Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ασφαλιστικά μέτρα νομής αυτοκινήτου – Μη δυνατότητα μετακύλισης εις βάρος του οφειλέτη απρόοπτου γεγονότος όπως ο φόρος υπεραξίας

Ιδιαίτερα συχνές είναι στη σύγχρονη οικονομική και νομική πραγματικότητα οι συμβάσεις πώλησης αυτοκινήτων με παρακράτηση κυριότητας από την πωλήτρια εταιρεία και συνακόλουθη σύμβαση δανείου μεταξύ εταιρειών – πιστωτικών ιδρυμάτων που αποτελούν στην ουσία τις τράπεζες μεγάλων αντιπροσωπειών αυτοκινήτων στην Ελλάδα.

Με αυτό τον τρόπο καθίσταται προφανές πως τελικώς οι εταιρείες εισαγωγής και πώλησης δημοφιλών και διαδεδομένων στην παγκόσμια αγορά αυτοκινήτων του εξωτερικού επιλέγουν να δραστηριοποιηθούν παραλλήλως και στον τομέα των χρηματοπιστωτικών και εν γένει τραπεζικών υπηρεσιών, οι οποίες μάλιστα ενδέχεται να αποβαίνουν και κατά πολύ επικερδέστερες και πλέον συμφέρουσες για αυτές σε σχέση με τις απλές πωλήσεις αυτοκινήτων.

Υπέρ της τράπεζας που κάθε φορά χορηγεί τη δανειακή διευκόλυνση, η πωλήτρια εταιρεία που παρακρατεί την κυριότητα και τη νομή (η οποία ασκείται δια αντιπροσώπου και συγκεκριμένα διά του αγοραστή και κατόχου του αυτοκινήτου) ως την εξόφληση των δόσεων του δανείου, συστήνει ενέχυρο προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της δεύτερης από τον οφειλέτη. Η τράπεζα ορίζεται λοιπόν από την τριμερή σύμβαση εμπράγματη δικαιούχος έχουσα το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα του ενεχύρου και την οιονεί νομή, ενώ ο αγοραστής και οφειλέτης του δανείου ορίζεται ενεχυροφύλακας και έχων μόνο την κατοχή και χρήση του αυτοκινήτου. Η πωλήτρια και παρακρατήσασα την κυριότητα εταιρεία είναι χαρακτηριστικό πως προβαίνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων σε εγγύηση της εξόφλησης των δόσεων του οφειλέτη προς τη μεσολαβούσα τράπεζα, ώστε να προσφέρει σε αυτήν, μία ακόμη περαιτέρω διασφάλιση.

Όλο και συχνότερα τα δικαστήρια της χώρας εκδικάζουν τις υποθέσεις των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων οιονεί νομής που ασκούν σχεδόν καθημερινά στην πράξη οι προαναφερθείσες δανειοδοτούσες τον αγοραστή του αυτοκινήτου τράπεζες, όταν αυτός είναι υπερήμερος στην καταβολή των δόσεων. Παρά το ότι συχνά αιτήσεις τέτοιες γίνονται δεκτές, υπάρχουν ωστόσο δικαστικές αποφάσεις που εκδίδουν απορριπτικά για την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων οιονεί νομής αποτελέσματα, δικαιώνοντας τον οφειλέτη που ενδεχομένως αποπληρώνει τις δόσεις του και είναι συνεπής καθυστερώντας όμως κάποιες δόσεις, καταδεικνύοντας προδήλως από την όλη συμπεριφορά του την πλήρη προθυμία του να εξοφλήσει την οφειλή του ολικώς. Ακόμη, συχνά γίνεται αναφορά στις εν λόγω δικαστικές αποφάσεις στην πρόδηλη έλλειψη του στοιχείου του επείγοντος και της ανεπανόρθωτης ζημίας των αιτούντων χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

Η πρόσφατη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου 821/2014, που εκδόθηκε από υπόθεση του γραφείου μας, κρίνει, πέραν των ανωτέρω (δηλ. την έλλειψη επείγοντος και τη μη ύπαρξη του στοιχείου της αντιποίησης της νομής) και το εξής επιπλέον ζήτημα, αυτό της μη δυνατότητας υπογραφής νέας σύμβασης με επαχθέστερους όρους λόγω απρόοπτου γεγονότος που δεν γνώριζαν αμφότερα τα μέρη πριν επέλθει το συγκεκριμένο γεγονός. Πιο συγκεκριμένα, την 1/1/14 επιβλήθηκε φόρος υπεραξίας στις μεταβιβάσεις αυτοκινήτων, το οποίο δεν ήταν γνωστό στις 18/12/13 όταν γινόταν η πρόταση διακανονισμού από την τράπεζα και η αποδοχή της από τον οφειλέτη της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, με την ως άνω απόφασή του δηλαδή έκρινε ότι δεν είναι δυνατόν ένα νέο και απρόοπτο για αμφότερα τα μέρη γεγονός, όπως ο φόρος υπεραξίας, να οδηγήσει σε μετακύλιση του γεγονότος αυτού (εν προκειμένω του φόρου) εις βάρους του οφειλέτη και σε σύναψη σύμβασης επαχθέστερης από την αρχικά προταθείσα εκ μέρους της τράπεζας πρόταση συμβιβασμού, πριν την αλλαγή του νόμου.

Ένα χαρακτηριστικό χωρίο της ως άνω απόφασης έχει ως εξής:

«…Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι ο καθ’ ου παρά την υπαναχώρηση της αιτούσας από την επίδικη σύμβαση, δεν της απέδωσε το επίδικο αυτοκίνητο. Ωστόσο, από την όλη συμπεριφορά του καθ’ ου δεν πιθανολογήθηκε ότι προέβη σε αντιποίηση της οιονεί νομής του, και ειδικότερα ότι άσκησε επ’ αυτού φυσική εξουσίαση με διάνοια δικαιούχου ενεχύρου. Ειδικότερα, μετά την υπαναχώρηση της αιτούσας από τη σύμβαση εξακολούθησε να πραγματοποιεί συνεχείς καταβολές διάφορων ποσών προς αυτήν (βλ. το προσκομισθέν αντίγραφο του υπ’ αριθμ. 2- ………… λογαριασμού μέσω του οποίου εξυπηρετείτο η επίδικη σύμβαση), ενώ επέδειξε σοβαρή και ειλικρινή προσπάθεια να προβεί σε διακανονισμό της ως άνω οφειλής του, απευθύνοντας σχετικό αίτημα με την από 22-11-2013 επιστολή του προς την αιτούσα, η οποία αποδέχθηκε τη ρύθμιση της οφειλής του με μεταφορά του δανείου στην ανήκουσα στον ίδιο όμιλο με την αυτήν εταιρεία με την επωνυμία «M. Α.Ε.» και την εξόφλησή της σε 30 ισόποσες μηνιαίες δόσεις ύψους 487,17 ευρώ εκάστη, υπό τον όρο καταβολής ποσού 3.400 ευρώ, ήτοι του 20,30% του υπολειπόμενου κεφαλαίου, έως τις 24-12- 2013 (βλ. την από 18-12-2013 επιστολή της «M. Α.Ε.» προς τον καθ’ ου). Ακολούθως, ο καθ’ ου πράγματι κατέβαλε στην αιτούσα το ποσό των 3.400 ευρώ (βλ. το από 20-12-2013 αποδεικτικό μεταφοράς ποσού), πλην όμως η αιτούσα δεν τον κάλεσε να υπογράψει τη σύμβαση εντός του μηνός Δεκεμβρίου του 2013, με αποτέλεσμα, επειδή προϋπόθεση για τη μεταφορά του δανείου από την αιτούσα στην εταιρεία με την επωνυμία «M. Α.Ε.» ήταν η πραγματοποίηση διαδοχικών μεταβιβάσεων της κυριότητας του οχήματος, ο αιτών, με βάσει τις διατάξεις του νέου Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 4172/2013) που τέθηκε σε ισχύ από 1-1-2014, κατέστη πλέον υπόχρεος σε καταβολή φόρου υπεραξίας ποσού 6.000-7.000 ευρώ περίπου σε περίπτωση υλοποίησης της ανωτέρω συμφωνίας. Κατόπιν αυτού η αιτούσα του πρότεινε δύο εναλλακτικές δυνατότητες διακανονισμού της οφειλής του, με επαχθέστερους όμως για αυτόν όρους (βλ. την από 22-1-2014 επιστολή της αιτούσας προς τον καθ’ ου), ενώ με την από 17-2-2014 επιστολή της του έδωσε χρονικό περιθώριο μέχρι τις 28-2-2014 προκειμένου να της απαντήσει. Με το από 27-2-2014 ηλεκτρονικό μήνυμά του ο καθ’ ου ενημέρωσε την αιτούσα σχετικά με την αδυναμία του να ανταποκριθεί στους επαχθέστερους οικονομικά όρους των εναλλακτικών προτάσεων που του παρουσίασε και επέμεινε στο διακανονισμό του δανείου με μηνιαίες δόσεις ποσού 487,17 ευρώ εκάστη, εκδηλώνοντας την πρόθεσή του να καταβάλει άμεσα τις δόσεις των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2014, προκειμένου να εξοφλήσει την οφειλή του. Την ίδια άλλωστε πρόθεσή του να προβεί σε καταβολές προς την αιτούσα εκδήλωσε και στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο καθ’ ου αναγνωρίζει την αιτούσα ως δικαιούχο ενεχύρου επί του αυτοκινήτου και έχει εκδηλώσει τη βούλησή του να την εξοφλήσει ολοσχερώς, η δε τελευταία έχει αποδεχθεί τις περιοδικές καταβολές του έναντι του συνολικού ποσού της οφειλής του. Εξάλλου, δεν πιθανολογήθηκε ούτε η συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος, δεδομένου ότι η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναβλήθηκε τρεις φορές, εκ των οποίων η δεύτερη στις 18-12-2013 δόθηκε με αίτημα της αιτούσας, ερήμην μάλιστα του καθ’ ου, η δε τρίτη αναβολή δόθηκε κατά τη δικάσιμο της 4-2-2014 με κοινό αίτημα των διαδίκων. Κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη….».

 

Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί