Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ασφαλιστικό μέτρο μετοίκησης και διατροφή συζύγου στη διάσταση

Σύμφωνα με το άρθρο 735 του ΚΠοπλΔ, στο οποίο προβλέπεται το ασφαλιστικό μέτρο της μετοίκησης και της προσωρινής ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ γονέων και τέκνων και μεταξύ συζύγων:

 Το δικαστήριο έχει δικαίωμα να διατάξει κάθε πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις για τη ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων από το γάμο και των σχέσεων γονέων τέκνων. Ιδίως να διατάξει τη μετοίκηση ενός από τους δύο συζύγους, να ορίσει ποια πράγματα δικαιούται αυτός να παραλάβει για τη χωριστή του εγκατάσταση, να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε σύζυγος θα χρησιμοποιεί το ακίνητο, όπου διαμένουν και τα έπιπλα και σκεύη που χρησιμοποιούν από κοινού, να ορίσει το γονέα στον οποίο ανήκει προσωρινά η άσκηση της γονικής μέριμνας, να αφαιρέσει από τους γονείς εν όλω ή εν μέρει τη γονική μέριμνα και να ρυθμίσει τα σχετικά με την επικοινωνία με το τέκνο. Το άρθρο 735 του ΚΠολΔ θεσπίζει και απαιτεί για την εφαρμογή του ως ασφαλιστικό μέτρο οικογενειακού δικαίου ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις για την αποδοχή του αιτήματος μετοίκησης και τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της μετοίκησης. Συγκεκριμένα στην αίτηση μετοίκησης πρέπει να γίνεται αναφορά των περιστατικών της διακοπής της συμβίωσης και των λόγων που προκάλεσαν αυτήν, της επείγουσας περίπτωσης και του αιτήματος, το οποίο συνίσταται στην μετοίκηση του αιτούντος ή του άλλου συζύγου και παραμονή του αιτούντος στην συζυγική κατοικία.

Γενικότερα ως προς την έλλειψη επείγουσας περίπτωσης ή του επικείμενου κινδύνου πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: από τις διατάξεις των άρθρων 682 και 688 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επιτρέπεται και διατάσσεται σε περίπτωση που υπάρχει επικείμενος κίνδυνος, ο οποίος απειλεί το επίδικο δικαίωμα ή την απαίτηση και προς αποτροπή του ή σε περίπτωση συνδρομής επείγουσας περίπτωσης, η οποία επιβάλλει την ταχεία και άμεση λήψη μέτρων πριν ή κατά τη διάρκεια της τακτικής διαγνωστικής δίκης. Αν οι πραγματικές αυτές προϋποθέσεις δεν υπάρχουν ή δεν πιθανολογούνται, δεν δικαιολογείται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, καθόσον αυτά αποτελούν την εξαίρεση του κανόνα κατά τον οποίο τα εξαναγκαστικά μέτρα κατά της περιουσίας ή του προσώπου διατάσσονται και λαμβάνονται μόνο μετά την οριστική και τελεσίδικη διάγνωση της απαίτησης και με τις εγγυήσεις και διατυπώσεις της τακτικής διαδικασίας. Συνεπώς, όταν ο νόμος απαιτεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, η οποία να δικαιολογείται από τη συνδρομή πραγματικών περιστατικών, και, συγκεκριμένα κινδύνου να ματαιωθεί η απαίτηση ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής (βλ. ΜονΠρΑθ. 449/2004 ΝοΒ 200/ 831, ΜονΠρΠειρ 1248/1999, ΜονΠρΑθ 31951/1996 Αρμ. 97.1499). Επείγουσα περίπτωση νοείται εκείνη που χρειάζεται άμεση ρύθμιση με δικαστική παρέμβαση, όπως όταν η πάροδος χρόνου μέχρι την άσκηση της αγωγής πρόκειται να προκαλέσει ουσιώδη βλάβη στην υλική φύση του αντικειμένου. Όταν ο νόμος απαιτεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης για έκτακτη δικαστική προστασία του διαδίκου και η οποία δικαιολογείται από τη συνδρομή των παρόντων πραγματικών περιστατικών (ΜΠρΑθ 8650/1991, ΑΝ 43/363, ΜΠρΑθ 3066/1999, Δ 30, 521). Η επείγουσα περίπτωση ειδικότερα είναι ανεξάρτητη από τον κίνδυνο διαπληκτισμών και συγκρούσεων που ήταν οπωσδήποτε απαραίτητη υπό το καθεστώς της προγενέστερης πολιτικής δικονομίας. Έτσι στην έννοια της επείγουσας περίπτωσης δεν περικλείεται καταρχήν και ο απλός κίνδυνος των διαπληκτισμών και συγκρούσεων (ΜΠρΛαρ. 67/99 ΑΝ 2000 546), διότι από αυτόν τον κίνδυνο δεν μπορεί να επέλθει βλάβη στο επίδικο δικαίωμα.

Έπειτα, κατά πάγια νομολογία ο σύζυγος που διέκοψε αυτοβούλως την έγγαμη συμβίωση με οποιαδήποτε μορφή δεν έχει δικαίωμα λήψης του ως άνω ασφαλιστικού μέτρου, γιατί λείπει η προϋπόθεση της συνοίκησης των συζύγων (βλ. Δεληγιάννη, Τζίφρα 435, ΜΠΑ 8442/72, ΑρχΝ 23/888, ΜΠρΖακ 2/73 ΕΕΝ).

Ειδικά για την παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης κατά την έννοια του άρθρου 1393 ΑΚ απαιτείται η συνδρομή λόγων επιείκειας, ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων.

Συχνά η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μετοίκησης συνοδεύεται και από το αίτημα χορήγησης διατροφής κατά τη διάρκεια της διάστασης και μέχρι την οριστική λήξη αυτής με διαζύγιο, στο σύζυγο που διακόπτει την έγγαμη συμβίωση με εύλογη αιτία ή που εγκαταλείπεται από τον υπόχρεο σύζυγο χωρίς εύλογη αιτία. Σύμφωνα με το άρθρο 1391 ΑΚ, αν ο σύζυγος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλο σύζυγο πληρώνεται σε χρήμα και προκαταβάλλεται κάθε μήνα. Η υποχρέωση διατροφής παύει ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά προκειμένου να στοιχειοθετείται δικαίωμα διατροφής του φερόμενου ως δικαιούχου εν διαστάσει συζύγου είναι οι εξής: α) ύπαρξη νόμιμου γάμου, β) η διακοπή της συμβίωσης, με την έννοια της φυσικής και ψυχικής απομάκρυνσης του ενός συζύγου από τον άλλο με τη θέληση να μην έχουν κοινωνία βίου, γ) η εύλογη αιτία για τη διακοπή της συμβίωσης. Βασικό προαπαιτούμενο για τη γέννηση υποχρέωσης διατροφής κατά τη διάσταση συνιστά η εύλογη αιτία της διακοπής της συμβίωσης από το δικαιούχο. Εύλογη αιτία, για την οποία ο νομοθέτης δεν ορίζει κριτήρια προσδιορισμού της, αποτελεί οποιοδήποτε γεγονός συνδέεται με το πρόσωπο του άλλου συζύγου ή και τρίτου που συναρτάται όμως, έστω και εμμέσως, με τη βούληση του άλλου συζύγου, υπαίτιο ή και ανυπαίτιο, εφόσον αντικειμενικά στοιχειοθετεί παράβαση της γαμικής υποχρέωσης και δικαιολογεί τη διακοπή της συμβίωσης και συγχρόνως θεμελιώνει λόγο κλονισμού του γάμου κατ’ άρθρο 1439 ΑΚ. Εύλογη αιτία για διακοπή της έγγαμης συμβίωσης από την πλευρά του δικαιούχου της διατροφής συζύγου συντρέχει ακόμη σε κάθε περίπτωση που η κατά το άρθρο 1386 ΑΚ αξίωση του άλλου συζύγου για έγγαμη συμβίωση αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, πράγμα που συμβαίνει και όταν ο υπόχρεος για τη διατροφή σύζυγος απαιτεί από το δικαιούχο να συγκατοικήσει με τους γονείς του, εφόσον η συγκατοίκηση αυτή είναι επικίνδυνη ή αφόρητη για το δικαιούχο σύζυγο. Μάλιστα σύμφωνα με την νομολογία η πρόσκληση από τον υπόχρεο διατροφής προς επανασυμβίωση αν πείθει το δικαιούχο για την ειλικρίνεια και σταθερότητα της πρόθεσης του και αν επιτρέπεται αυτό από τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις του τρόπου διαβίωσης του δικαιούχου, μπορεί να θεωρηθεί η άρνηση του δικαιούχου ως αδικαιολόγητη και κατ’ ακολουθίαν να αποφασιστεί η παύση της υπέρ αυτού εύλογης αιτίας.

Ακόμη αν ο σύζυγος διέκοψε τη συμβίωση χωρίς εύλογη αιτία δεν έχει δικαίωμα καμίας διατροφής (ΑΠ 1429/79 ΕΕΝ, 49/153, ΕΑ 11009/86 Δνη 27/601, ΕΑ 1651/86, Δνη 27/660).

Τέλος, δικαιούχος διατροφής κατά τη διάρκεια της διακοπής της συμβίωσης είναι ο σύζυγος ο οποίος, κατά τη διάρκεια της συμβίωσης και με βάση τις ανάγκες όπως διαμορφώθηκαν μετά τη διακοπή της συμβίωσης, οφείλει τη μικρότερη συνεισφορά. Η εκτίμηση των οικονομικών δυνατοτήτων των συζύγων θα πρέπει να γίνεται κατά τη διάσταση όπως και κατά την έγγαμη συμβίωση με κρίσιμο όμως χρόνο το χρόνο άσκησης της διατροφικής αγωγής. Για τον υπολογισμό της συμβολής καθενός συζύγου θα ληφθούν υπόψη ισότιμα εκτός από τα οιασδήποτε πηγής, νόμιμης ή όχι εισοδήματα, η προσοδοφόρος και η απρόσοδος περιουσία, το κεφάλαιο, έντοκο ή άτοκο και η προσωπική εργασία του ενός ή και των δύο συζύγων στο συζυγικό οίκο. Για την εκτίμηση των αναγκών, η οποία γίνεται όπως είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οπωσδήποτε όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τη χωριστή συμβίωση. Ως στοιχείο για τον υπολογισμό της αναλογίας της συμβολής του κάθε συζύγου για τη διατροφή θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η απρόσοδη περιουσία της οποίας η ρευστοποίηση θα κριθεί αναγκαία από το δικαστήριο μετά τη συνεκτίμηση των λοιπών στοιχείων.

Το μέτρο διατροφής στη διακοπή της συμβίωσης καθορίζουν κατ’ ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 1493, οι ανάγκες του δικαιούχου συζύγου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση της συμβίωσης και τη χωριστή εγκατοίκηση. Λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο τα εισοδήματα αλλά και η απρόσοδη περιουσία (βλ σχετικά ΟλΑΠ 9/91 ΑρχΝ 42/652 Δνη 33/1429, ΑΠ 550/1994, Δνη 34/338). Απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει, αφού συνεκτιμήσει τα υπόλοιπα στοιχεία αν η ρευστοποίηση της απρόσοδης περιουσίας του δικαιούχου επιβάλλεται για την ικανοποίηση της ανάγκης διατροφής του (ΟλΑΠ 1345/87, ΕΕΝ 77/734).

Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί