Απαιτούμενη από το νόμο ηλικιακή διαφορά μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου και δυνατότητα ηλικιακής παρέκκλισης προς το συμφέρον του τέκνου
Μία από τις πλέον βασικές και κρίσιμες ουσιαστικές προϋποθέσεις τέλεσης έγκυρης υιοθεσίας συνιστά η πλήρωση των ορίων ηλικίας αυτού που υιοθετεί (για την ακρίβεια να έχει συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του και να μην έχει υπερβεί το εξηκοστό)
καθώς και η τήρηση της απαραίτητης ως προβλεπόμενης από το νόμο διαφοράς ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου, τόσο κατώτατης όσο και ανώτατης. Ωστόσο, αν και το γράμμα του νόμου είναι σχετικά αυστηρό εισάγοντας ρητά τις μοναδικές εξαιρέσεις ως προς τα ηλικιακά όρια μόνο στο άρθρο 1544 ΑΚ, η προτεινόμενη από τη θεωρία αναλογική εφαρμογή των εδαφίων του άρθρου αυτού και σε παρόμοιες περιπτώσεις (όπως πχ διεύρυνση των ηλικιακών ορίων προς τα πάνω και όχι μόνο προς τα κάτω στην περίπτωση του φυσικού τέκνου του συζύγου κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1544 εδ. γ) αλλά και η πλέον διαλλακτική ως εστιάζουσα αμιγώς στο συμφέρον του τέκνου νομολογία διευρύνουν κατά πολύ την επιτρεπόμενη ηλικιακή διαφορά μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου τόσο προς τα πάνω όσο και προς τα κάτω, με απώτερο στόχο την προστασία του συμφέροντος του τέκνου προς συμμόρφωση μάλιστα και με τις υπέρτερης τυπικής ισχύος προβλέψεις από τις συναφείς διεθνείς συμβάσεις.
Με βάση το άρθρο 1543 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από το Ν. 2447/1996 αυτός, που υιοθετεί ανήλικο τέκνο, εκτός του ότι πρέπει να είναι ικανός για δικαιοπραξία, θα πρέπει να έχει συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας του και να μην έχει υπερβεί το 60ο, ενώ παράλληλα το επόμενο άρθρο 1544 εδ. α` ΑΚ ορίζει ότι η διαφορά ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου δεν θα πρέπει να είναι μικρότερη των 18 ετών αλλά ούτε μεγαλύτερη των 50 ετών. Τα εδ. β` και γ` της τελευταίας αυτής διάταξης παρέχουν τη δυνατότητα αφενός μεν γενικά της ηλικιακής παρέκκλισης για εκείνον από τους συζύγους, που επιθυμεί να υιοθετήσει τέκνο που υιοθετείται ή που έχει ήδη υιοθετηθεί από το σύζυγο του, αφετέρου δε τη δυνατότητα μείωσης του ελαχίστου ορίου ηλικίας των 18 σε 15 έτη, εφόσον πρόκειται για υιοθεσία τέκνου του ενός συζύγου, καθώς και σε περίπτωση ύπαρξης ευρύτερου σπουδαίου λόγου με την αυτονόητη προϋπόθεση της αποδοχής της ηλικιακής παρέκκλισης από το αρμόδιο Δικαστήριο.
Δικαιολογητικός λόγος Θεσπίσεως των πιο πάνω ορίων είναι η μη απόκλιση της νομοθεσίας από τη φύση των πραγμάτων, η οποία απαιτεί γονείς ικανούς να αναθρέψουν το παιδί τους. Περαιτέρω, όμως, κομβικό ερμηνευτικό σημείο των ισχυουσών σήμερα στο δίκαιο μας ρυθμίσεων περί υιοθεσίας ανηλίκων αποτελεί η αρχική επιταγή του άρθρου 1542 εδ. β` ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η υιοθεσία πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
Η γενική αυτή διάταξη συμβαδίζει με εκείνη του άρθρου 1558 ΑΚ, βάσει της οποίας το Δικαστήριο απαγγέλλει την υιοθεσία, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις – μεταξύ των οποίων και η προάσπιση του συμφέροντος του υιοθετούμενου κατ’ ΑΚ 1542 εδ. β- συνεκτιμώντας παράλληλα την έκθεση του αρμόδιου κοινωνικού λειτουργού με στόχο την τελική διαπίστωση του αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμφέρει εν τέλει η υιοθεσία τον υιοθετούμενο, λαμβανομένων υπόψη της υγείας, της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητας προσαρμογής των εμπλεκομένων σ` αυτή. Πέραν της πιο πάνω αναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 1542 εδ. β` ΑΚ και της συστηματικής θέσης της στη προμετωπίδα του κεφαλαίου του Αστικού Κώδικα, που αφορά την υιοθεσία και άλλες διατάξεις δείχνουν τη βούληση του Έλληνα νομοθέτη να αντιμετωπίσει τους περί υιοθεσίας ισχύοντες νόμους με εφαρμοστική ευρύτητα και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου. Το δίκαιο της υιοθεσίας όπως και το οικογενειακό δίκαιο εν γένει έχουν άλλωστε αναμφισβήτητα αμιγώς παιδοκεντρική διάσταση και χαρακτήρα.
Ειδικότερα με βάση το άρθρο 1545 παρ. 2 ΑΚ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τη ψήφιση του άρθρου 19 παρ. 2 Ν 2521/1997, αν υιοθετούν και οι δύο σύζυγοι, η ηλικιακή κατά νόμο οριοθέτηση του υιοθετούντος αρκεί να συντρέχει στο πρόσωπο του ενός εκ των δύο. Στο ίδιο μήκος κύματος εξ άλλου κινείται και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1544 στα εδ. Β` και γ` αυτής, και η τελευταία νομοθετική παρέμβαση στις περί υιοθεσίας διατάξεις, όπου μεταξύ άλλων, βάσει του άρθρου 25 παρ. 3 Ν. 2915/2001, προστίθεται στον ΑΚ νέο άρθρο 1578 Α σχετικά με την ανασύσταση υιοθεσίας, το εδ. Β` του οποίου ορίζεται ότι σε μία τέτοια περίπτωση η διαφορά υιοθετούντος και υιοθετουμένου δεν λαμβάνεται υπόψη.
Εξάλλου το ελληνικό δίκαιο υιοθεσίας ανηλίκων και μετά τη μεταρρύθμιση του με τους προαναφερθέντες νόμους εξακολουθεί να διέπεται από τη Διεθνή Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης “για την υιοθεσία ανηλίκων”, που υπογράφηκε στο Στρασβούργο την 24.4.1967, μετατραπείσα σε εσωτερικό δίκαιο με το Ν 1349/1980, η οποία είναι κανόνας δικαίου υπέρτερος του κοινού νόμου (άρθρο 28 παρ. 1 Συντ.) και κατά την οποία το μέγιστο όριο διαφοράς ηλικίας δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για τη διασφάλιση του συμφέροντος του υιοθετούμενου (κριτήριο είναι μόνο η κατώτατη διαφορά) και ούτε επιτάσσεται από λόγους δημόσιας τάξης, αλλά από επιλογή του εσωτερικού νομοθέτη πρέπει να συμπορεύεται προς τους ορισμούς των παρ. 1 και 2 του άρθρου 8 αυτής, δηλ. να διασφαλίζει το συμφέρον του τέκνου.
(βλ. Εισηγητική έκθεση Ν 2447/1996, θ. Παπαχρήστου, Εγχειρίδιο οικογενειακού δικαίου 1997, 235, βλ. πλήθος θεωρητικών που ενστερνίζονται την άποψη αυτή, όπως πχ: Κουνουγέρη- Μανωλεδάκη, Οικογενειακό δίκαιο 198 τομ. II312 επ., Βαθρακοκοίλη, Το νέο οικογενειακό δίκαιο, 2000, 2η έκδοση 1064, Β. Δούβλη, γνωμοδότηση σε ΕλλΔνη 42,1263 Α. Κουτσουράδη ΕλλΔνη 1998,227 επ., και πλούσια συναφή νομολογία, όπως ενδεικτικά: ΕφΑΘ 489/2001 ΕλλΔνη 42,956, Εφθεσ 2020/1999 Αρμ 1999,1065, ΕφΑΘ 4955/2002).
Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος