Αποδοχή και διάθεση προϊόντος εγκλήματος σύμφωνα με την ΠΚ 394
Κατά το άρθρο 394 §1 Π.Κ. όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος από τον οποίο προέρχεται το πράγμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτησης, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους, την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Ο δόλος αυτός, διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που τον καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχούμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και θέλει την αποδοχή του. Δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευσή του (ΑΠ 1596/2013, ΑΠ 1193/2011, ΑΠ 357/2009, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ κ.α.). Έχει κριθεί από τη νομολογία, αναφορικά με τη μορφή της γνώσης, ότι αρκεί και η αμφιβολία, για το ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής του (ΑΠ 520/2008 ΠοινΛογ 2008.369, ΑΠ 497/2008 ΠοινΛογ 2008.348). Ο υπαίτιος τελέσεως του εγκλήματος από το άρθρο 394 του ΠΚ τιμωρείται ανεξάρτητα από το εάν ο δράστης του βασικού εγκλήματος από το οποίο προέρχεται το πράγμα δεν είναι τιμωρητέος είτε από το ότι υφίσταται προσωπικός λόγος απαλλαγής του από την ποινή είτε από το ότι ελλείπει ουσιαστικός όρος του εγκλήματος από το οποίο το πράγμα προέρχεται.
Η αποδοχή ανήκει συνεπώς στην κατηγορία των «εξαρτημένων» ή «συναφών» εγκλημάτων, διότι η στοιχειοθέτησή της προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση κάποιας άλλης αξιόποινης πράξης. Η προτέρα πράξη πρέπει περαιτέρω να είναι τετελεσμένη, να απέχει χρονικά από την αποδοχή και να μην συνέβαλε σε αυτήν ως συμμέτοχος ο φερόμενος ως αποδοχέας.
Η εγκληματική συμπεριφορά συνίσταται σε αποδοχή ή διάθεση του πράγματος που προήλθε από προηγούμενη αξιόποινη πράξη. Η αποδοχή μπορεί να γίνει με απόκρυψη (λήψη του παρανόμως κτηθέντος πράγματος στην κατοχή του δράστη), αγορά, λήψη ως ενεχύρου ή αποδοχή με άλλον τρόπο του πράγματος στην κατοχή του δράστη (βλ. ΑΠ 2233/2007/ ΠοινΧρον ΝΗ’,810), ενώ διάθεση λαμβάνει χώρα με μεταβίβαση της κατοχής, συνέργεια σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο διασφάλιση της κατοχής. Κατοχή κατά την έννοια του προηγούμενου άρθρου, που διαφέρει της αντιστοίχου έννοιας του ΑΚ, δεν είναι μόνον η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά βούλησή του, αλλά και τη πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του, έστω και κατ’ ελάχιστο χρόνο (ΑΠ 2063/2004 ΠοινΧρ ΝΕ’/746).
Η αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος διώκεται κατ’ αρχήν αυτεπαγγέλτως. Απαιτείται ωστόσο, σύμφωνα με την παρ. 2 η υποβολή εγκλήσεως, εάν το αντικείμενο της πράξης της αποδοχής και διάθεσης είναι ευτελούς αξίας.
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr