Αποζημίωση σε περίπτωση μη διορισμού ή μη προαγωγής δημοσίου υπαλλήλου
Ένα ζήτημα που ανακύπτει αρκετά συχνά και αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους είναι τα δικαιώματα, που έχουν, στην περίπτωση, που δεν προαχθούν ή δεν διοριστούν ως όφειλε. Νομολογιακά έχουν κριθεί τα κάτωθι:
- Στην περίπτωση που η Διοίκηση, μετά τη διαπίστωση ότι ιατρός του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) μη νομίμως δεν διορίσθηκε σε προκηρυχθείσα θέση, διορίσει αυτόν αναδρομικώς, ο ιατρός αυτός δικαιούται να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ (α.ν.2783/1941, Α΄29), την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη αυτή παράλειψη (ΣτΕ 296/2015). Ειδικότερα, δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση από το Δημόσιο προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, λόγω του ότι δεν εισέπραξε τις αποδοχές που θα είχε εισπράξει αν δεν είχε μεσολαβήσει η κατά τα ανωτέρω παράλειψη. Η έγερση της εν λόγω αξιώσεως δεν προσκρούει στο άρθρο 68 παρ. 4 του ν. 2071/1992 (Α΄123), με το οποίο ορίζεται ότι «Ο διορισμός των ιατρών, που δικαιώνονται με αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων ή των δευτεροβαθμίων συμβουλίων κρίσεως, ανατρέχει στην ημερομηνία εκδόσεως της ακυρούμενης διοικητικής πράξης, ο διαδραμών εκτός υπηρεσίας χρόνος προσμετράται για κάθε περίπτωση, εκτός της απολήψεως αποδοχών αναδρομικά, αυτοί δε υπηρετούν στη θέση για το υπόλοιπο της θητείας τους…», εφόσον δεν επιδιώκεται η απόληψη αποδοχών αναδρομικά, αλλά ζητείται, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, η αποκατάσταση της ζημίας που είχε προκληθεί στον παρανόμως μη διορισθέντα, μόνο δε προκειμένου να προσδιορισθεί το ύψος της οφειλομένης αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του (ΣτΕ 352/2005, πρβλ. ΣτΕ 1230/2001).
- Η Διοίκηση, συμμορφούμενη με το περιεχόμενο ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, έχει υποχρέωση, όχι μόνο να θεωρήσει ως ανίσχυρη και ανύπαρκτη νομικά τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και να χωρήσει, με θετικές ενέργειες, στην αναμόρφωση των νομικών καταστάσεων οι οποίες δημιουργήθηκαν στο μεταξύ, με βάση την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλώντας και τροποποιώντας τις σχετικές διοικητικές πράξεις ή εκδίδοντας νέες με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση στην οποία θα ήσαν αν, εξαρχής, δεν είχε εκδοθεί η διοικητική πράξη που ακυρώθηκε και χωρίς δέσμευση από το χρόνο που διέδραμε στο μεταξύ (πρβλ. Σ.τ.Ε. 957/2010, 3358/2003, 1356/1999, κ.α.). Από τα ανωτέρω προκύπτει ειδικότερα ότι, αν το Δημόσιο αρνηθεί να προσλάβει σε δημόσια θέση υποψήφιο και η άρνηση αυτή ακυρωθεί στη συνέχεια με απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, ακολούθως δε η Διοίκηση σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση διορίσει τον υποψήφιο αναδρομικώς στην πιο πάνω θέση, ο τελευταίος αυτός δικαιούται να ζητήσει το σύνολο των αποδοχών που θα είχε εισπράξει αν είχε αναλάβει πράγματι υπηρεσία από την ημερομηνία του αναδρομικού διορισμού (πρβλ. ΣτΕ 748/2007, 3170/2005, 3629-3631/2001, 919/2001, 1631/2000). Κατά συνέπεια, η πράξη αναδρομικού διορισμού αυτού έχει όλες τις συνέπειες, στις οποίες περιλαμβάνεται και το δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών (πρβλ ΣτΕ 957/2010, ενώ η ρήτρα στην πράξη αυτή περί μη λήψης αναδρομικών αποδοχών είναι μη νόμιμη (βλ. 1356/1999, 2909/1994).
- Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 95 παρ 5 του Συντάγματος, 50 παρ. 4 του Π.Δ. 18/1989 και παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 702/1977, η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται με τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Διοικητικών Δικαστηρίων. Εξάλλου, όταν η Διοίκηση ενεργεί κατά συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, έχει υποχρέωση, όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφισταμένη νομικώς τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και να προβεί με θετικές ενέργειες στην αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που δημιουργήθηκε στο μεταξύ βάσει της πράξης που ακυρώθηκε, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές, εκδοθείσες στο μεταξύ πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ, για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση που θα βρίσκονταν, αν εξαρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (ΣτΕ 1792, 1599, 1378/2007, 2557/2006, 3170/2005, 3320/2003, 8/2002, 3214/2001). Ενόψει των ανωτέρω, εάν το Δημόσιο αρνηθεί να προσλάβει σε δημόσια θέση υποψήφιο και η άρνηση αυτή ακυρωθεί ως μη νόμιμη με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή Διοικητικού Δικαστηρίου, ακολούθως δε η Διοίκηση σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση διορίσει τον υποψήφιο αναδρομικώς στην ανωτέρω θέση, ο τελευταίος δικαιούται να αξιώσει από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη, εκ του ότι, κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία του αναδρομικού διορισμού του μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ανέλαβε πράγματι υπηρεσία, δεν εισέπραξε το σύνολο των αποδοχών που θα είχε εισπράξει, αν είχε αναλάβει πράγματι υπηρεσία από την ημερομηνία του αναδρομικού διορισμού (ΣτΕ 1378/2007, 3170/2005). Η αποζημίωση αυτή, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της ως τέτοιας, ενόψει του ότι ισούται με μικτές αναδρομικές αποδοχές υπολογιζόμενες κατά τον άνω τρόπο, υπόκειται στις νόμιμες κατά την κείμενη νομοθεσία κρατήσεις (πρβλ ΑΕΔ 33/1999, ΣτΕ 1792/2007) υπέρ ασφαλιστικών Ταμείων και σε φόρο εισοδήματος, πλην όμως δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης για αποζημίωση ο υπολογισμός των οφειλομένων κρατήσεων και του φόρου εισοδήματος και γι’ αυτό δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο που την επιδικάζει, αλλά παρακρατούνται από το Δημόσιο, κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (Α.Π. 1171/2007, 135/2003). Ειδικότερα η ΑΠ 1171/2007 έχε κρίνει ότι «ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας και επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λπ.. Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (βλ. σχ. ΑΠ 135/2003 Ελλ. Δικ. 44, 1320)».
Ελένη Κλουκινιώτη
info@efotopoulou.gr