Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αοριστία αγωγικού αιτήματος· πότε είναι δυνατή η θεραπεία του

Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, αγωγή πρέπει να περιέχει ορισμένο αίτημα. Μόνον εφόσον προκύπτει αναμφίβολα από το εισαγωγικό δικόγραφο, το είδος και η έκταση της αιτούμενης έννομης προστασίας, καθίσταται δυνατή η λειτουργία του συστήματος της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, προφυλάσσοντας το δικαστήριο ακόμη να επιδικάσει κάτι επιπλέον ή διαφορετικό του αιτηθέντος. Διαφορετικά, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και απαράδεκτη.

Σημειούται ωστόσο ότι πανηγυρική  διατύπωση του αιτήματος δεν είναι αναγκαία. Εάν το είδος και η έκταση της αιτούμενης έννομης προστασίας προκύπτουν από το συνολικό ιστορικό του δικογράφου, η προϋπόθεση του άρθρου 216 παρ. 1 γ ΚΠολΔ, οπωσδήποτε, πληρούται. Γίνεται, λοιπόν, δεκτό, ότι η παράλειψη στοιχείων, τα οποία προκύπτουν με μαθηματικό υπολογισμό των στοιχείων που αναφέρονται στην αγωγή, δεν δημιουργούν πρόβλημα αοριστίας. Ο δικαστής, από την πλευρά του, εκτιμά το περιεχόμενο του δικογράφου, με γνώμονα δε το πνεύμα της αγωγής, ερμηνεύει το αιτούμενο. Χαρακτηριστικά στη 9663/1999 ΕφΑΘ, το Δικαστήριο εκτιμώντας συνολικά το περιεχόμενο του εισαγωγικού δικογράφου, διέγνωσε ότι το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής ήταν η καταβολή στον οφειλέτη του ενάγοντος και όχι στον ίδιο τον ενάγοντα.

Κατά την έρευνα του ορισμένου του αγωγικού αιτήματος, τα δικαστήρια συχνά αντιμετωπίζουν το ζήτημα του παραδεκτού περιορισμού του, όταν αυτό συντίθεται από άθροισμα περισσότερων κεφαλαίων. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, ο περιορισμός συνιστά επιτρεπτή μεταβολή του αιτήματος και συνεπάγεται, κατά το άρθρο 295 παρ. ΚΠολΔ αναδρομική ανατροπή της αγωγής ως προς το τμήμα από το οποίο ο ενάγων παραιτήθηκε. Προβλήματα επιγενόμενης αοριστίας της αγωγής ανακύπτουν όταν ο τελευταίος περιορίζει το αίτημά του χωρίς, ταυτόχρονα, να διευκρινίζει σε ποια ειδικότερα κεφάλαια αφορά ο περιορισμός τον οποίο επεχείρησε. Στην περίπτωση αυτή αυτό που γίνεται δεκτό από τη θεωρία είναι ότι, η ερμηνεία του δικαστηρίου  με βάση την εικαζόμενη βούληση του ενεργούντος διαδίκου, όταν μια τέτοια βούληση δεν προκύπτει από το ίδιο το δικόγραφο,  προσκρούει στους κανόνες ερμηνείας των διαδικαστικών πράξεων οι οποίοι διακρίνονται από τυπικότητα, και είναι ορθότερο η αγωγή να κρίνεται ως αόριστη προκειμένου να υπάρχει σύμπλευση και με το χαρακτηρισμό της αγωγής ως «ανακοινώσεως βουλήσεως» -«ανακοινώσεως παραστάσεως».

Επισημαίνεται,τέλος, ότι ειδικά επί αοριστίας του αγωγικού αιτήματος, το δικαστήριο οφείλει να εξαντλεί τις προβλεπόμενες στον ΚΠλοΔ δυνατότητες ή υποχρεώσεις που του αναγνωρίζονται (254,236 ΚΠολΔ) με σκοπό τη θεραπεία ελλείψεων που εντοπίζονται στο αγωγικό αίτημα, πριν καταλήξει σε απόρριψη της αγωγής ως αόριστης και απαράδεκτης  και αυτό διότι η αοριστία του αιτήματος σπανιότερα απ’ ότι συμβαίνει επί ελλέιψεων της ιστορικής βάσης μπορεί να δυσχεράνει την άμυνα του εναγομένου (Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπεία της, Καλλιόπη Θ. Μακρίδου, σελ. 61-65)

Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί