Ανάκληση προσωρινής διαταγής από το διάδικο που δεν έλαβε μέρος ή δεν κλήθηκε κατά τη συζήτηση αυτής
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 696 ΚΠολΔ αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν κλήθηκε κατά τη συζήτηση αίτησης στην οποία εκδόθηκε απόφαση που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα ή μεταρρύθμισε ή ανακάλεσεαπόφαση ασφαλιστικών μέτρων και έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται να ζητήσει την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της απόφασης από το δικαστήριο που την εξέδωσε.
Το ίδιο ισχύει και για τη χορήγηση προσωρινής διαταγής κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 691 παρ. 4 finem ΚΠολΔ.
Η αίτηση αυτή ανακλήσεως του άρθρου 696 παρ. 1 ασκείται από το διάδικο όταν παραλείφθηκε η νομότυπη και η εμπρόθεσμη κλήτευσή του στη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων (κατά το άρθρο 687 ή μετά απόπαραβάσεις του άρθρου 686 παρ. 2) και υπάρχει έννομο συμφέρον προς την ανάκληση αυτή. Στην περίπτωση αυτή η επίκληση μεταβολής πραγμάτων με την έννοια του άρθρου 696 παρ.3, δεν είναι όρος θεμελιωτικός της αιτήσεως. Εξάλλου, όπως έχει διευκρινίσει και η Αναθεωρητική Επιτροπή του ΚΠολΔ (βλ. πρακτικά σελ. 346), το δικαίωμα ασκήσεως της αιτήσεως ανακλήσεως του άρθρου 696 παρ. 1, δεν δίδεται όταν ο διάδικος μολονότι κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στη συζήτηση δεν παρέστη (Τζίφρας, ό.π. σελ. 88. Μπέη,ΠολΔ σελ. 191. ΜΠρωτΛαμ 378/1986 ΝΟΒ 25, 1392). Ζήτημα γεννάται με τη νομότυπη επίδοση στην περίπτωση της θυροκόλλησης στην περίπτωση απουσίας του παραλήπτη από τον τόπο της επίδοσης, ιδίως σε περιπτώσεις δόλιας αποκόλλησης της ειδοποίησης του δικαστικού επιμελητή, κατά τις ρητές προβλέψεις του άρθρου 128 ΚΠολΔ. Η θυροκόλληση πρέπει μεν να γίνεται με τρόπο ώστε να γίνεται αντιληπτή, αλλά για το κύρος της επίδοσης δεν απαιτείται η παραλαβή της ταχυδρομικής ειδοποιήσεως ή η παραλαβή του αντιγράφου. Κρίσιμος όμως είναι ο χρόνος εγχειρίσεως του αντιγράφου στην αρμόδια αστυνομική αρχή όταν η επίδοση πρέπει να γίνει πριν από 24 ώρες. Σκοπός του νόμου είναι να κατοχυρώσει το δικαίωμα της ακροάσεως και όχι να υποκαταστήσει το δικαίωμα της ακροάσεως και να υποκαταστήσει έτσι την αναιτιολόγητη ανακοπήερημοδικίας.
Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του άρθρου 696 ΚΠολΔ, το δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, έχει δικαίωμα, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφασή του, εφ’ όσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμισή της. Η δεύτερη δηλαδή αίτηση ανακλήσεως του άρθρου 693 παρ. 3 έχει ως λόγο τη “μεταβολή των πραγμάτων” και είναι απαραίτητο, σύμφωνα με το άρθρο 688 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα νέα γεγονότα τα οποία επικαλείται ο αιτών προκειμένου να θεμελιώσει την όποια μεταβολή, να περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αιτήσεως ανακλήσεως. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί παραδεκτή η προβολή νέων λόγων ανακλήσεως με το σημείωμα κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ανακλήσεως και κατά μείζονα λόγο δεν είναι αυτό επιτρεπτό με το σημείωμα που κατατίθεται μετά τησυζήτηση (Μπέης, ό.π. 88 και ΜονΠρωτΠειρ 1038/1993και ΜονΠρωτΘεσσαλ 23721/2011). Για το δικονομικώς δε βάσιμο της αιτήσεως περί ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως της επί αιτήσεως περί λήψεως ασφαλιστικού μέτρου, απαιτείται όπως αυτή η αίτηση ανάκλησης να στηρίζεται επί νέων στοιχείων τα οποίαδεν τέθηκαν υπό την κρίση του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου, είτε γιατί αυτά καίτοι προϋπάρχοντα, δεν ετέθησαν υπόψιν του δικαστηρίου που εξέδωσε τηναπόφαση, εκ του λόγου ότι αποκαλύφθηκαν μεταγενεστέρως, δικαιολογούν δε τη μεταρρύθμιση αυτή.
Κατά την άποψη που επικρατεί μεταβολή των πραγμάτων, που δικαιολογεί κατ’ άρθ. 696 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, υφίσταται όταν τα επικαλούμενα περιστατικά, τα οποία πρέπει οπωσδήποτε να είναι κρίσιμα και να ασκούν ουσιώδη επίδραση κατά την επανεκτίμηση τις διαφοράς, είναι μεταγενέστερα τις εκδόσεως της αποφάσεως, ή και προγενέστερα, τα οποία όμως δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου είτε διότι αποκαλύφθηκαν εκ των υστέρων είτε διότι υπήρξε άλλη συγγνωστή αδυναμία των διαδίκων και γενικότερα εύλογη αιτία (βλ. ΜονΠρωτΑγριν 1061/2000 λόγω απόρριψης αιτήματος αναβολής με κώλυμα δικηγόρου, ΜΠρΑθ 2737/1996 ΝοΒ 45. 470, ΜΠρΠειρ 1038/1993 Δ 25.1089, ΜΠρΠειρ2928/1993 Δ 25.317, ΜΠρΑθ18262/1991 Δ 24.681, ΜΠρΠειρ 1948/1987 Δ20.472,ΜΠρΑθ 17482/1981 ΝοΒ 33.1300, Τζίφρας Ασφ. Μέτραέκδ. 1η, σ. 99 και 100, Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμ ΚΠολΔ,τόμ. Δ`, υπό το άρθρ. 696, σελ. 122 επ., παρ. 6, 11, 54,contra Μπέης, Πολ. Δικον. άρ. 696 αρ. 3).
Τα νέα αυτά στοιχεία καταρχήν πρέπει να αναφέρονται ευθέως στην ύπαρξη ή μη των προϋποθέσεων λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου που διατάχθηκε, δύνανται όμως να αναφέρονται και στα μέσα αποδείξεως αυτών (προϋποθέσεων λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου) είτε διότι προσκομίζονται αποδεικτικά μέσα την ύπαρξη των οποίων ο αιτών την ανάκληση έλαβε γνώση μετά την έκδοση της αποφάσεως ή την ύπαρξη των οποίων γνώριζε μεν και προηγουμένως, πλην όμως δεν μπόρεσε να προσαγάγει, είτε διότι ανάγονται στο κύρος ή την αποδεικτική αξία των χρησιμοποιηθέντων αποδεικτικών μέσων, πάνω στα οποία το δικαστήριο στήριξε την περίσυνδρομής ή μη των προϋποθέσεων λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου κρίση του. Δεν αποτελούν δε μεταβολή των πραγμάτων οι πραγματικές πλημμέλειες της απόφασης ή η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπόψη του δικάσαντος, αφού τότε θα ετίθετο υπό έλεγχο η προηγούμενη κρίση του δικαστηρίου και η αίτηση ανακλήσεως θα είχε χαρακτήρα εφέσεως, την οποία ρητά ο νόμος απαγορεύει (άρθρο 699 ΚΠολΔ και ΜονΠρωτΠειρ 1038/1993).
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr