Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ακύρωση της δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου τέκνων λόγω πλάνης

Σύμφωνα με το άρθρο 1505 ΑΚ οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους.

Η δήλωση γίνεται πριν από το γάμο είτε σε συμβολαιογράφο, είτε στο λειτουργό ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος και ο λειτουργός οφείλει να ζητήσει τη σχετική δήλωση. Το οριζόμενο επώνυμο, κοινό για όλα τα τέκνα, μπορεί να είναι είτε το επώνυμο του ενός συζύγου είτε συνδυασμός των επωνύμων των δύο συζύγων. Οι διατάξεις του προκειμένου άρθρου είναι αναγκαστικού δικαίου κατά την έννοια ότι το τέκνο φέρει υποχρεωτικά το επιλεγέν με συμφωνία των γονέων του επώνυμο και δεν μπορεί να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού, ούτε να απαλλαγεί από τη σχετική υποχρέωση.

Η κοινή δήλωση των μελλονύμφων για το επώνυμο των τέκνων αποτελεί δικαιοπραξία (συνδικαιοπραξία), αφού παράγεται έννομο αποτέλεσμα με την ιδιωτική βούληση (διαπλαστική ενέργεια), η οποία κατευθύνεται στο αποτέλεσμα αυτό και η δήλωση αναλύεται σε δύο αυτοτελείς και παράλληλες δηλώσεις βούλησης, που κατευθύνονται από κοινού στην παραγωγή του ίδιου εννόμου αποτελέσματος, δηλ. τον προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων (Σταθόπουλος σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, 1993, άρθ. 1505, αρ. 3, ΠΠρΑΘ 2882/89 ΕλλΔνη 30. 1479). Κατά συνέπεια έχουν εφαρμογή για τη δήλωση αυτή οι περί δικαιοπραξιών γενικές διατάξεις (Κουμάντος, Παραδόσεις Οικογ. Δικ. 1985, σελ. 352) και αν υπάρχει ελάττωμα στη βούληση, καθίσταται η κοινή δήλωση ακυρώσιμη (Σταθόπουλος, όπ. αν., αρ. 5, Βαθρακοκοίλης, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, 1990, σελ. 543 επ., Παπαχρήστου, “Ακύρωση συνδικαιοπραξίας συζύγων για τον προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων κ.λπ.”, γνωμοδότηση ΕλλΔνη 30. 1300 επ., Ε. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Οικ. Δικ. 1990, τόμ. ΙΙβ, σελ. 5). Ειδικότερα αν η δήλωση των μελλονύμφων είναι ελαττωματική γιατί εμφιλοχώρησε σ` αυτή πλάνη, απάτη ή απειλή, καθίσταται ακυρώσιμη και μπορεί να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση, είτε το

ελάττωμα αφορά και τους δύο μελλονύμφους είτε μόνον τον έναν, επειδή η ακύρωση της μιας δήλωσης συνεπάγεται κατά νομική αναγκαιότητα την ακύρωση της όλης κοινής δικαιοπραξίας (Σταθόπουλος, όπ. αν., Βαθρακοκοίλης, όπ. αν., σελ. 544, Παπαχρήστου, όπ. αν., σελ. 1301 και ΠολΠρΑθηνών 1044/1996).

Ο αμετάκλητος χαρακτήρας της δήλωσης των μελλονύμφων δεν αποκλείει τη δυνατότητα να διαρρηχθεί η δήλωση για ελάττωμα στη βούληση, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβολή της γνώμης, αλλά για αποκατάσταση της αληθινής βούλησης (Παπαχρήστου όπ. αν., σελ. 1301). Αν ακυρωθεί με δικαστική απόφαση η δήλωση προσδιορισμού των επωνύμων των τέκνων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του ανωτέρω άρθρου, η οποία καλύπτει την ηθελημένη παράλειψη της σχετικής δήλωσης, αλλά όχι εκείνης που έγινε η δήλωση αλλά ακυρώθηκε, αλλά οι σύζυγοί έχουν δικαίωμα να κάνουν νέα κοινή δήλωση μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την τελεσιδικία της ακυρωτικής απόφασης (Βαθρακοκοίλης, όπ. αν., σελ. 545, Παπαχρήστου, όπ. αν., σελ. 1302).

Κατά συνέπεια, έχουν εφαρμογή οι περί δικαιοπραξιών διατάξεις (Γ. Κουμάντος, Παράδοση Οικογενειακού Δικαίου, 4η έκδοση, 1985, σελ. 352) και συνακόλουθα η ύπαρξη ελαττώματος βούληση καθιστά την κοινή δήλωση ακυρώσιμη {Σπυριδάκη: Οικ. Δικ. ό.π., σελ. 260, Γ. Παπαδημητρίου, κατ` άρθρο ερμηνεία των νέων διατάξεων Οικογενειακού Δικαίου Β` 1986, άρθρο 1505, σελ. 461-462). Αν το ελάττωμα αφορά και τους δύο μελλονύμφους τότε και οι δύο δηλώσεις που συναπαρτίζουν τη συνδικαιοπραξία είναι ακυρώσιμες και μπορούν να ακυρωθούν με δικαστική απόφαση. Αν το ελάττωμα αφορά μόνο τον ένα μελλόνυμφο, τότε μόνο η δική του δήλωση είναι ακυρώσιμη. Αλλά και στην περίπτωση αυτή, καθώς και σε εκείνη που και οι δύο δηλώσεις είναι ακυρώσιμες, η ακύρωση της μίας -έστω- δήλωσης συνεπάγεται αναγκαστικά την ακύρωση ολόκληρης της συνδικαιοπραξίας, αφού η ενέργειά της συνδέεται άρρητα και με τις δύο δηλώσεις (Σημαντήρας, Γεν. Αρχ., 4η έκδ., 1988, σελ. 637 σημ. 26).

Από τη στιγμή δε που η κοινή δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου ακυρώνεται, ανακύπτει θέμα εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ, ώστε τα τέκνα να έχουν πλέον, ως επώνυμο, το επώνυμο του πατέρα. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ είναι οριακής συνταγματικότητας (Α. Μάνεσης: “Η συνταγματική καθιέρωση της ισονομίας ανδρών και γυναικών”, Κουμάντος, ό.π. σελ. 352, Δεληγιάννη-Κούσουλα, Οικ. Δικ. 1984 σελ. 186) και η εφαρμογή της συνεπάγεται προνομιακή μεταχείριση του πατέρα, η οποία κατ` εξαίρεση γίνεται αποδεκτή από τον κοινό νομοθέτη. Κατά συνέπεια η παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Όταν συνεπώς ακυρώνεται η δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου και επομένως, παύει αυτή αναδρομικά να υπάρχει, δεν πρόκειται για παράλειψη των μελλονύμφων, όπως απαιτεί το άρθρο 1505 παρ. 3 ΑΚ. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί νόμιμο τεκμήριο σιωπηρής “συμφωνίας” των μελλονύμφων, όταν αυτοί παραλείπουν να προβούν στη δήλωση (Μάνεσης: ό.π. σελ. 27). Επομένως, στην περίπτωση που οι μελλόνυμφοι έκαναν τη σχετική δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων, αλλά η δήλωση αυτή ακυρώθηκε, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 1505 παρ. 3 ΑΚ και οι σύζυγοι θα πρέπει να επαναλάβουν σε εύλογο χρονικό διάστημα την κοινή δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου (βλ. ΠΠρΑθ 2371/2007, ΕφΑΔ 2009/550, ΠΠρΑθ 2882/1989 ΕλλΔνη 30,1479).

Η αγωγή ακύρωσης της δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου των τέκνων δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία και ασκείται από εκείνον τον σύζυγο – γονέα που πλανήθηκε κ.λπ., στρεφόμενη κατά το άρθ. 155 ΑΚ κατά των ελκόντων έννομο συμφέρον από τη δήλωση, δηλ. του άλλου συζύγου – γονέα και των γεννηθέντων ήδη τέκνων, αν δε αυτά είναι ανήλικα απαιτείται ο διορισμός ειδικού επιτρόπου, επειδή υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων (άρθ. 1517 ΑΚ, Παπαχρήστου, όπ. αν., σελ. 1302, Σταθόπουλος όπ. αν., αρ. 5, Βαθρακοκοίλης, όπ. αν., σελ. 544, 545, ΠΠρΑΘ 2882/89, ΑΠ 1985/86 Δνη 1433/87).

Κατά την μειοψηφία της υπ’ αριθμ. 1044/1996 απόφασης του ΠολΠρΑθηνών, όμως διατυπώθηκε η άποψη ότι δεν είναι υποχρεωτική η εναγωγή και του ανηλίκου ή ενηλίκου τέκνου, διότι «και αν συμμετείχε σε σχετική δίκη για ακύρωση της δήλωσης των γονέων του δεν θα είχε δικαίωμα να προτείνει ή προβάλει κάποιο ισχυρισμό σχετικά με την άποψη ή επιθυμία του για το επώνυμο που θα φέρει, εφόσον η επιλογή του επωνύμου των τέκνων αφορά αποκλειστικά τους γονείς του -όπως και η επιλογή και δόση του κυρίου ονόματος του τέκνου, που αποτελεί δικαίωμα περιεχόμενο της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου και έχει αποκλειστικούς φορείς τους έχοντες την επιμέλεια γονείς, σε περίπτωση διαφωνίας τους δε, αποφασίζει το δικαστήριο κατ’ άρθ. 1512 ΑΚ (Πουλιάδης σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθ. 1518, αρ. 86, 89, 90) -ούτε την άποψη του για το αν οι γονείς του πλανήθηκαν, απατήθηκαν ή απειλήθηκαν κατά τη δήλωση τους αυτή σε χρόνο κατά τον οποίο αυτό κατά το συνήθως συμβαίνον δεν είχε υπάρξει (γεννηθεί”)». Ούτε εξάλλου εμπίπτει η περίπτωση σε κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας και εναγωγής του άρθρου 619 ΚΠολΔ (παθητική νομιμοποίηση στις διαφορές μεταξύ γονέων και τέκνων) στις οποίες το τέκνο έχει δικό του και αυτοτελές δικαίωμα να ασκήσει τη σχετική αγωγή (για προσβολή της πατρότητας του, για αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης σχέσης γονέα και τέκνου, γονικής μέριμνας, εκούσιας αναγνώρισης, προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης κ.λπ.) και γι` αυτόν ακριβώς το λόγο εάν δεν ασκήσει τη σχετική αγωγή πρέπει οπωσδήποτε αυτή να απευθύνεται εναντίον του προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να εκφράσει την άποψη του, ενώ η εν λόγω αγωγή ακύρωσης δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία. Διαφορετικό είναι το θέμα ότι τα τέκνα δεσμεύονται από την επιλογή των γονέων τους και αν η δήλωση των τελευταίων ακυρωθεί με δικαστική απόφαση τα τέκνα θα φέρουν υποχρεωτικά όποιο νέο επώνυμο ορίσουν γι` αυτά οι γονείς τους. Τέλος υπέρ της μη υποχρεωτικής εναγωγής του τέκνου στην προκειμένου αγωγή συνηγορεί και το ότι ούτε στην αγωγή του άρθρου 1512 ΑΚ για απόφαση του δικαστηρίου σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων ως προς την επιλογή του κυρίου ονόματος δεν είναι υποχρεωτική η εναγωγή του τέκνου (ΕφΘεσ 768/85 Αρμ 40. 324), όπως δεν ήταν και με το προγενέστερο δίκαιο κατά την πάγια άποψη της νομολογίας και της θεωρίας στις αγωγές σχετικά με την ονοματοδοσία του τέκνου κατά τα άρθρα 1500 – 1502 ΑΚ από τον ασκούντα την πατρική εξουσία πατέρα.

 

Θεώνη Κάδρα,

Δικηγόρος

e-mail:info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί