Άμεση συνέργεια (άρθρο 46 παρ. 1 περ. β΄ ΠΚ): αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτής
Η συνέργεια (άμεση και απλή) συνιστά, μαζί με την ηθική αυτουργία, μορφή stricto sensu συμμετοχικής δράσης στο έγκλημα, καθότι προϋποθέτει για να στοιχειοθετηθεί άδικη κύρια πράξη και αντλεί την απαξία της από αυτήν. Κοινά χαρακτηριστικά αμφότερων των μορφών συνέργειας είναι τα κάτωθι: α) για τη συνδρομή αξιόποινης συνέργειας πρέπει να υπάρχει τελειωτικά άδικη αυτουργική πράξη με τη μορφή τουλάχιστον της απόπειρας, β) η συνέργεια δεν αποτελεί, κατά το περιεχόμενό της, τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης της κύριας πράξης, εφόσον σ’ αυτήν την περίπτωση μια τέτοια πράξη θα συνιστούσε αντικειμενικώς συναυτουργία και όχι συνέργεια, γ) η ύπαρξη «συνδρομής», η έννοια της οποίας δεν ορίζεται στο νόμο και γι’ αυτό ο προσδιορισμός της είναι ζήτημα σχετικής ερμηνείας και δ) η απλή απόπειρα συνδρομής δεν αρκεί για την τιμώρηση κάποιου ως συνεργού, εφόσον κατά τον ποινικό μας κώδικα η απόπειρα συνέργειας δεν είναι αξιόποινη.
Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 46 παρ. 1 περ. β΄ ΠΚ, «Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης». Ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο της άμεσης συνέργειας που τυποποιείται στην ως άνω διάταξη, υποστηρίζεται ότι η άμεση συνέργεια αποτελεί ουσιαστικώς μορφή συναυτουργίας, η οποία όμως υστερεί έναντι της τελευταίας είτε κατά το υποκειμενικό στοιχείο, εφόσον ελλείπει ο animus auctoris του συμπράττοντος είτε (και) κατά το αντικειμενικό στοιχείο, δεδομένου ότι η πράξη του συνεργαζόμενου προσώπου δε συνιστά «συνεκτέλεση», διότι δεν προβλέπεται ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εκάστοτε εγκλήματος. Κατά συνέπεια, με την άμεση συνέργεια συμπληρώνονται ενδεχόμενα κενά στην εγκληματική απαξία μιας πράξης προσβολής, που προκύπτουν από την υιοθέτηση της τυπικής αντικειμενικής θεωρίας για την αυτουργία[1].
Κατ’ επέκταση, ως πράξεις άμεσης συνέργειας μπορούν να χαρακτηρισθούν μόνο εκείνες που διαθέτουν τέτοια απαξιολογική βαρύτητα και αποφασιστική σημασία αναφορικά με τη συμβολή στην αυτουργική πράξη, ώστε να εξισώνονται – κατά το ουσιαστικό ποινικό άδικό τους – με την αυτουργία, ενώ δεν αποκλείεται στον άμεσο συνεργό να επιβληθεί ad hoc ποινή βαρύτερη από αυτήν του αυτουργού[2]. Κατά την απολύτως δε κρατούσα άποψη στη νομολογία, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας αξιώνεται άμεση εκ προθέσεως υποστήριξη της αυτουργικής συμπεριφοράς με βοηθητική πράξη σ’ αυτήν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε δίχως αυτήν να μην είναι εφικτή με ασφάλεια η εκτέλεση του εγκλήματος υπό τις συνθήκες που αυτό τελέστηκε[3].
Βάσει όλων των ανωτέρω, ως αντικειμενικά στοιχεία της άμεσης συνέργειας γίνονται δεκτά τα εξής: α) συνδρομή, β) αμεσότητα της συνδρομής, γ) αιτιώδης σχέση ανάμεσα στη συνδρομή και την τέλεση της άδικης αυτουργικής πράξης, δ) παροχή της συνδρομής κατά την εκτέλεση της άδικης κύριας πράξης και ε) εν τη εκτελέσει της άδικης κύριας πράξης, στ) άδικη αυτουργική πράξη, ευρισκόμενη τουλάχιστον στο στάδιο της απόπειρας.
Κατά την κρατούσα στη θεωρία άποψη, συνδρομή (βοήθεια) συνιστά κάθε συμπεριφορά (ενέργεια ή παράλειψη) που κατευθύνεται, τουλάχιστον αντικειμενικά, και συμβάλλει στην υπέρβαση μιας δυσχέρειας συνδεδεμένης με την εκτέλεση του εγκλήματος από τον αυτουργό. Η συνδρομή, επομένως, υπάρχει όταν ο υπό κρίση συνεργός με την πράξη του καθιστά δυνατή, διευκολύνει, επιτείνει ή εξασφαλίζει την πραγμάτωση της κύριας πράξης. Αναφορικά δε με το στοιχείο της αμεσότητας, το ισοδύναμο της απαξίας της άμεσης συνέργειας με την αυτουργία προϋποθέτει μια συνδρομή που αξιοποιείται αυτούσια στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης, ήτοι οδηγεί ευθέως στην πραγμάτωση αυτής. Κατ’ άλλη διατύπωση, απ’ όλες τις δυνατές συνδρομές που παρέχονται στον αυτουργό κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξης, ο νομοθέτης επιλέγει ως άμεσες εκείνες που πλήττουν ευθέως το έννομο αγαθό, πλην όμως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως πράξεις αντικειμενικής υπόστασης. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι το αυξημένο άδικο της άμεσης συνέργειας συνίσταται στο ότι η σχετική πράξη διαρρηγνύει τον κοινωνικό περίγυρο προστασίας του εννόμου αγαθού, εκθέτοντας έτσι και καθιστώντας αυτό ευάλωτο στην προσβολή του δράστη. Το κρίσιμο στοιχείο είναι, λοιπόν, εδώ το κοινωνικό νόημα, η σημασία της συνδρομής για την προσβολή συγκεκριμένου εννόμου αγαθού που παραλλάσσει ανάλογα με τη φύση του εκάστοτε προσβαλλόμενου αγαθού[4]. Γίνεται μάλιστα δεκτό ότι άμεση μπορεί να είναι η συνέργεια και όταν παρεμβάλλεται τρίτο πρόσωπο, αρκούντος ότι η παρεμβολή του τρίτου δεν αλλοιώνει, τροποποιεί, βελτιώνει ή αμβλύνει τη συνδρομή που παρασχέθηκε από τον πρώτο συνεργό.
Επιπροσθέτως, ουσιώδες χαρακτηριστικό της άμεσης συνέργειας αποτελεί η αιτιότητα της συνδρομής. Ως αιτιώδης συνδρομή νοείται κάθε συμπεριφορά που πράγματι κατ’ αποτέλεσμα συνέβαλε, ώστε ο αυτουργός να ξεπεράσει κάποια δυσκολία στην εκτέλεση της κύριας πράξης και να επιτύχει έτσι το τελικό βλαπτικό αποτέλεσμα υπό τις συνθήκες που αυτό επήλθε, ενώ δεν αρκεί μόνο το να κατευθύνεται αυτή αντικειμενικά στην ενίσχυση της αυτουργικής πράξης. Κατά συνέπεια, γενικό ειδοποιό χαρακτηριστικό της έννοιας της συνδρομής είναι ασφαλώς η ενισχυτική ή διευκολυντική αιτιότητα της σχετικής συμπεριφοράς ως προς την αυτουργική πράξη και συνακόλουθα ως προς το τελικό βλαπτικό αποτέλεσμα. Είναι, μάλιστα, αξιοπρόσεκτο ότι ο Άρειος Πάγος απαιτεί αιτιότητα τόσο στην άμεση όσο και στην απλή συνέργεια. Και ως προς την άμεση μεν, απαιτεί να υπήρξε η πράξη του συνεργού αιτιώδης ως προς το όλο έγκλημα, ως προς δε την απλή, απαιτεί να προκάλεσε αιτιωδώς τη διευκόλυνση[5]. Έτσι, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β΄ ΠΚ, το Ακυρωτικό μας συνάγει ευθέως ότι η συνδρομή του άμεσου συνεργού πρέπει να συνδέεται αμέσως προς την τέλεση της κύριας πράξεως «κατά τρόπο ώστε, χωρίς αυτή [τη συνδρομή], δεν είναι με βεβαιότητα δυνατή η εκτέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε». Γι’ αυτό, συχνά η άμεση συνέργεια αποκαλείται και αναγκαία.
Κατά το γράμμα του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β΄ ΠΚ, η άμεση συνέργεια παρέχεται κατά τη διάρκεια της κύριας πράξης. Συνεπώς, συνδρομή παρεχόμενη πριν από την έναρξη της εκτέλεσης του εγκλήματος, ήτοι πριν αρχίσει η απόπειρα αυτού, δε δύναται να συνιστά άμεση συνέργεια, αλλά μόνον απλή, όσο σημαντική κι αν είναι. Διότι το προτερόχρονο αποκλείει κατά λογική αναγκαιότητα τη δυνατότητα εξομοίωσής της κατά βαρύτητα με την αυτουργία. Αλλά και μετά την τελείωση του εγκλήματος, μέχρι δηλαδή την ουσιαστική αποπεράτωση αυτού, δεν είναι δυνατή συνέργεια, όπως δεν είναι δυνατή και οιαδήποτε πράξη συμμετοχής, αφού μετά την τελείωση παύει πλέον να πληρούται η αντικειμενική υπόταση του εγκλήματος.
Η παροχή συνδρομής «εν τη εκτελέσει» της κύριας πράξης υπονοεί την τοπική παρουσία και σύμπραξη στο χώρο της αυτουργικής πράξης, ήτοι ουσιαστικώς φυσική – λειτουργική επαφή του άμεσου συνεργού με το υλικό αντικείμενο της πράξεως που γίνεται με τη μορφή κατεύθυνσης ή τοποθέτησης αυτού σε θέση προσβολής, η οποία (συμπεριφορά) δεν αποτελεί βέβαια πράξη αντικειμενικής υπόστασης, άλλως θα ήταν συναυτουργία. Κατ’ άλλη άποψη ωστόσο, το εν λόγω στοιχείο σημαίνει την ουσιαστική ισοδυναμία της βαρύτητας αδίκου της προσφερόμενης συνδρομής με την πλήρωση των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως, ήτοι το να είναι καίρια η συνδρομή για την αυτουργική πράξη, ποιοτικά και πρακτικά της ίδιας σημασίας με τη συμβολή του αυτουργού.
Τέλος, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση της συνέργειας (άμεσης και απλής) απαιτείται διπλός δόλος του συνεργού που εμπεριέχει τη γνώση και βούληση του συνεργού αφενός μεν ως προς την τέλεση της κύριας πράξης από τον αυτουργό, και αφετέρου ως προς την παροχή συνδρομής εκ μέρους του σ’ αυτόν, ενώ από το συνδυασμό των άρθρων 46 παρ. 1 περ. β΄, 47 παρ. 1 και 27 ΠΚ καθίσταται εμφανές ότι αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Αντιθέτως, δε νοείται συνέργεια εξ αμελείας[6].
Ειδικότερα, επί άμεσης συνέργειας, ο άμεσος συνεργός πρέπει να γνωρίζει και τουλάχιστον να αποδέχεται ότι παρέχει συνδρομή κατά τον χρόνο τέλεσης της κύριας πράξης, καθώς και να έχει ως προς την κύρια πράξη γνώση και θέληση της πλήρους ειδικής υποστάσεως, ήτοι να γνωρίζει και να θέλει την εκ μέρους του αυτουργού τέλεση της κυρίας πράξεως. Η κρατούσα άποψη δέχεται δε ότι, ως εκ της φύσεως της άμεσης συνέργειας, συνάγεται το συμπέρασμα ότι πρέπει να εξισώνεται η απαίτηση ως προς το βαθμό σαφούς γνώσης των επιμέρους στοιχείων – λεπτομερειών της κύριας πράξης με αυτόν του δράστη, εφόσον ουσιαστικώς ο άμεσος συνεργός είναι και αυτός ένας συναυτουργός και άλλως θα ήταν αδικαιολόγητη η τιμώρησή του με το ίδιο πλαίσιο ποινής. Δε νοείται, λοιπόν, άμεση συνέργεια αν ο υπό κρίση συνεργός δεν έχει σαφή γνώση της κύριας πράξης σε όλες της τις λεπτομέρειες.
Βάσει των ανωτέρω παραδοχών, γίνεται περαιτέρω δεκτό ότι ο συνεργός (απλός ή άμεσος) πρέπει να γνωρίζει ειδικότερα ότι στο πρόσωπο του δράστη συντρέχει η πλήρης προβλεπόμενη από το νόμο υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ήτοι τα ενδεχόμενα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου και οι ειδικές μορφές δόλου, χωρίς όμως να χρειάζεται να έχει και ο ίδιος τον ειδικό δόλο ή σκοπό που απαιτείται ως προς την αυτουργική πράξη, αλλά με βάση τη διατύπωση του νόμου («πρόθεση»: άρθρα 46 παρ. 1 περ. β΄, 47 παρ. 1 ΠΚ) αρκεί ενδεχόμενος δόλος αναφορικά με τα παραπάνω ειδικά υποκειμενικά στοιχεία. Ομοίως, αρκεί ενδεχόμενος δόλος και ως προς το κρίσιμο στοιχείο της παροχής συνδρομής εκ μέρους του συνεργού, έστω και αν για την αυτουργική πράξη δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Α. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Πρώτος (Άρθρα 1-234), Νομική Βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, 2014, σελ. 550 επ. (υπό άρθρο 47), Χ. Χ. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος ΙΙ, Απόπειρα – Συμμετοχή – Συρροή, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2008, σελ. 237 επ., Α. Κ. Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, Τόμος Α΄, άρθρα 1-234, Έκδοση Γ΄, Αθήνα 2000, σελ. 944 επ..
[2] Βλ. ΑΠ 1484/2012, ΠοινΧρ 2013, σελ. 263, ΑΠ 371/1994, ΠοινΧρ ΜΔ΄, σελ. 509.
[3] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1698/1990, ΠοινΧρ ΜΑ΄, σελ. 716, ΑΠ 1235/2005, ΠοινΧρ ΝΣΤ΄, σελ. 215, ΣυμβΑΠ 540/2006, ΠοινΧρ 2006, σελ. 932, ΑΠ 1235/2005, ΠοινΧρ 2006, σελ. 216, ΣυμβΑΠ 1280/2005, ΠοινΧρ 2006, σελ. 233, ΑΠ 160/2006, ΠοινΧρ 2006, σελ. 721.
[4] Βλ. ΑΠ 1789/2000, ΠοινΧρ 2001, σελ. 818, ΑΠ 1089/2002, ΠοινΧρ 2003, σελ. 357, ΑΠ 1399/1983, ΠοινΧρ 1984, σελ. 365, ΑΠ 1250/1990, ΠοινΧρ 1991, σελ. 549.
[5] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1235/2005, ΠοινΧρ ΜΣΤ΄, σελ. 216, ΑΠ 1089/2002, ΠοινΧρ ΝΓ΄, σελ. 357, ΑΠ 184/2002, ΠοινΧρ ΝΒ΄, σελ. 898, ΑΠ 1191/2001, ΠοινΧρ ΝΒ΄, σελ. 422.
[6] Βλ. ΑΠ 611/2012, ΠοινΧρ 2013, σελ. 125.