Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής

Άγνωστος είναι ο τόπος διαμονής όταν δεν είναι κοινώς γνωστή η μόνιμη κατοικία ή η διαμονή του διαδίκου και δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί αυτή μολονότι καταβλήθηκε κάθε σχετική προσπάθεια με τα συνήθη μέσα επιμέλειας που υπαγορεύεται και από τις αρχές της καλής πίστης,

που οφείλουν να τηρήσουν οι διάδικοι κατά τη διενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων. Απαιτείται η άγνοια αυτή να είναι γενική και αντικειμενική (όχι υποκειμενική, βλ. ΕφΘεσ 414/2010 Αρμ 2011.812, ΕφΔωδ 201/1992 ΕλλΔνη 1995,407). Με άλλα λόγια, ο διάδικος που ενεργεί τη επίδοση, πρέπει να καταβάλει προσπάθεια ώστε να αναζητηθεί και να εντοπιστεί η ακριβής διεύθυνση του παραλήπτη του εγγράφου, κυρίως μέσω συλλογής πληροφοριών από το περιβάλλον της προηγούμενης κατοικίας του, αλλά και από πληροφορίες που θα λάβει από συγγενείς, από τυχόν πρώην μισθωτή ή εργοδότη ή και από τον τηλεφωνικό κατάλογο (ΜονΠρΘεσ 12184/2004, Αρμ 2004.1300).

Η επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής γίνεται με επίδοση στον αρμόδιο κατά το άρθρο 134 παρ. 1 του ΚΠολΔ εισαγγελέα και με δημοσίευση περίληψης του δικογράφου που κοινοποιήθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες (από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση. Με την διάταξη αυτή θεσπίζεται μία μορφή πλασματικής επίδοσης στον εισαγγελέα, η οποία διευκολύνει μεν τον επισπεύδοντα την επίδοση, συνδέεται όμως με αυξημένα έξοδα. Αποτελεί ο τρόπος αυτός επίδοσης ultima ratio, υπό την έννοια ότι εάν υπάρχει άλλος τρόπος επίδοσης θα πρέπει να προτιμάται με ποινή ακυρότητας.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 135 παρ. 1 και 338 ΚΠολΔ., η απόδειξη ότι κάποιο πρόσωπο είναι άγνωστης διαμονής βαρύνει τον επισπεύδοντα την επίδοση (βλ. ΑΠ 1277/1978 ΝοΒ 27.937, ΕφΘεσ/κης 1302/1987 ΕλλΔικ.1988,153) είναι δε από τη φύση της ως αρνητικού γεγονότος, δυσχερής.

Για το λόγο αυτό η δευτέρα παράγραφος του άρθρου 135 ΚΠολΔ παρέχει στον επισπεύδοντα την επίδοση τη δυνατότητα να αποφύγει τη δυσχέρεια προβαίνοντας στις διατυπώσεις που ορίζονται με αυτή, οπότε αν μετά παρέλευση οκτώ ημερών από την τελευταία δημοσίευση που ορίζεται μ’ αυτήν δεν φθάνει ανακοίνωση σε καμία από τις διαλαμβανόμενες γραμματείες, ισχύει νόμιμο τεκμήριο ότι ο τόπος ή η συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής του παραλήπτη της επίδοσης είναι άγνωστα και η ανταπόδειξη αποκλείεται.

Ο αποκλεισμός όμως της ανταποδείξεως δεν σημαίνει ότι το τεκμήριο αυτό είναι αμάχητο (βλ. Μπέη Πολ.Δ. άρθρο 152 σελ. 710, αντίθετα Δεληκωστόπουλος -Σινανιώτης ΚΠολΔ, άρθρο 136, σελ. 354), μπορεί δε ο διάδικος που κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής να ζητήσει επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (κατά τα άρθρα 152 επ. ΚΠολΔ), δοθέντος ότι το κατά το άρθρο 135 παρ. 2 νόμιμο τεκμήριο δεν αποκλείει το δόλο του επισπεύδοντος την επίδοση (υπάρχει και αντίθετη άποψη του Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, τ. 4, σελ. 778, ο οποίος θεωρεί ότι δεν χωρεί επαναφορά όταν ο διάδικος δεν εμφανίστηκε σε τακτή ημέρα που είχε οριστεί ως δικάσιμος, αφού στην περίπτωσή αυτή το δικαίωμά του καλύπτεται από την ανακοπή ερημοδικίας). Στην περίπτωση αυτή, προϋπόθεση για να καταθέσει ο διάδικος αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι η απόδειξη λόγου ανωτέρας βίας ή δόλου του αντιδίκου του, η δε επαναφορά πρέπει να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανωτέρα βία ή της γνώσης του δόλου. Η άκυρη επίδοση με την διαδικασία της αγνώστου διαμονής έχει κριθεί από τη νομολογία ότι αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας (βλ. σχετ. ΕφΑθ 4420/1996 Δ 28 [1997], 436, με παρατ. Κ. Μπέη) καθώς και περίπτωση δόλου (βλ. για την κλήτευση του αντιδίκου ως αγνώστου διαμονής ενώ είναι γνωστή η ακριβής διεύθυνσή του στην ΕφΑθ 6917/1998 ΑρχΝ 2000, 269).

Πέραν της ανωτέρω δυνατότητας, ο διάδικος που δικάζεται ερήμην έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην, εφόσον δεν έχει κλητευθεί νόμιμα (στην περίπτωση που ενώ είχε γνωστή διαμονή, κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής) εντός προθεσμίας 15 ημερών που αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Σε περίπτωση που έχει παρέλθει η ως άνω προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη ή αν έχει εκδοθεί απορριπτική απόφαση επί της ανακοπής ερημοδικίας, μπορεί να ασκηθεί από τον αντίδικο του επισπεύδοντος την επίδοση το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης κατά το άρθρο 544 αρ. 9 του ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι 60 ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με βάση όλα τα παραπάνω, αυτός ο οποίος δικάζεται ερήμην μπορεί να ασκήσει τα παραπάνω ένδικα βοηθήματα/ μέσα, εφόσον είχε πράγματι γνωστή διαμονή και παρ’ όλα αυτά κλητεύθηκε ως αγνώστου.

 

(Το παρόν άρθρο συντάχθηκε από τη δικηγόρο Μαρία Τζαβέλα ως απάντηση σε ερώτημα αναγνώστη της ιστοσελίδας www.singleparent.gr)

 

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί