Ανάκληση – μεταρρύθμιση προσωρινής διαταγής
Κατά την ορθή έννοια των άρθρων 696 παρ. 1 και 691 παρ. 2 του ΚΠολΔ υπόκειται σε ανάκληση και η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται με την κατάθεση της αίτησης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, υπό τις ίδιες για την απόφαση αυτών προϋποθέσεις που ορίζονται στο νόμο, αφού και με αυτή ασφαλιστικά μέτρα λαμβάνονται.
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 696 του ΚΠολΔ, αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν κλήθηκε κατά τη συζήτηση αίτησης στην οποία εκδόθηκε η απόφαση που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα ή μεταρρύθμισε ή ανακάλεσε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ζητήσει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης από το δικαστήριο που την εξέδωσε.
Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 696 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, έχει δικαίωμα, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφασή του εφόσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμισή της.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αίτηση ανάκλησης ασκείται από το διάδικο που δεν κλήθηκε στη συζήτηση και μάλιστα νομότυπα ή εμπρόθεσμα ή μετά από παραβάσεις του άρθρου 686 παρ. 2 και μάλιστα έχει έννομο συμφέρον. Ως μεταβολή πραγματικών συνθηκών, νοείται δε εκείνη η μεταβολή των πραγμάτων, η οποία μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση της απόφασης και αφορά κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της υπόθεσης που κρίθηκε. Ως νέα στοιχεία, νοούνται όχι μόνο τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση της αίτησης, αλλά και εκείνα που προϋπήρχαν, απλώς δε μετά τη συζήτηση αποκαλύφθηκαν και γενικώς όλα όσα δεν τέθηκαν υπό την κρίση του δικαστηρίου από ανυπαίτια συμπεριφορά του διαδίκου, τα οποία αν είχαν τεθεί υπόψη του θα ενεφάνιζαν διάφορη πραγματική κατάσταση και θα απέληγαν σε διάφορη κρίση. Τέτοια περιστατικά θεωρούνται: η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή που εξασφαλίστηκε, η συναίνεση αυτού για ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης, η προσφορά από τον οφειλέτη άλλου ασφαλιστικού μέτρου που εξασφαλίζει την απαίτηση του δανειστή, η έλλειψη του κινδύνου για το οποίο χορηγήθηκε το ασφαλιστικό μέτρο, η αύξηση ή μείωση της περιουσίας του οφειλέτη. Αντιθέτως, δεν αποτελούν νέα περιστατικά οι νομικές και οι πραγματικές πλημμέλειες της απόφασης, δηλαδή τα νομικά σφάλματα για την ερμηνεία ή την εφαρμογή των νόμων ή η κακή ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπό την κρίση του Δικαστηρίου.
Από τη λεκτική διατύπωση της υπόψη διάταξης προκύπτει ότι σε ανάκληση ή μεταρρύθμιση υπόκειται μόνο η απόφαση που διέταξε προσωρινά μέτρα και όχι και εκείνη που είναι απορριπτική του ασφαλιστικού μέτρου. Η διατύπωση είναι σαφής και δεν παρέχει έρεισμα για στήριξη άλλης λύσης. Στην περίπτωση αυτή δεν αποκλείεται η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ακόμη και των ίδιων, αν αυτή στηρίζεται σε μεταβολή των πραγματικών συνθηκών, που δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο και δικαιολογούν τη λήψη τέτοιων μέτρων (βλ. ΜονΠρΘηβ 296/1990, Δίκη 1992.258).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 697 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση απορρίψεως αυτοτελούς αιτήσεως ασφαλιστικού μέτρου, δεν κωλύεται η υποβολή νέας αιτήσεως ενώπιον του επιληφθέντος της κύριας υπόθεσης αρμόδιου δικαστηρίου χωρίς να απαιτείται επίκληση νέων στοιχείων δικαιολογούντων την νέα ρύθμιση (βλ. Π. Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, σελ. 102, ΜονΠρΑθ 14213/73 Δ 5, 288, με παρ. Ν. Βερβεσσού).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr