Ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών – Ορισμένο
Από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933, 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθ’ ου να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική, βασιμότητα της απαίτησης, καθώς και την ύπαρξη του προνομίου αυτής.
Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαίτησης της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την απαίτηση και το προνόμιο της. Η μη παράθεση ή η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, μη δυνάμενη της εν λόγω ελλείψεως να αναπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα (βλ. ΑΠ 1949/2009, Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 849/2009, ΕΠολΔ 2010,249, ΑΠ 440/2004, Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 172/1994, Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τα άρθρα 972 παρ. 1, 974-979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατά το άρθρο 979 ΚΠολΔ ασκούμενη ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης αντικείμενο έχει τη διαδικασία κατάταξης, η οποία αρχίζει με τις αναγγελίες, συνεχίζεται με την κατάθεση των εγγράφων και τις τυχόν παρατηρήσεις και περατούται με τη σύνταξη του πίνακα. Συνεπώς, οι λόγοι της ανακοπής είναι δυνατόν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο και να ανάγονται στη γένεση ή την ύπαρξη της αναγγελθείσας απαίτησης του καθ’ ου είτε στο δικονομικό δίκαιο και να αναφέρονται στον προνομιακό χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης. Η ανακοπή στρέφεται κατά εκείνων των δανειστών έναντι των οποίων ο ανακόπτων έχει συμφέρον και ελπίζει να επιτύχει τον εκτοπισμό τους και την κατάταξή του στη θέση τους. Σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως νομιμοποιούνται τα αναφερόμενα στο άρθρο 979 παρ. 1 ΚΠολΔ πρόσωπα δηλαδή ο επισπεύδων, οι δανειστές που αναγγέλθηκαν και ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον θεμελιώνουν οι συνέπειες της παραδοχής της ανακοπής και της κατατάξεως. Η ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως δεν έχει μόνον αμυντικό χαρακτήρα εναντίον της κατατάξεως ορισμένου δανειστή αλλά είναι και επιθετική πράξη κατά τη δικονομική της φύση, καθόσον ο ανακόπτων επιδιώκει όχι μόνον την αποβολή του καθ’ ου η ανακοπή, αλλά και την κατάταξη του στη θέση του τελευταίου. Αίτημα της ανακοπής είναι όχι μόνο η ακύρωση αλλά και η κατάταξη, γι’ αυτό το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος προς άσκηση της ανακοπής δεν περιορίζεται μόνο στην ακύρωση της κατατάξεως του καθ’ ου η ανακοπή αλλά συνδέεται και με τη δυνατότητα κατατάξεως του ανακόπτοντος. Επομένως, αν παρά την ακύρωση της κατάταξης και την εντεύθεν αποβολή του καθ’ ου η ανακοπή, κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν δικαιούται να καταταγεί, η ανακοπή είναι απορριπτέα για έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς άσκησή της. Πρόβλημα γεννάται, ενόψει του ότι ο ΚΠολΔ δεν περιέχει διατάξεις σχετικά με την τύχη του, μετά τη σύνταξη του πίνακα κατατάξεως, εμφανιζόμενου ή απελευθερούμενου ποσού. Ορθά, όμως, γίνεται δεκτό ότι το ποσό αυτό δεν είναι δυνατόν να περιέλθει στον καθ’ ου η εκτέλεση, εφόσον υπάρχουν αναγγελθέντες και μη ικανοποιηθέντες δανειστές, λόγω της ανεπάρκειας του αρχικώς διανεμηθέντος πλειστηριάσματος. Ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης, επομένως, τότε μόνο έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως, όταν επικαλείται ότι αποβαλλομένου του καθ’ ου η ανακοπή από τη διαδικασία κατατάξεως απομένει υπόλοιπο εισπρακτέο παρ` αυτού, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι πίνακας δεν συντάσσεται και ο συνταγείς είναι άκυρος. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών τότε ο καθ’ ου η εκτέλεση δεν μπορεί να προσβάλλει τον πίνακα λόγω ελλείψεως εννόμου προς τούτο συμφέροντος, καθόσον το απελευθερούμενο με την ανακοπή του ποσό δεν θα περιέλθει σ` αυτόν (βλ. Μπρίνια, «Αναγκαστική Εκτέλεσις», β` έκδοση, τ. 2, παρ. 428, σ. 1158-1159, παρ. 432, σ. 1171 επ., Φαλτσή, «Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης», παρ. 63, σ. 644, ΕφΑΘ 10137/1995, ΕλλΔνη 1996,1634, ΕφΑΘ 6179/1998, ΑρχΝ 2001,560, ΕφΑΘ 7261/2001 ΕλλΔνη 2002,799, Εφθεσ 505/2001 Αρμ 2003,692). Τέλος, δανειστές του καθ’ ου η εκτέλεση που δεν αναγγέλθηκαν εμπροθέσμως ή δεν αναγγέλθηκαν καθόλου, δε νομιμοποιούνται προς άσκηση της ανακοπής του άρθρου 979 ΚΠολΔ, πλην όμως τόσον αυτοί, όσο και οι δανειστές των αναγγελθέντων δανειστών νομιμοποιούνται να ασκήσουν την πιο πάνω ανακοπή μόνο διά του άρθρου 72 ΚΠολΔ, το οποίο προνοεί για την εκ μέρους του δανειστή άσκηση των μη συνδεομένων στενώς με το πρόσωπο εκείνου δικαιωμάτων του οφειλέτου τους, εφόσον αυτός αδρανεί (βλ. ΕφΑΘ 64/1999 ΕλλΔνη 1999,1127, ΕφΠειρ 1273/1991, ΕΕμπΔ 1992, 626). Στην περίπτωση, δε, που δε γίνεται επίκληση της αδράνειας του καθ’ ου η εκτέλεση ή του δανειστή, υπέρ του οποίου ασκείται πλαγιαστικώς η ανακοπή, η ανακοπή είναι αόριστη (βλ. ΕφΠατρ 1085/2006, ΑχΝομ 2007,404, Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, υπό αρθρ. 72, αριθμ. 1, 3).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr