Επιδίκαση αποζημίωσης σε οφειλέτιδα κατά εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών για παραβίαση των προσωπικών της δεδομένων
Με τις διατάξεις του ν. 3758/2009, «εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις τραπεζών κι άλλες διατάξεις», όπως τροποποιήθηκε με το αρθρ. 36 του Ν. 4038/2012, που αφορά τη νομιμοποίηση νομικών προσώπων κεφαλαιουχικών εταιρειών,
που κατά κύριο λόγο αποτελούν θυγατρικές ξένων εταιριών, εγκαθίστανται στην ελληνική επικράτεια εταιρείες έχοντας ως έργο, έναντι «αντιτίμου» εκ των δανειστών, με τους οποίους συμβάλλονται, την άσκηση πίεσης στους οφειλέτες ληξιπρόθεσμων οφειλών, προς καταβολή ή ρύθμιση των χρεών, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αν κι εφόσον έρχονται σε αντίθεση και με το νόμο πλαίσιο (2472/97), αλλά και με την συνταγματική ισχύουσα τάξη και τα θεμελιώδη και προστατευόμενα δικαιώματα των πολιτών, τα οποία ανατρέπονται ή συρρικνώνονται ανεπίτρεπτα και χωρίς ειδικό λόγο.
Συγκεκριμένα, οι παραπάνω εταιρείες, που αποκαλούνται «εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις», με σκοπό την ενημέρωση των οφειλετών, σύμφωνα με το αρθρ. 4 του νόμου λειτουργούν με βάση τις αρχές της «συμβατικής» και «οικονομικής ελευθερίας». Συμβάλλονται, όμως με τους δανειστές-Τράπεζες και όχι με τα φυσικά πρόσωπα- οφειλέτες, των οποίων τα προσωπικά δεδομένα επεξεργάζονται. Συνεπώς, οποιαδήποτε διάταξη και όρος, που τίθεται στο νόμο, δεν μπορεί, αφενός να υποχρεώσει τους οφειλέτες «μη συμβαλλόμενους» με αυτές, να χρησιμεύσει αφετέρου προς απεμπόληση δικών τους προστατευόμενων δικαιωμάτων και όσων διαγράφονται με βάση το νόμο πλαίσιο 2472/97. Επιπλέον οι αρχές, κάτω από τις οποίες δηλώνεται, ότι λειτουργούν, δεν διασφαλίζουν επουδενί τα δικαιώματα των οφειλετών, που δεν μπορούν κι εξ αυτού να θιγούν.
Σύμφωνα με το αρθρ. 6 παρ. 7 του νόμου, που προστέθηκε με το αρθρ. 36 του Ν. 4038/2012, οι εταιρείες αυτές ορίζονται ως «υπεύθυνοι επεξεργασίας» των προσωπικών δεδομένων των οφειλετών και απαλλάσσονται από την υποχρέωση γνωστοποίησης στους οφειλέτες, που προβλέπεται κατ’ αρθ. 6 του ν. 2472/97, πριν προβούν σε επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων. Ο όρος αυτός, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ισχυρός έναντι των οφειλετών και υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων, των οποίων γίνεται η επεξεργασία. Διότι, έρχεται σε αντίθεση με το βασικό νόμο. Ο ν. 2472/97 ορίζει στο άρθρο 6, ότι ο «υπεύθυνος επεξεργασίας» είναι υπόχρεος, να δηλώσει στην Αρχή, τη σύσταση και λειτουργία αρχείου, που είναι ο φορέας ελέγχου κι εξασφαλίζει, στο υποκείμενο της επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων, το μίνιμουμ της προστασίας. Παράλληλα, σύμφωνα με το αρθρ. 11 του βασικού νόμου, παρ. 1, «ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει», κατά το στάδιο συλλογής των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να «ενημερώνει», με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο, για την ταυτότητα και την ταυτότητα του εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες και την κατηγορία αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. Εφόσον, λοιπόν, ο ίδιος ο νόμος θεωρεί τις παραπάνω εταιρείες «υπεύθυνους επεξεργασίας», έπεται, ότι υπέχουν και ευθύνη και υποχρέωση, που δεν γίνεται, να μη φέρουν. Οι εταιρείες, όπως και οι δανείστριες τράπεζες υπέχουν ευθύνη και υποχρέωση, να γνωστοποιήσουν πριν από κάθε διεργασία, στον οφειλέτη και υποκείμενο της διαδικασίας επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων, όλα όσα ορίζονται στο νόμο πλαίσιο. Η ρύθμιση, που περιλαμβάνεται στο νόμο αυτό, έρχεται σε αντίθεση και με το γράμμα και με το πνεύμα του βασικού νόμου, αλλά και με θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις, που προστατεύουν τα ατομικά δικαιώματα των υποκειμένων. Παράλληλα, κατά τον τρόπο αυτό διευρύνεται μη νόμιμα ο κύκλος των ασχολούμενων με την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου, χωρίς να έχει προηγηθεί η πληροφόρησή του και η δική του συναίνεση και εντελώς παράνομα το υποκείμενο αποκλείεται από την όλη διαδικασία, ενώ το απόρρητο δεν διασφαλίζεται και τελικά τα προσωπικά δεδομένα του καταλήγουν, να μεταβαίνουν σε απλούς εργαζόμενους των εταιρειών, που αποτελούν το «φθηνό εργατικό δυναμικό τους», που στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν έχουν επαρκές επίπεδο μόρφωσης, ούτε γνωρίζουμε πόσο χρόνο θα είναι στην εταιρεία, ποιο είναι και πως διασφαλίζεται το επίπεδο αξιοπιστίας και ακεραιότητας τους και πως δεσμεύονται έναντι του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων. Εφόσον, δε, με βάση το νόμο, όλα αυτά, για τα οποία έχουν υποχρέωση να εξασφαλίσουν οι ίδιες οι εταιρείες, αφέθηκαν στην απόλυτη κρίση τους κατ αρχή, πρέπει εν τέλει, να αποδείξουν, ότι τηρήθηκαν. Όλα αυτά, τέλος, συμβαίνουν προς εξυπηρέτηση απλού «οικονομικού συμφέροντος», που δεν εμφανίζει καμία αναλογικότητα με τα δικαιώματα των υποκειμένων της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, εφόσον θίγονται.
Θα πρέπει, δε, να τονιστεί, ότι ο ν. 3758/09, όπως και ο ν. 4038/12, που τον τροποποίησε, περιλαμβάνουν διατάξεις απόλυτα καταχρηστικές, που δεν μπορούν να θεωρηθούν ισχυρές και σύννομες, με βάση την ελληνική έννομη τάξη και τις συνταγματικές αρχές, που εγγυώνται και προστατεύουν τις βασικές θεμελιώδεις αρχές, ως ατομικά δικαιώματα, που απεμπολούνται κατά τους παραπάνω νόμους. Σύμφωνα με συνταγματικές επιταγές, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου και της προσωπικότητάς του, το απόρρητο των προσωπικών του δεδομένων, τελούν υπό την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του δεν μπορεί να περιορίζεται, όχι μόνο με τη μη καταδίκη και καταδίωξή του, αλλά και με τον καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο περιορισμό της (αρθρ. 2, 5, 19 του Συντάγματος).
Τα δικαιώματα των πολιτών τέλος, που ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, τελούν υπό την εγγύηση του κράτους και οι κάθε είδους περιορισμοί σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, ενώ δεν επιτρέπεται κατά κανένα τρόπο η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (αρθρ. 25 του Συντάγματος). Υπό το φως των παραπάνω συνταγματικών επιταγών και του νόμου πλαισίου, οι ρυθμίσεις, που επιβλήθηκαν με το ν. 3758/09 κι αποτελούν παραβίαση θεμελιωδών αρχών, αποτελούν κατάφωρη αντισυνταγματική ρύθμιση και θεωρούνται μη ισχυροί. Μεταξύ αυτών πρέπει, να αναφερθούν, ενδεικτικά, τουλάχιστον 2, που δηλώνουν την έντονη καταχρηστικότητα, δεν μπορούν να θεωρηθούν νόμιμες ρυθμίσεις, αλλά παράνομες: Α) Στο αρθρ. 4 του ν. και την παρ. 4 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «Η επικοινωνία με τον οφειλέτη, πρέπει να γίνεται … εντός ευλόγου χρόνου και με συχνότητα οχλήσεων, όχι πέραν της μιας κάθε δεύτερη ημέρα». Τέτοια «επιτακτική ενημέρωση», για γνωστά στους οφειλέτες γεγονότα, στην ελληνική γλώσσα, που δεν μοιάζει με άλλες φτωχότερες και διακρίνεται για τη σαφήνειά της, δεν ονομάζεται ενημέρωση, αλλά «άγρια κι ασφυκτική πίεση». Εξ αυτού συνάγεται, ότι παρότι οι εταιρείες ονομάζονται «εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών», αποτελούν στην πραγματικότητα μοχλούς ασφυκτικής πίεσης και συνεχούς όχλησης. Αυτή η πρακτική που θεσμοθετείται, που θίγει καίρια την προσωπικότητα των οφειλετών, εφόσον μεταξύ άλλων προβλημάτων, θα έχουν, να συζητούν καθημερινά σχεδόν και παρά τη βούλησή τους, για το πότε θα καταβάλλουν την οφειλή τους, ή θα πιέζονται, να τη ρυθμίσουν πάση θυσία, δεν αιτιολογείται, ούτε εξαιτίας του απλού οικονομικού συμφέροντος των δανειστών και εταιρειών, ούτε εξ άλλου λόγου. Το ότι κάποιος οφείλει, για όποιον λόγο, δεν τον αποστερεί αυτόματα από τα δικαιώματα, που έχει ως άνθρωπος, ούτε τον κατατάσσει σε άλλη κατηγορία, ούτε παρέχει σε κανέναν το δικαίωμα εξουθένωσής του και προσβολής της προσωπικότητάς του.
Παράλληλα με το αρθρ. 36 του Ν. 4038/2012, που προσέθεσε στο τέλος της παρ. 4 και άλλη παρ. ορίζεται ότι: «Η τηλεφωνική Επικοινωνία από την εταιρεία, για την ενημέρωση του οφειλέτη, για ληξιπρόθεσμη οφειλή, επιτρέπεται, να πραγματοποιείται μετά την πάροδο δέκα ημερών, από την ημέρα που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη, από τις 9.00 έως 20.00 και μόνο τις εργάσιμες ημέρες! Δηλαδή και τις ώρες κοινής ησυχίας, από τις 14.00 μέχρι 17.00μμ. Για όλα αυτά δε, κατά το αρθρ. 4 και πάλι, δεν χρειάζεται, να επιβαρυνθούν και με δαπάνες οι οφειλέτες. Εφόσον, τέτοιες ρυθμίσεις «εξουθένωσης οφειλετών» παρίστανται αντίθετες με συνταγματικές επιταγές και το νόμο πλαίσιο, ασκούνται κατά κατάχρηση δικαιώματος, συρρικνώνουν ανεπίτρεπτα τα δικαιώματα των πολιτών, χάριν εξυπηρέτησης απλού οικονομικού συμφέροντος ιδιωτικών φορέων και δεν υπάρχει καμία αναλογικότητα, είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές (βλ. αναλυτικά στην απόφαση ΕιρΑθ 3277/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr