Απόλυτα κωλύματα διορισμού δυνάμει του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων
Στο άρθρο 16 του Ν. 3584/2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων), ορίζονται ποια είναι τα απόλυτα κωλύματα που εμποδίζουν κάποιον Έλληνα Πολίτη να διορισθεί ως δημοτικός ή κοινοτικός υπάλληλος. Πιο συγκεκριμένα στο ως άνω άρθρο προβλέπονται τα κάτωθι: «1.Δεν διορίζονται υπάλληλοι: α. όσοι καταδικάσθηκαν για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή ή στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, παράβαση καθήκοντος, καθ’ υποτροπή συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, β. οι υπόδικοι που έχουν παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κακούργημα, ή για πλημμέλημα της περίπτωσης α’, έστω και αν το αδίκημα έχει παραγραφεί, γ. όσοι τελούν υπό στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) και υπό τις δυο αυτές καταστάσεις. 2. Η ανικανότητα προς διορισμό αίρεται μόνο με την έκδοση του κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του Συντάγματος διατάγματος που αίρει τις συνέπειες της ποινής».
Επίσης στο άρθρο 11 του ως άνω Κώδικα προβλέπεται πως: «1. Οι υποψήφιοι υπάλληλοι πρέπει να έχουν τα προσόντα του διορισμού τόσο κατά το χρόνο λήξεως της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων όσο και κατά το χρόνο του διορισμού. Το ανώτατο όριο της ηλικίας διορισμού, όπου υπάρχει, πρέπει να συντρέχει κατά το πρώτο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, χρονικό σημείο. 2. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τα κωλύματα διορισμού».
Από τη διάταξη του άρθρου 16 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων προκύπτει επομένως ότι η καταδίκη για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή λόγω διάπραξης των αναφερόμενων σε αυτή αδικημάτων, αποτελεί απόλυτο κώλυμα διορισμού. Το κώλυμα αυτό συνάπτεται με τον επιδιωκόμενο σκοπό της στελέχωσης των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α. με προσωπικό που είναι κατάλληλο για τη διασφάλιση της ηθικής ακεραιότητας και εμπιστοσύνης κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτό υπηρεσιακών καθηκόντων. Συνεπώς εφόσον συντρέχει μια από αυτές τις διαζευκτικώς οριζόμενες περιπτώσεις αμετακλήτου καταδίκης ή στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων, υφίσταται κώλυμα διορισμού του καταδικασθέντος, χωρίς να ασκεί επιρροή η αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή της παρεπόμενης αυτής στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων, η οποία έχει τυχόν αποφασισθεί από το ποινικό δικαστήριο βάσει των οικείων διατάξεων του Ποινικού Κώδικα (πρβλ. ΔΕΘ ΑΘ 1021/2014, ΣτΕ 3890/2013 και ΣτΕ 5284/1997).
Η απαρίθμηση των ποινικών αδικημάτων είναι βεβαίως περιοριστική και αποτελεί εξαιρετική διάταξη που πρέπει να εφαρμόζεται στενά (σχετική η υπ’ αριθμ.197/2001 ατομική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους).
Επομένως δεν είναι επιτρεπτή η εφαρμογή ορισμένου κωλύματος και σε άλλα ποινικά αδικήματα, έστω και εννοιολογικώς συγγενή προς τα προηγούμενα, όταν δεν μνημονεύονται ρητώς στην ανωτέρω διάταξη.
Μπασιαρίδου Κατερίνα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr