Αφαίρεση από το γονέα της άσκησης της γονικής μέριμνας λόγω κακής άσκησης
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1511, 1512, 1513 και 1514 του ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου που γεννήθηκε από νόμιμο γάμο των γονέων του, ασκείται από τους τελευταίους από κοινού, περιλαμβάνει δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1510 και 1518 του ιδίου κώδικα, την επιμέλεια του προσώπου του, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του, ενώ στις περιπτώσεις διαζυγίου ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, η γονική μέριμνα του ανηλίκου ρυθμίζεται από το Δικαστήριο, που μπορεί να την αναθέσει και στον έναν από τους γονείς, αποβλέποντας στο συμφέρον του τέκνου, το οποίο είναι κατευθυντήρια γραμμή και το οποίο, με βάση την ηλικία, το φύλλο, τη διανοητική, ψυχική και σωματική του κατάσταση, το σεβασμό στην ισότητα και τις τυχόν σχετικές συμφωνίες των γονέων, προσδιορίζεται από το περιβάλλον που εξασφαλίζει, κατά τον καλύτερο τρόπο, τη σωστή σωματική, ψυχική, διανοητική και ηθική ανάπτυξη του και από το συναισθηματικό του δεσμό με τον καθένα από τους γονείς του, ώστε να μη διαταράσσεται, αλλά να διασφαλίζεται, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο ψυχικός και ο συναισθηματικός του κόσμος (ΑΠ 948/1990 ΕλλΔνη 32.988, ΑΠ 659/98 ΝοΒ 47.1412, ΕφΘεσ 1018/89 ΕλλΔνη 30.1019, βλ. Λυμπερόπουλο ΕλλΔνη 27.1377). Το λειτουργικό δικαίωμα της γονικής μέριμνας είναι υποχρεωτικό για τους γονείς και προσωποπαγές, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατή ούτε η παραίτηση από αυτό, ούτε η υποκατάσταση του φορέα του, με μεταβίβαση του σε άλλον (ΜΠρΑΘ 223/95 ΑρχΝ 47.205, Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Οικογ. Δίκαιο, 1990, σελ. 16).
Περαιτέρω, το άρθρο 1532 του Αστικού Κώδικα προβλέπει για τις περιπτώσεις κακής ασκήσεως ή αδυναμίας των γονέων να ανταποκριθούν στο καθήκον επιμελείας των τέκνων, τα εξής: «Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημα τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου … ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ` αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, ο εισαγγελέας ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. Το δικαστήριο μπορεί, ιδίως, να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ολικά ή μερικά και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή, αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή ακόμη και την επιμέλεια του, ολικά ή μερικά, σε τρίτο ή και να διορίσει επίτροπο. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή την ψυχική υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας μπορεί να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του, (τέκνου) μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός τριάντα ημερών». Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει σαφώς ότι για την αφαίρεση από το γονέα της γονικής μέριμνας, λόγω κακής άσκησης, το άρθρο 1532 ΑΚ θέτει τις εξής προϋποθέσεις, διαζευκτικώς (εναλλακτικώς) διατυπωμένες, δηλαδή: 1) παράβαση καθηκόντων που επιβάλλει το λειτούργημα, 2) καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος και 3) αδυναμία ανταπόκρισης σ` αυτό. Λόγοι που αφορούν την τρίτη (3) των παραπάνω προϋποθέσεων, ήτοι, την αδυναμία ανταπόκρισης στο λειτούργημα, είναι, μεταξύ άλλων, η τυχόν ασθένεια που επηρεάζει την ικανότητα προς ανταπόκριση στο λειτούργημα, ο δύστροπος χαρακτήρας, ο ακόλαστος και άσωτος βίος, η ανήθικη και εγκληματική διαγωγή του γονέα, κλπ. Όμως, απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των ως άνω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, είναι, ως επί το πλείστον, ανέφικτος, αφού οι πιο πάνω περιπτώσεις αλληλοκαλύπτονται. Ως εκ τούτου, η κατάχρηση του γονικού λειτουργήματος, αποτελεί ταυτοχρόνως και παράβαση των καθηκόντων του γονέα, που από αυτό (γονικό λειτούργημα) επιβάλλονται. Παράβαση των καθηκόντων των γονέων, συνιστά η από μέρους τους πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων τους, με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό τους επίπεδο. Καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος των γονέων, συνιστά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου κατά τρόπο αντίθετο ή μη εναρμονιζόμενο στο σκοπό του, με αποτέλεσμα να διακυβεύονται τα προσωπικά συμφέροντα του τέκνου. Η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας από το γονέα, είναι δυνατόν να εκδηλωθεί με θετική ενέργεια, δηλαδή με πράξη ή με παράλειψη ασκήσεως των καθηκόντων του, η κρίση, όμως, για το αν συντρέχει κατάχρηση του δικαιώματος της γονικής μέριμνας, θα πρέπει να στηριχθεί όχι σε μεμονωμένες πράξεις ή παραλείψεις του υπόχρεου-δικαιούχου, αλλά σε μια εκτίμηση της συνολικής συμπεριφοράς του έναντι του τέκνου, εκτός εάν μια μεμονωμένη πράξη ή παράλειψη είναι τόσο βαριά, ώστε να αρκεί για να στηρίζει γενική (αρνητική) κρίση.
Ειδικότερα, καταχρηστικά, κατά τα ανωτέρω, ασκείται η επιμέλεια τέκνου, αν ο έχων την επιμέλεια γονέας παραβαίνει τα καθήκοντα του εκ της επιμέλειας, με κίνδυνο να επιφέρει ως συνέπεια βλάβη στην ψυχική ή σωματική ανάπτυξη του τέκνου (Β. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, έκδ 2000, άρθρο 1532, ιδίως σελ. 1007-1010). Γενικότερα, η αδυναμία των γονέων να ανταποκριθούν στο λειτούργημα τους, υπό την έννοια του άρθρου 1532 ΑΚ, καταλαμβάνει τις περιπτώσεις αντικειμενικής ανεπάρκειας, οφειλόμενης είτε σε λόγους που δεν στηρίζουν υπαιτιότητα (όπως, λ.χ. επί δύστροπου χαρακτήρα του γονέα, όταν η ανεπάρκεια αυτή γίνεται αντιληπτή με εξωτερικώς εκδηλούμενα σφάλματα συμπεριφοράς) είτε σε λόγους που δεν ελέγχονται από τη βούληση των γονέων (π.χ. ανίατη αναπηρία), θα πρέπει, πάντως, να πρόκειται για συμπεριφορά των γονέων ή δημιουργηθείσα κατάσταση αντίθετη με τις επιταγές των άρθρων που καθορίζουν τις υποχρεώσεις τους, σε σχέση όμως και με το δεδομένο κοινωνικό, πνευματικό και οικονομικό επίπεδο αυτών, που δεν μπορεί να αγνοηθεί και να οδηγήσει στη μεγιστοποίηση των υποχρεώσεών τους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους (Γεωργιάδης – Σταθόπουλος ΕρμΑΚ, άρθρο 1532-1533, αρ. 8 και 18-20), η οποία (συμπεριφορά ή δημιουργηθείσα κατάσταση), θα πρέπει να επηρεάζει τη σωματική ή ψυχική και ηθική διάπλαση του τέκνου (βλ. σχετ. ΜΠρΘεσ 165/1992 ΤΝΠ ΔΣΑ, Παπαδημητρίου, Οικογενειακό Δίκαιο, κάτω από το άρθρο 1532, σελ. 511- 512). Εάν η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, αφαιρούμενης της ασκήσεως αυτής από τον ένα, αυτή θα παραμείνει μόνο στον άλλο γονέα, βάσει της αρχής του πλήρους δικαιώματος κάθε γονέως ασκήσεως αυτής.
Εάν όμως οι προϋποθέσεις της κακής ή καταχρηστικής ασκήσεως υπάρχουν και στο πρόσωπο του άλλου γονέως ή μόνο ο ακατάλληλος γονέας είναι στη ζωή ή έχει τη γονική μέριμνα, μπορεί το Δικαστήριο να διατάξει την ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου σε τρίτο πρόσωπο (κατάλληλη οικογένεια ή ίδρυμα), δυνάμενο να καθορίσει και τους όρους άσκησης της, ή να διορίσει επίτροπο για τη διοίκηση της περιουσίας αυτού. Και αυτό, διότι ούτε η φυσική πραγματικότητα της γέννησης του τέκνου από ορισμένους γονείς (βιολογικός δεσμός), ούτε οι δεσμοί που δημιουργεί το δίκαιο μεταξύ τέκνου και γονέων (δεσμός δικαίου, από γάμο ή αναγνώριση), είναι για το παιδί η κύρια αιτία του συνδέσμου του με τους γονείς του, από την οποία και θα προκύψει μία πραγματική σχέση γονέα και τέκνου (δεσμός στοργής ή συναισθηματικός δεσμός).
Συνάγεται δε, από τη συστηματική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1532 και 1533 ΑΚ, ότι η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου θα πρέπει να καθορίζεται από τις αρχές της προσφορότητας και αναλογικότητας, ώστε τα διατασσόμενα μέτρα να είναι κατάλληλα και να τελούν σε ανάλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθώς και την αρχή της ελάχιστης δυνατής επεμβάσεως, με την έννοια ότι μεταξύ των περισσότερων κατάλληλων μέσων θα πρέπει να επιλέγεται εκείνο που συνεπάγεται την ελάχιστη δυνατή επέμβαση στην έννομη σφαίρα των γονέων και του τέκνου. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 735 ΚΠολΔ, σε επείγουσες περιπτώσεις, το δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει κάθε πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο, που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις, για τη ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων από το γάμο και των σχέσεων γονέων και τέκνων ιδίως, να διατάξει τη μετοίκηση ενός από τους συζύγους, να ορίσει ποια πράγματα δικαιούται αυτός να παραλάβει για τη χωριστή του εγκατάσταση, να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε σύζυγος θα χρησιμοποιεί το ακίνητο όπου διαμένουν ή τα έπιπλα και σκεύη που χρησιμοποιούν από κοινού, να ορίσει το γονέα στον οποίο ανήκει προσωρινά η άσκηση της γονικής μέριμνας, να αφαιρέσει από τους γονείς τη γονική μέριμνα εν όλω ή εν μέρει και να ρυθμίσει τα σχετικά με την επικοινωνία με το τέκνο. Σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να διατάσσεται ιδίως η απομάκρυνση του καθ’ ου από την οικογενειακή κατοικία, η μετοίκησή του, η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του αιτούντος, κατοικίες στενών συγγενών του, τα εκπαιδευτήρια των παιδιών και ξενώνες φιλοξενίας.
Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1511 παρ. 1 – 2 α` ΑΚ, 5 του 7ου Πρωτοκόλλου, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και 3 του ν. 2101/1992 για την κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού, η οποία έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κάθε απόφαση των γονέων, αλλά και του δικαστηρίου, σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, πρέπει να λαμβάνει πρωτίστως υπόψη του το συμφέρον του παιδιού, το οποίο συνίσταται στη δημιουργία ομαλής οικογενειακής ζωής και σταθερού οικογενειακού περιβάλλοντος, που να προάγει την ομαλή σωματική και ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του, καθώς και την προστασία των δικαιωμάτων του που έχουν περιουσιακό αντικείμενο. Το συμφέρον του τέκνου αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, που αντλεί ο δικαστής από την κοινωνική πείρα, με αντικειμενικά κριτήρια (ΑΠ 1358/95 αδημ.).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr