων συντάξεων στους ανασφάλιστους υπερήλικες.» στ. Να μην έχει τελεστεί άλλος γάμος.”2.Το ποσό κύριας και επικουρικής σύνταξης που δικαιούται ο/η διαζευγμένος/η καθορίζεται ως εξής: α. Σε περίπτωση θανάτου του/της πρώην συζύγου, εφόσον ο γάμος είχε διαρκέσει δέκα (10) έτη έως τη λύση του με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος ή η χήρα επιμερίζεται κατά 75% στο χήρο ή χήρα και 25% στο/στη διαζευγμένο/η. Για κάθε έτος εγγάμου βίου πέραν του δεκάτου (10ου) και μέχρι το τριακοστό πέμπτο (35ο) έτος διάρκειας του γάμου, το ποσοστό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος ή η χήρα μειώνεται κατά 1% στο χήρο ή χήρα και αυξάνεται αντίστοιχα κατά 1% στο/στη διαζευγμένο/η. Προκειμένου περί εγγάμου βίου που διήρκησε πλέον των τριάντα πέντε (35) ετών έως τη λύση του κατά τα ανωτέρω, το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος ή η χήρα επιμερίζεται κατά 50% στο χήρο ή χήρα και 50% στο/στη διαζευγμένο/η. Στις ανωτέρω περιπτώσεις εάν ο θανών ή η θανούσα δεν καταλείπει χήρα ή χήρο σύζυγο, ο διαζευγμένος ή η διαζευγμένη δικαιούται το αυτό σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά περίπτωση, ποσοστό της σύνταξης που θα εδικαιούτο ο χήρος ή η χήρα σύζυγος. β. Σε περίπτωση περισσοτέρων του ενός δικαιούχων διαζευγμένων το αναλογούν για τον/την διαζευγμένο/η κατά τα ως άνω ποσοστά ποσό σύνταξης κύριας και επικουρικής επιμερίζεται εξίσου μεταξύ αυτών.” 3. Η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης και διακόπτεται σε περίπτωση τέλεσης νέου γάμου μετά τη συνταξιοδότηση. 4. Εάν η διάζευξη έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ο ασφαλιστικός κίνδυνος επαληθεύθηκε μετά την έναρξη ισχύος αυτού, ως προς τη συνταξιοδότηση του/της διαζευγμένου/ης εφαρμόζονται, αντίστοιχα, οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2. 5. Εάν η διάζευξη και ο ασφαλιστικός κίνδυνος επαληθεύθηκε πριν την ισχύ των διατάξεων του νόμου αυτού, ο/η διαζευγμένος/η δικαιούται συντάξεως μόνο σε περίπτωση που η σύνταξη του/της πρώην συζύγου δεν έχει μεταβιβασθεί σε χήρο/α σύζυγο ή τέκνα του. 6. Οι διατάξεις περί κατώτατου ορίου και Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Κ.Α.Σ.) δεν έχουν εφαρμογή για συντάξεις που κανονίζονται με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού. 7. ΤΟ συνολικό ετήσιο ατομικό εισόδημα αποδεικνύεται από το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος και αφορά εισοδήματα που δηλώθηκαν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου οικονομικού έτους. Σε περίπτωση μη υποχρέωσης υποβολής φορολογικής δήλωσης το εν λόγω εισόδημα αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 η οποία θεωρείται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ο έλεγχος των εισοδηματικών κριτηρίων διενεργείται ανά διετία. 8. Οι ανωτέρω συνταξιοδοτηθέντες καλύπτονται για παροχές ασθένειας από τον ασφαλιστικό οργανισμό του/της πρώην συζύγου, εφόσον δεν καλύπτονται άμεσα ή έμμεσα από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό. Από το καταβαλλόμενο ποσό σύνταξης παρακρατείται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του οικείου ασφαλιστικού φορέα εισφορά συνταξιούχου.

 

Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί