Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Συμβατικός ή εκούσιος συμψηφισμός

Συμψηφισμός (compensatio) είναι η απόσβεση αμοιβαίων και ομοειδών απαιτήσεων μεταξύ δύο προσώπων μέσω συνυπολογισμού τους (440 επ. ΑΚ)[1]. Η έννοια του συμψηφισμού περιλαμβάνει το μονομερή ή αναγκαστικό, ο οποίος επέρχεται με δήλωση του ενός μέρους προς το άλλο, καθώς και το συμβατικό ή εκούσιο (compensatio voluntaria), ο οποίος αποσβήνει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ένεκα σχετικής συμφωνίας των μερών[2].

Επί το ειδικότερον, ο συμβατικός συμψηφισμός δε ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο, αλλά ερείδεται επί της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και είναι επιτρεπτός δυνάμει της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), σύμφωνα με την οποία τα μέρη είναι ελεύθερα να καθορίσουν την τύχη και συνεπώς την απόσβεση των υποχρεώσεών τους με κοινή συναίνεση. Οι διατάξεις των άρθρων 440-452 ΑΚ που αναφέρονται στο μονομερή συμψηφισμό, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και στον εκούσιο συμψηφισμό.

Ο συμβατικός συμψηφισμός είναι δυνατός, έστω κι αν δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμιμου συμψηφισμού, υπό τον όρο διαφύλαξης του δημοσίου συμφέροντος και των τρίτων. Πιο συγκεκριμένα, επειδή κατά την 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου είναι άκυρη, επί δε του συμβατικού συμψηφισμού ισχύουν συμπληρωματικά οι διατάξεις περί μονομερούς συμψηφισμού των 440 επ. ΑΚ, θα πρέπει να γίνει δεκτό κατ’ αναλογία ότι, όπου ο νόμος απαγορεύει το μονομερή συμψηφισμό (πρβλ. 451 ΑΚ) για λόγους δημοσίας τάξεως ή προστασίας τρίτων, πρέπει να αποκλείεται και ο συμβατικός συμψηφισμός[3]. Κατά τα λοιπά, οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του μονομερούς συμψηφισμού δεν ισχύουν για το συμβατικό συμψηφισμό. Έτσι, οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται συμβατικά δε χρειάζεται να είναι ούτε αμοιβαίες, ούτε ομοειδείς, ούτε ληξιπρόθεσμες, δύνανται δε να τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, όπως άλλωστε και η όλη σύμβαση συμψηφισμού μπορεί να τεθεί υπό αναβλητική ή διαλυτική αίρεση[4]. Η περί συμψηφισμού σύμβαση αποβλέπει συνήθως στην απόσβεση υπαρκτών ήδη απαιτήσεων. Μπορεί, ωστόσο, να αναφέρεται και σε μελλοντικές απαιτήσεις[5], χωρίς να συνιστά προσύμφωνο συμβιβασμού. Όταν η σύμβαση συμψηφισμού αφορά σε μέλλουσες ή μη υφιστάμενες απαιτήσεις, η απόσβεση αυτών επέρχεται αυτοδικαίως μόλις γεννηθούν και συνυπάρξουν αντιμέτωπες[6]. Αντιθέτως, δεν μπορεί να συμφωνηθεί συμψηφισμός ανύπαρκτων απαιτήσεων, καθότι μία ανύπαρκτη απαίτηση δε δύναται να αποσβεσθεί. Εξ ετέρου, υπαρκτές μεν, αλλά ελαττωματικές απαιτήσεις, μπορούν να συμψηφισθούν με σύμβαση, αν το επιθυμούν τα μέρη. Συμβατικός συμψηφισμός απαιτήσεως ανύπαρκτης μόνο τότε δεν είναι άκυρος, όταν τα μέρη γνώριζαν το ανυπόστατο της απαίτησης, οπότε θεωρείται ότι με τη σύμβαση συνιστούν την απαίτηση και ταυτόχρονα τη συμψηφίζουν[7]. Προσέτι, ο συμβατικός συμψηφισμός έχει αναδρομική ενέργεια, αλλά μόνο εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις του μονομερούς συμψηφισμού και έχει σαφώς εκφρασθεί η σχετική βούληση των μερών.

Από έποψη νομικής φύσεως, κρατεί η θέση ότι ο συμβατικός συμψηφισμός συνιστά ενιαία αμφοτεροβαρή σύμβαση με αντικείμενο την αμοιβαία άφεση χρέους[8], η οποία δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να καταρτιστεί και σιωπηρώς, ήτοι να συνάγεται από τη συμπεριφορά των μερών[9]. Υπόκειται, όμως, στους περιορισμούς της μαρτυρικής απόδειξης (393 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού πρόκειται για σύμβαση.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Ι. Κ. Καράκωστα, Αστικός Κώδικας, Ερμηνεία – Σχόλια – Νομολογία, Ενοχικό Δίκαιο, Άρθρα 287-495, Τόμος Τρίτος, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2006, σελ. 792 επ. (υπό άρθρο 440), Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, Γενικό Ενοχικό, Άρθρα 287-495, Αθήνα 2003, σελ. 548 επ. (υπό άρθρο 440), Α. Σ. Γεωργιάδη – Μ. Π. Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο – Νομολογία – Βιβλιογραφία, Τόμος ΙΙ, Γενικό Ενοχικό, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 1979, σελ. 531 επ. (υπό άρθρο 440).

[2] Βλ. ΑΠ 337/2001, ΝοΒ 2002, σελ. 341, ΑΠ 313/1999, ΝοΒ 2000, σελ. 937, ΑΠ 906/1996, ΕλλΔνη 1997, σελ. 133.

[3] Βλ. ΕφΑθ 2638/1969, Αρμ 24, σελ. 258.

[4] Βλ. ΑΠ 313/1999, ΝοΒ 2000, σελ. 937, ΠολΠρΘεσσ 4609/1998, Αρμ 1998, σελ. 1065.

[5] Βλ. ΑΠ 1254/2003, ΕλλΔνη 2004, σελ. 482 = ΧρΙΔ 2004, σελ. 216, ΑΠ 313/1999, ΝοΒ 2000, σελ. 937.

[6] Βλ. ΠολΠρΘεσσ 4609/1998, Αρμ 1998, σελ. 1065.

[7] Βλ. ΑΠ 462/1959, ΝοΒ 8, σελ. 144.

[8] Βλ. ΠολΠρΘεσσ 4609/1998, Αρμ 1998, σελ. 1065.

[9] Η απλή σιωπή, όμως, εκείνου προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση συμψηφισμού, δεν πρέπει να ερμηνευθεί οπωσδήποτε σαν αποδοχή της πρότασης.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί