Υποκατάσταση ΙΚΑ στην αξίωση του ασφαλισμένου ζημιωθέντος – Αοριστία αγωγής ΙΚΑ κατά του ζημιώσαντος
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10§5 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18§1 του Ν. 4476/65 και 18 του Α.Ν. 1654/86, συνάγεται ότι το ΙΚΑ για τις οφειλόμενες ασφαλιστικές παροχές προς τους ασφαλισμένους,
οι οποίοι δικαιούνται αποζημίωση για ζημία που προξενήθηκε σ’ αυτούς λόγω ασθενείας, αναπηρίας κλπ, υποκαθίσταται από το νόμο κατά το ποσό των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών, στην αξίωση του τελευταίου κατά του ζημιώσαντος, η υποκατάσταση δε αυτή προκειμένου για απαιτήσεις από αδικοπραξία που τελέσθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 1654/86, επέρχεται εκ του νόμου και ανατρέχει στο χρόνο που γεννήθηκε η ζημία. Για τη μεταβίβαση αυτή αρκεί το γεγονός ότι ο ασφαλισμένος δικαιούται ασφαλιστικές παροχές (αδιάφορα αν έχουν καταβληθεί ή όχι), οι οποίες να τελούν σε χρονική και ουσιαστική αντιστοιχία με την αξίωση αποζημιώσεως (βλ. ΑΠ 734/1991 ΕλλΔνη 33. 556, ΕφΠειρ 912/1996 ΕλλΔνη 1998. 147, ΕφΠειρ 977/1986 ΕλλΔνη 29. 358). Η επιδίωξη των σχετικών απαιτήσεων του ΙΚΑ μπορεί να γίνει είτε με άσκηση κυρίας παρεμβάσεως στην μεταξύ του ασφαλισμένου αρχικού δικαιούχου της απαιτήσεως και των υπόχρεων προς αποζημίωση του δίκη, (εφόσον ο ασφαλισμένος ενάγων περιέλαβε στην αγωγή του και τις προς το ΙΚΑ μεταβιβασθείσες απαιτήσεις του) είτε με αυτοτελή αγωγή.
Η αγωγή αυτή του ΙΚΑ κατά του υπόχρεου τρίτου έχει το χαρακτήρα που θα είχε η αγωγή του ζημιωθέντος -ασφαλισμένου, για να είναι δε ορισμένη, πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή τα στοιχεία, με βάση τα οποία θεμελιώθηκε η αξίωση αποζημιώσεως στο πρόσωπο του αρχικού φορέα – παθόντος, δηλαδή πρέπει να διαλαμβάνει τις συνθήκες του ατυχήματος, το λόγο ευθύνης του εναγόμενου (ΑΚ 914, 922, ΓΠΝ/1911, αρθρ. 10§1 του Ν. 489/1976 αν πρόκειται για τον ασφαλιστή του ζημιογόνου αυτοκινήτου), την προκληθείσα ζημία (π.χ. τραυματισμός, θανάτωση, ανικανότητα προς εργασία), την αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος κατά του τρίτου (π.χ. διαφυγόντα εισοδήματα από την εργασία που μέχρι το ατύχημα ασκούσε ο παθών) και να καθορίζει το αιτούμενο ποσό. Οι ασφαλιστικές παροχές που κατέβαλε το ΙΚΑ στον ασφαλισμένο του – παθόντα δεν είναι αυτές που αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής του ΙΚΑ. Το τελευταίο πρέπει να προσδιορίζει στην αγωγή του το ποσό της αξίωσης του ασφαλισμένου για αποζημίωση λόγω του ατυχήματος, στην οποία υποκαταστάθηκε το ίδιο. Μόνο έτσι θα είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν οι αξιούμενες από αυτό παροχές τελούν σε χρονική και ποσοτική αντιστοιχία με την αξίωση του ασφαλισμένου του κατά των εναγομένων για αποζημίωση. Επομένως, δικαιούται με την αγωγή του να αξιώσει από τον υπόχρεο τρίτο ό,τι δικαιούνταν να αξιώσει ο ίδιος ο παθών (π.χ. διαφυγόντα εισοδήματα, νοσήλια, αξία φαρμάκων κλπ), με την προϋπόθεση ότι η αξίωση αποζημίωσης βρίσκεται σε ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία με τις ασφαλιστικές παροχές του ΙΚΑ (βλ. Αθ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, §21, αριθμ. 58, σελ. 456-457, ΕφΑΘ 3555/2005 ΕλλΔνη 2006. 219, ΕφΠατρ 6/2005 και 170/2005 ΑχΝ 2006. 676 και 693, ΕφΛαρ 757/2004 Αρμ 2005. 1731, ΕφΠατρ 719/2002 ΑχΝ 2003. 641). Είναι δε κρίσιμο το στοιχείο αυτό, διότι αν ο ασφαλισμένος δεν είχε στην πραγματικότητα γεννημένη αξίωση αποζημίωσης, δεν συντρέχει νόμιμος λόγος υποκατάστασης του ΙΚΑ, ενώ αν η ζημία που υπέστη είναι μικρότερη από τα ποσά εκείνα που το ΙΚΑ του κατέβαλε ως αποζημίωση, η καθ’ υποκατάσταση αξίωση του ΙΚΑ φθάνει μόνον μέχρι το ύψος της ζημίας που πράγματι υπέστη ο παθών -ασφαλισμένος του.
Ειδικά, ως προς τη ζημία του παθόντος – ασφαλισμένου ισχύουν τα ακόλουθα: α) σε περίπτωση, κατά την οποία επιδιώκεται η απόδοση στο ΙΚΑ των δαπανών νοσηλείας, πρέπει να αναλύονται οι δαπάνες αυτές, β) σε περίπτωση που ζητείται η απόδοση στο ΙΚΑ επιδομάτων ασθενείας πρέπει να αναφέρεται η εργασία, την οποία μετερχόταν ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τα εισοδήματα από την ως άνω εργασία, η διάρκεια της ανικανότητας για εργασία και τα εισοδήματα, τα οποία με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο παθών, αν δεν συνέβαινε το ατύχημα και που εξαιτίας της αδικοπραξίας απώλεσε (βλ. ΕφΛαρ 629/2003 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2004. 117, ΕφΘεσ 809/1998 ΑρχΝ 2001. 33, ΕφΠειρ 1053/1995 ΕπΣυγκΔικ 1996. 28, ΕφΑθ 2372/1991, ΕπΣυγκΔ 1992. 87, ΕφΑθ 2041/1989 ΑρχΝ 1990. 579), καθώς και η υποχρέωση του ΙΚΑ βάσει της ως άνω αιτίας να χορηγήσει προς τον ασφαλισμένο ορισμένες παροχές (βλ. ΕφΔωδ 368/2005 Α` δημ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2041/1989 ό.π.). Δεν αρκεί για την πληρότητα της αγωγής να αναφέρονται τα ποσά, τα οποία ο φορέας της κοινωνικής ασφάλισης κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει στον ασφαλισμένο του, αφού αυτά δεν αποκλείεται να είναι διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά ζημιώθηκε ο ασφαλισμένος (βλ. ΕφΛαρ 633/1999 ΕλλΔνη 2001.761, ΕφΑθ 2372/1991 ό.π.), οπότε η αγωγή είναι αόριστη (βλ. ΕφΛαρ 633/1999 ό.π.).
Αμυγδαλιά Τσιάρα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr